• Αρχική
  • Ἱερὰ Μητρόπολη Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου - Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση - ΕΓΚΥΚΛΙΟΙ

Προς

τον Ιερόν Κλήρον και τον ευσεβή λαόν

της καθ’ ημάς Ιεράς Μητροπόλεως

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Μετά την Ανάστασή Του ο Χριστός εμφανίσθηκε στους Μαθητάς Του και τους έδειξε τις πληγές που σχηματίσθηκαν στο σώμα Του από την λόγχη και τα καρφιά του Σταυρού. Αυτό ήταν σημείο αναγνωρίσεώς Του.

Υπάρχει μια ωραιοτάτη εικόνα στο βιβλίο της Αποκαλύψεως του Ιωάννου η οποία παρουσιάζει παραστατικά το θυσιαστικό έργο του Χριστού, ότι Αυτός σταυρώθηκε πάνω στον Σταυρό και στην συνέχεια αναστήθηκε, προσφέροντας έτσι την αγάπη Του προς το ανθρώπινο γένος. Πρόκειται για την εικόνα του “ως εσφαγμένου” Αρνίου. Λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: “Και είδον εν μέσω του θρόνου και των τεσσάρων ζώων και εν μέσω των πρεσβυτέρων αρνίον εστηκός ως εσφαγμένον, έχον κέρατα επτά και οφθαλμούς επτά, ά εισί τα επτά πνεύματα του Θεού αποστελλόμενα εις πάσαν την γήν” (Αποκ. ε’, 6).

Αρνίο είναι ο Χριστός, ο Οποίος “καί δια του επί του νομικού Πάσχα θυομένου προετυπούτο”, κατά την ερμηνεία του Αρέθα Καισαρείας. Οι Προφήτες στην Παλαιά Διαθήκη, όπως ο Ησαΐας και ο Ιερεμίας έβλεπαν τον Μεσσία ως αμνό, γιατί προέβλεπαν την θυσία Του υπέρ του ανθρωπίνου γένους. Ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος συνέστησε τον Χριστό στους Μαθητάς του ως αμνό: “ίδε ο αμνός του Θεού” (Ιω. α’, 37).

Το Αρνίο που είδε ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ήταν “ως εσφαγμένον” πράγμα το οποίο σημαίνει ότι είχε τα στίγματα και τις πληγές της θυσίας, αλλά όμως ήταν ζωντανό. Ο άγιος Ανδρέας Καισαρείας λέγει ότι το ως εσφαγμένον “δηλοί την μετά την σφαγήν ζωήν αυτού”, και μάλιστα δηλώνει τα σύμβολα του πάθους, τα οποία έδειχνε ο Χριστός μετά την Ανάστασή Του.

Ένα άλλο γνώρισμα του Αρνίου ήταν ότι στεκόταν όρθιο παρά τις πληγές που είχε. Γι’ αυτό ο Ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει: “αρνίον εστηκός ως εσφαγμένον”. Και μάλιστα στεκόταν όρθιο, στο μέσο των τεσσάρων ζωντανών όντων και των εικοσιτεσσάρων Πρεσβυτέρων, δηλώνοντας με την στάση αυτή ότι ο Αναστάς Χριστός είναι ο “τά πάντα συνέχων και διακρατών” (Άνθιμος Ιεροσολύμων).

Τα επτά κέρατα του Αρνίου φανερώνουν την δύναμη και την δόξα Του (Αρέθας Καισαρείας) και οι επτά οφθαλμοί δηλώνουν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, τα οποία ενοίκισαν στην ανθρώπινη φύση του Χριστού (Άνθιμος Ιεροσολύμων).

Η όλη μεγαλοπρεπής εικόνα του “ως εσφαγμένου” Αρνίου της Αποκαλύψεως του Ιωάννου δείχνει την δόξα και το μεγαλείο του Εσταυρωμένου και Αναστημένου Χριστού. Ο Χριστός θυσιάστηκε ως αμνός άμωμος για να νικήση την αμαρτία και τον διάβολο, και στην συνέχεια αναστήθηκε εκ των νεκρών για να νικήση και τον θάνατο, και έτσι να δώση ζωή στους ανθρώπους που συνδέονται μαζί Του.

Ο Χριστός, το ένδοξο αυτό Αρνίο, θυσιάζεται συνεχώς για να προσφέρη στους ανθρώπους ζωή. Κάθε θεία Λειτουργία είναι ένα Πάσχα, μια βίωση του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού. Στην θεία Λειτουργία ζούμε την πασχάλεια ατμόσφαιρα και εμπειρία. Το Πάσχα των Ιουδαίων, κατά το οποίο θυσιαζόταν ένας αμνός, ήταν προτύπωση της σταυρικής θυσίας του Χριστού, αλλά το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας είναι η πραγματική βρώση του Αρνίου, δηλαδή του Χριστού. Οι Χριστιανοί δεν περιορίζονται και δεν εξαντλούνται στον εψημένο αμνό, το λεγόμενο πασχαλιάτικο αρνί, αλλά προχωρούν στην βρώση του πραγματικού “ως εσφαγμένου αρνίου” που είναι ο Χριστός, ο Οποίος δεν δαπανάται ποτέ, αφού κατά τον λόγο της θείας Λειτουργίας “μελίζεται και διαμερίζεται ο αμνός του Θεού, ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος, ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος, αλλά τους μετέχοντας αγιάζων”.

Στην Αποκάλυψη, όμως, του Ιωάννου υπάρχει και μια άλλη εικόνα που αναφέρεται στο Αρνίο που είναι ο Χριστός, και στην σχέση που έχει με τους μαθητάς Του. “Και είδον και ιδού το αρνίον εστηκός επί το όρος Σιών, και μετ’ αυτού εκατόν τεσσαράκοντα τέσσαρες χιλιάδες, έχουσαι το όνομα αυτού και το όνομα του πατρός αυτού γεγραμμένον επί των μετώπων αυτών” (Αποκ. ιδ’, 1). Ο αριθμός εκατόν σαράντα τέσσερεις χιλιάδες είναι συμβολικός και φανερώνει το πλήρωμα των αγίων, των ανθρώπων εκείνων που ακολουθούν το Αρνίον “όπου αν υπάγη” (Αποκ. ιδ’, 4). Τα μέτωπα δε των αγίων αυτών “τώ φωτί του θείου προσώπου σφραγίζονται” και γι’ αυτό φαίνονται “αιδέσιμοι”, φοβεροί στους εξολοθρευτάς αγγέλους, κατά τον άγιο Ανδρέα Καισαρείας.

Αυτό σημαίνει ότι οι άγιοι απέκτησαν κοινωνία και ενότητα με το ένδοξο Αρνίο, τον Χριστό. Και όπως το Αρνίο θυσιάστηκε, έτσι και αυτοί θυσιάζονται καθημερινά. Και όπως το Αρνίο αναστήθηκε, έτσι και αυτοί με την δύναμή Του ανασταίνονται από την παλαιά ζωή και ζουν την νέα ζωή, στην Νεά Σιών, που είναι η Εκκλησία.

Γενικά, στο Βιβλίο της Ιεράς Αποκαλύψεως βλέπουμε τις ενέργειες του θηρίου, δηλαδή του διαβόλου και του αντιχρίστου, αλλά ταυτόχρονα και την δόξα και τον θρίαμβο του ως εσφαγμένου Αρνίου, δηλαδή του Χριστού. Παρατηρούμε ακόμη ότι γίνεται λόγος για το “χάραγμα” το οποίο εγχαράσσει το θηρίο στο δεξί χέρι και το μέτωπο των ανθρώπων που το προσκύνησαν (Αποκ. ιγ’, 16-17), αλλά συγχρόνως γίνεται λόγος και για την “σφραγίδα Θεού ζώντος” με την οποία σφραγίζονται στα μέτωπα οι δούλοι του Θεού (Αποκ. ζ’, 2-3). Έτσι, οι άγιοι που ακολουθούν και ζουν με το Αρνίο έχουν “το όνομα αυτού και το όνομα του πατρός αυτού γεγραμμένον επί των μετώπων αυτών” (Αποκ. ιδ’ ,1). Η τελική νίκη μέσα στην ιστορία ανήκει στο “ως εσφαγμένον” Αρνίο, που θα νικήση το θηρίο και θα συμβασιλεύση αιωνίως με τους εσφραγισμένους με το όνομά Του και το όνομα του Πατρός Του.

Εορτάζουμε αυτές τις ημέρες, εμείς ο νέος λαός της Χάριτος του Θεού, πνευματικά το Σταυρώσιμο και Αναστάσιμο Πάσχα και αγωνιζόμαστε με την μυστηριακή ζωή να σφραγισθούμε με την σφραγίδα του Θεού ζώντος, γιατί όταν σφραγισθούμε από τον Χριστό, δηλαδή όταν ενωθούμε μαζί Του, τότε θα αποφύγουμε οποιαδήποτε άλλη δοκιμασία και τυραννία, και θα ζήσουμε το αιώνιο Πάσχα με τον Αναστάντα Χριστό, του Οποίου το άπειρον έλεος “είη μετά πάντων ημών”.

Με πατρικές ευχές και ευλογίες

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Μετά από νηστεία, προσευχή, πνευματικό αγώνα σαράντα ημερών, φθάσαμε στην ημέρα του Πάσχα, που είναι εορτή της Αναστάσεως του Χριστού, “εορτών εορτή και πανήγυρις πανηγύρεων”. Η Ανάσταση του Χριστού αποτελεί κορυφαίο γεγονός του μυστηρίου της ενανθρωπήσεως του Χριστού, κεντρικό γεγονός στον εόρτιο κύκλο της Εκκλησίας μας που καθορίζει ολόκληρο το εκκλησιαστικό έτος.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι και λέγεται Εκκλησία της Αναστάσεως, γιατί η Ανάσταση του Χριστού καθορίζει την ζωή μας τόσο στο παρόν όσο και στο μέλλον. Ο Απόστολος Παύλος σαφώς λέγει: “ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις ημών” (Α’ Κορ. ιε’, 17). Και στον Κατηχητικό λόγο του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, που διαβάζουμε στην αναστάσιμη θεία Λειτουργία, μεταξύ άλλων λέγεται: “Που σού, θάνατε, το κέντρον; Που σού, άδη, το νίκος; Ανέστη Χριστός και πεπτώκασι δαίμονες. Ανέστη Χριστός και χαίρουσιν άγγελοι. Ανέστη Χριστός και ζωή πολιτεύεται. Ανέστη Χριστός, και νεκρός ουδείς επί μνήματος. Χριστός γαρ εγερθείς εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο”.

Στην ορθόδοξη παράδοση συνδέεται στενά ο Σταυρός με την Ανάσταση του Χριστού. Δια του Σταυρού νικήθηκε το κράτος του θανάτου και δια της Αναστάσεως η ψυχή του Χριστού, που κατέβη στον Άδη, εισήλθε πάλι στο αδιάφθορο Σώμα του Χριστού, το οποίο και αναστήθηκε, αφού η θεότητα δεν είχε χωρισθή ούτε από το σώμα ούτε από την ψυχή του Χριστού.

Ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία συνδέει τον Σταυρό με την Ανάσταση του Χριστού και δίνει μεγάλη σημασία στην Ανάσταση, ως το αποκορύφωμα της σταυρικής θυσίας του Χριστού, αντίθετα οι παπικοί δίδουν μεγάλη σημασία στον Σταυρό, τον οποίον ερμηνεύουν διαφορετικά από ό,τι οι Πατέρες της Εκκλησίας.

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία ζούμε την αλήθεια ότι ο Χριστός σταυρώθηκε από αγάπη για το ανθρώπινο γένος. “Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πάς ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον” (Ιω. γ’, 16). Ο Χριστός επάνω στον Σταυρό και με την Ανάστασή Του νίκησε τον θάνατο και με αυτόν τον τρόπο έδωσε το καλύτερο φάρμακο στον άνθρωπο για να υπερβή και εκείνος τον θάνατο στην προσωπική του ζωή. Το κέντρο της ζωής μας είναι η Ανάσταση του Χριστού, δια της οποίας, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης: “ήλθεν η της ζωής βασιλεία, και κατελύθη του θανάτου το κράτος. Και γέγονεν άλλη γέννησις, βίος έτερος, άλλο είδος ζωής, αυτής της φύσεως ημών μεταστοιχείωσις”.

Αντίθετα οι παπικοί θεολόγοι, υποστηρίζουν την άποψη ότι ο Χριστός με την σταυρική Του θυσία εξιλέωσε την δικαιοσύνη του Θεού, που είχε προσβληθή με την αμαρτία που διέπραξαν ο Αδάμ και η Εύα στον Παράδεισο. Με αυτόν τον τρόπο παρουσιάζουν τον Θεό να διακατέχεται από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του πεπτωκότος ανθρώπου, που είναι η οργή, η προσβολή, και ότι είναι ανάγκη να εξιλεωθή η δικαιοσύνη Του και να αποκατασταθή η τιμή που έχασε με την αμαρτία του ανθρώπου. Παρουσιάζουν, δηλαδή, τον Θεό Πατέρα ωσάν να έχη την ανάγκη να χυθή το Αίμα του μονογενούς Του Υιού, πράγμα το οποίο του δίδει μεγάλη χαρά. Όμως, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει ότι είναι παράδοξο να υποστηρίζη κανείς την άποψη ότι ο Πατέρας ζήτησε το Αίμα του Υιού Του ή ότι το είχε ανάγκη. Η αλήθεια είναι ότι το Αίμα του Χριστού χύθηκε στον Σταυρό για να αγιασθή ο άνθρωπος από την ανθρώπινη φύση του Υιού του Θεού, για να μας ελευθερώση ο Θεός από τον θάνατο και να μας επαναφέρη κοντά του με την μεσιτεία του Υιού. Διότι, όπως χαρακτηριστικά λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: “τίς ο λόγος, Μονογενούς αίμα τέρπειν Πατέρα;”. Ακριβώς επειδή οι Παπικοί ερμηνεύουν την σταυρική θυσία του Χριστού, ως εξιλέωση της δικαιοσύνης του Πατρός και ως αποκατάσταση της τιμής του Θεού που προσβλήθηκε, γι’ αυτό και τονίζουν πολύ την σταυρική θυσία του Χριστού και παραγνωρίζουν ή υποτιμούν την Ανάστασή Του. Δεν τους ενδιαφέρει τόσο η νίκη της ζωής επί του θανάτου, όσο η αποκατάσταση της προσβληθείσης θείας δικαιοσύνης! Δεν τους ενδιαφέρει η θεραπεία της ανθρωπίνης φύσεως, αλλά στην πραγματικότητα, όσο και αν φαίνεται παράδοξο, η...θεραπεία του Θεού!!

Αυτό, βέβαια, έχει και πολλές συνέπειες στην όλη εκκλησιαστική πρακτική. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία κάνουμε λόγο για την αγάπη του Θεού, που είναι η άκτιστη ενέργειά Του, δια της οποίας σωζόμαστε, καθώς επίσης κάνουμε λόγο για την θεραπεία της φύσεώς μας. Δηλαδή, αγωνιζόμαστε για να θεραπευθούμε και να αισθανθούμε την αγάπη του Θεού. Αντίθετα στην παπική θεολογία γίνεται λόγος για την προσπάθεια που πρέπει να καταβληθή για να ικανοποιηθή η δικαιοσύνη του Θεού. Οπότε, γίνεται αντιληπτό ότι η όλη ασκητική προσπάθεια έχει σαφώς διαφορετικό χαρακτήρα και προοπτική.

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Η Ανάσταση του Χριστού που εορτάζουμε αυτές τις ημέρες μας δίνει την ευκαιρία, να δούμε αυτό το μεγάλο έργο του Χριστού δια του οποίου επιτυγχάνεται η θέωση του ανθρώπου και η ανακαίνιση όλης της κτίσεως, η νέκρωση του θανάτου και η ανάσταση των σωμάτων κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Γενικά, μας δίνει την δυνατότητα να αισθανθούμε την αγάπη του Θεού προς όλους μας, αφού, βέβαια, προηγουμένως αποκτήσουμε πνευματικές αισθήσεις για να συλλάβουμε το μέγεθος της αγάπης του Θεού.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία διεφύλαξε όλη αυτήν την αποκαλυπτική αλήθεια, που αναπαύει την ψυχή μας και μας γεμίζει με χαρά και πνευματική αγαλλίαση και μας οπλίζει με ελπίδα και πίστη. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει εκκοσμικευθή, αλλά παραμένει η Εκκλησία της Αναστάσεως, που μας βοηθά να αποκτήσουμε αίσθηση της αγάπης του Θεού, να νικήσουμε τον θάνατο και να αποκτήσουμε την βεβαιότητα της Αναστάσεως.

Με την ευκαιρία της σημερινής μεγάλης εορτής, σάς απευθύνω τον αναστάσιμο χαιρετισμό: “Χριστός Ανέστη”!

Με πατρικές ευχές και ευλογίες

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Η Ανάσταση του Χριστού, την οποία εορτάζουμε αυτές τις ημέρες, είναι ένα γεγονός που σηματοδότησε μεγάλες αλλαγές μέσα στην ιστορία, πρώτα στην ζωή των ανθρώπων και έπειτα στην κοινωνία και τον πολιτισμό. Μεσα σε αυτό το θεολογικό κλίμα της Αναστάσεως του Χριστού, όπως το διακηρύσσει η Εκκλησία, νοηματοδοτήθηκε η ζωη, έλαβε άλλο νόημα ο θάνατος, επαναπροσδιορίσθηκαν οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, απέκτησαν σκοπό όλες οι θεωρούμενες λεπτομέρειες της ζωής μας, γέμισε από αιώνια ζωη η ύπαρξη όσων συνδέθηκαν με τον Αναστάντα Χριστό.

Επικοινωνώντας σήμερα μαζί σας, με την ευκαιρία της εορτής της Αναστάσεως του Χριστού, θα ήθελα να εντοπίσω ένα γεγονός που έχει ιδιαίτερη σημασία για την Εκκλησία μας. Και αυτό είναι ότι ο αναστημένος Χριστός φανερώθηκε στούς Μαθητάς Του, που είχαν κοινωνία μεταξύ τους, κυρίως κατά την διάρκεια ενός γεύματος.

Ο Ευαγγελιστής Μαρκος γράφει: “ύστερον ανακειμένοις αυτοίς τοις ένδεκα εφανερώθη” (Μαρκ. ιστ', 14). Γράφει “ανακειμένοις”, διότι τότε οι άνθρωποι, και βέβαια οι Απόστολοι, έτρωγαν ανακείμενοι. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρεται στούς Μαθητάς που πορεύονταν προς Εμμαούς, οι οποίοι δεν Τον ανεγνώρισαν όσο τούς μιλούσε, αλλά Τον ανεγνώρισαν κατά την ώρα του φαγητού, γιατί τότε “λαβών τον άρτον ευλόγησε, και κλάσας επεδίδου αυτοίς. αυτών δε διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί και επέγνωσαν αυτόν” (Λουκ. κδ , 30-31). Και πάλι ο Ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρει ότι ο Χριστός, σε άλλη εμφάνισή Του στους Μαθητάς, οι οποίοι απορούσαν, τους ρώτησε: “έχετέ τι βρώσιμον ενθάδε;”. Όταν οι Μαθηταί του έδωσαν ένα μέρος από ψημένο ψάρι και λίγη κηρήθρα, Εκείνος “λαβών ενώπιον αυτών έφαγεν” (Λουκ. κδ , 41-43). Επίσης, ο Ευαγγελιστής Ιω?ννης περιγράφει την εμφάνιση του Χριστού στον αιγιαλό, την ώρα που οι Απόστολοι Πετρος και Ιωάννης βρίσκονταν στην θάλασσα και ψάρευαν, και τούς ζήτησε “προσφάγιον”. Και όταν οι Μαθητές Πετρος και Ιωάννης, αποβιβάσθηκαν στην στεριά, “βλέπουσιν ανθρακιάν κειμένην και οψάριον επικείμενον και άρτον”. Στην συνέχεια τούς προέτρεψε: “δεύτε αριστήσατε”. Ομως, “ουδείς δε ετόλμα των μαθητών εξετάσαι αυτόν συ τις ει, ειδότες ότι ο Κυριος εστιν”, απέκτησαν, δηλαδή, βεβαιότητα ότι αυτός είναι ο Χριστός. Τοτε ο Χριστός “λαμβάνει τον άρτον και δίδωσιν αυτοίς και το οψάριον ομοίως” ( Ιω. κα', 1-14).

Στις εμφανίσεις αυτές του αναστάντος Χριστού φαίνονται δύο γεγονότα· το ένα ότι βρίσκονται μαζί οι Μαθητές, άλλοτε όλοι και άλλοτε μερικοί από αυτούς, και το δεύτερο ότι βρίσκονται η προσκαλούνται σε φαγητό. Και κατά την διάρκεια του φαγητού ο Χριστός φανερώνεται σε αυτούς, και οι Μαθητές Του τον αναγνωρίζουν. Οι κινήσεις του Χριστού, καθώς επίσης και η ενέργεια που εκπέμπεται από τις κινήσεις αυτές, τούς υπενθύμισαν τον Μυστικό Δείπνο, το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, αφού πράγματι οι κινήσεις αυτές έχουν ένα ευχαριστιακό υπόβαθρο, συνιστούν μια λειτουργική πράξη. Ιδιαιτέρως η φράση “λαβών τον άρτον ευλόγησε, και κλάσας επεδίδου αυτοίς”, υπενθύμισε στους Μαθητάς τον Μυστικό Δείπνο.

Αυτό μας διδάσκει ότι η δύναμη της Αναστάσεως του Χριστού αποκαλύπτεται μέσα στην Εκκλησία, στον όμιλο των Μαθητών του Χριστού, στην θεία Ευχαριστία, και Τον γνωρίζουμε προσωπικά, όταν κατόπιν καταλλήλου προετοιμασίας, μετέχουμε του Σωματος και του Αίματος του Χριστού, κοινωνούμε, δηλαδή, των Αχράντων Μυστηρίων.

Το πραγματικό Πασχα για μας τούς Ορθοδ?ξους είναι το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, η κοινωνία του Σωματος και του Αίματος του Χριστού. Γι αύτὸ προετοιμαζόμαστε όλη την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, και την νύκτα της Αναστάσεως, κατά την θεία Λειτουργία, δεν αποχωρούμε από τούς Ναούς, αλλά παραμένουμε στην αναστάσιμη θεία Λειτουργία, που είναι το πραγματικό Πασχα. Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή, με την άσκηση, είναι στάδιον προετοιμασίας για την μέθεξη της εορτής του Πάσχα.

Αλλά αυτό το Πάσχα το εορτάζουμε και το πανηγυρίζουμε κάθε φορά που τελείται η θεία Ευχαριστία, ιδιαιτέρως κατά την θεία Λειτουργία κάθε Κυριακής, που είναι το εβδομαδιαίο Πασχα.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σε μια ομιλία του γράφει ότι το Πασχα και η Τεσσαρακοστή δεν είναι το ίδιο πράγμα, “αλλ ἕτερον πάσχα, και έτερον τεσσαρακοστή”. Και εξηγεί ότι η Τεσσαρακοστή έρχεται μια φορά τον χρόνο, ενώ Πασχα εορτάζουμε τρεις η τέσσερες φορές την εβδομάδα και κάθε φορά που τελείται η θεία Ευχαριστία, γιατί “πάσχα ου νηστεία εστιν, αλλ ἡ προσφορά και η θυσία, η καθ ἐκάστην γινομένη σύναξις”. Καθε φορά που προσέρχεσαι, λέγει, στην θεία Ευχαριστία με καθαρή συνείδηση “πάσχα επιτελείς”, και εορτάζεις το Πάσχα όχι όταν νηστεύης, “αλλ ὅταν της θυσίας εκείνης μετέχης”. Καθε θεία Λειτουργία δεν διαφέρει σε τίποτε από την θεία Λειτουργία της ημέρας της Αναστάσεως του Χριστού. Και το Πασχα δεν είναι αιτία νηστείας και πένθους, “αλλ εὐφροσύνης και χαράς υπόθεσις”. Το ότι το Πάσχα είναι η θεία Ευχαριστία φαίνεται από το ότι ο κατηχούμενος, καίτοι νηστεύει “ουδέποτε πάσχα επιτελεί, επειδή προσφοράς ου κοινωνεί”. Και, βέβαια, δεν συνιστάται εδώ κάθε προσέλευση στην θεία Κοινωνία, αλλά εκείνη που γίνεται “εν συνειδότι καθαρώ”.

Είναι ανάγκη ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί να λάβουμε πείρα της Αναστάσεως του Χριστού για να νικήσουμε τον βιολογικό και τον πνευματικό θάνατο και να δώσουμε στούς γύρω μας την ελπίδα της Αναστάσεως και της ζωής. Αυτό θα γίνη αν συμμετέχουμε οργανικά και ουσιαστικά στον όμιλο των Μαθητών του Χριστού, στο Σώμα της Εκκλησίας, εάν κάθε Κυριακή εκκλησιαζόμαστε, και εάν κατόπιν προετοιμασίας, κοινωνούμε του Σωματος και του Αίματος του αναστάντος Χριστού. Γιατί ο Χριστός αποκαλύπτεται κατά την διάρκεια του ευχαριστιακού Δείπνου σε αυτούς που είναι έτοιμοι να δεχθούν την αποκάλυψη αυτή. Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί συμμετέχουν κάθε Κυριακή στην αναστάσιμη θεία Λειτουργία, γιατί έτσι έχουν την δυνατότητα να αποκτήσουν γνώση του Αναστάντος Χριστού, ο Οποίος θα δώση άλλη προοπτική στην ζωή τους, θα φυγαδεύση την απόγνωση, την στέρηση και την μοναξιά.

Με την ευχή να εορτάζουμε το Πασχα κάθε Κυριακή, ζώντας μέσα στην Εκκλησία και συμμετέχοντας στην Κυριακάτικη θεία Λειτουργία και μετέχοντας του Σωματος και του Αίματος του Χριστού, απευθύνω σε όλους σας τον αναστάσιμο χαιρετισμό “Χριστός Ανέστη”.

Με πατρικές ευχές

Ο Μητροπολίτης

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Τό βράδυ τῆς Ἀναστάσεως, πρίν ἀρχίση ἡ ἀναστάσιμη Ἀκολουθία μέ τό Εὐαγγέλιο καί τό «Χριστός Ἀνέστη», ψάλλεται στόν Ναό – ὅπου ὑπάρχει ἡμίφως, ἐπειδή κλείνουν τά φῶτα – ὁ Κανόνας πού ἀρχίζει μέ τό Τροπάριο «Κύματι θαλάσσης τόν κρύψαντα πάλαι διώκτην τύραννον», πού εἶναι συνθετικό ἔργο τῆς μοναχῆς Κασσιανῆς, τοῦ Μάρκου Ἐπισκόπου Ἱδροῦντος καί τοῦ Ἱεράρχου Κοσμᾶ.

Στήν συνέχεια ἐξέρχεται ὁ Ἀρχιερεύς ἤ ὁ Ἱερεύς στήν Ὡραία Πύλη, κρατώντας μιά ἀναμμένη λαμπάδα, καί καλεῖ τούς πιστούς νά λάβουν τό φῶς. Ψάλλει ὁ ἴδιος κατ’ ἀρχάς καί μετά οἱ Ἱεροψάλτες σέ πανηγυρικό ἦχο πλάγιον τοῦ πρώτου: «Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός καί δοξάσατε Χριστόν τόν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν». Δηλαδή, ἐλᾶτε, πιστοί Χριστιανοί, νά λάβετε τό φῶς πού δέν δύει ποτέ καί δοξάστε τόν Χριστό πού ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς.

Ἡ λειτουργική αὐτή κίνηση εἶναι συμβολική, πού παραπέμπει ὅμως σέ ἕνα πραγματικό καί ἔνδοξο γεγονός.

Κατ’ ἀρχάς τό φῶς αὐτό, πού μᾶς καλεῖ ὁ Ἀρχιερεύς ἤ ὁ Ἱερεύς νά λάβουμε ἀπό τήν λαμπάδα του, εἶναι κτιστό, πού σημαίνει ἄναψε ἀπό κάπου ἀλλοῦ, δέν ὑπῆρχε προηγουμένως, καί ὅταν λιώση ἡ λαμπάδα, πού καί αὐτή εἶναι κτιστή, ἤ ὅταν τό σβήσουμε ἐμεῖς θά σταματήση νά ὑπάρχη. Ἀκόμη καί τό φῶς τοῦ ἡλίου εἶναι κτιστό, πού φαίνεται τό πρωί καί δύει τό ἑσπέρας, τό ἀπόγευμα, καί κάποτε ὁ ἥλιος θά παύση νά στέλλη τό φῶς του.

Ὅμως, ταυτόχρονα ὁ Ἀρχιερεύς ἤ ὁ Ἱερεύς μέ τήν προτροπή νά λάβουμε αὐτό τό κτιστό φῶς ἀπό τήν λαμπάδα, ἀνάγει τήν πρόσκλησή του αὐτή σέ μιά ἄλλη πραγματικότητα, δηλαδή στό ἀνέσπερο φῶς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι τό Φῶς τῆς Θεότητος καί εἶναι ἄκτιστο, δηλαδή δέν ἔχει ἀρχή, δέν ἔχει φθορά, δέν ἔχει τέλος, δέν δύει ποτέ.

Ὁ Χριστός δέν εἶναι ἕνας Προφήτης, ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος, ἕνας ἀρχηγός μιᾶς θρησκείας, ἀλλά ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, τό Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος πού ἔγινε ἄνθρωπος, δηλαδή προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση. Ὡς Θεάνθρωπος ὁ Χριστός προσφέρεται σέ ὅλους ἐμᾶς τούς φθαρτούς, τούς θνητούς καί τούς σκοτισμένους ἀπό τήν ἁμαρτία γιά νά ζήσουμε, νά δοῦμε τό φῶς πού διαλύει τό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας, νά ἀναστηθοῦμε ἀπό τήν πνευματική νέκρωση καί ἔτσι νά δοξάσουμε τόν Ἀναστάντα Χριστό.

Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός εἶπε: «Ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μή περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ᾿ ἕξει τό φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰω. η΄, 12). Αὐτός εἶναι τό ἀληθινό Φῶς, ὄχι τό κτιστό, τό ἠθικό, τό συναισθηματικό, τό συμβολικό, ἀλλά τό θεῖο ἄκτιστο Φῶς. Καί ἐκεῖνος πού θά ἀκολουθῆ τόν Χριστό συνεχῶς δέν θά περπατᾶ στό σκοτάδι, ἀλλά θά ἔχη τό φῶς τῆς ζωῆς, ὁπότε θά ζῆ πραγματικά καί θά ὁδηγῆται στήν ζωή.

Ὁ λόγος αὐτός τοῦ Χριστοῦ ἐπιβεβαιώθηκε κατά τόν καλύτερο τρόπο στό ὄρος Θαβώρ, ὅταν ἔλαμψε τό πρόσωπό Του ὅπως ὁ ἥλιος καί τά ροῦχα Του ἔγιναν λευκά ὅπως τό φῶς. Αὐτό εἶναι τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως, ἔτσι Τόν εἶδαν οἱ Μαθητές «ἐν ἑτέρᾳ μορφῆββ» (Μάρ. ιστ΄, 12). Αὐτό τό Φῶς εἶδε ὁ Πρωτομάρτυς Στέφανος στό Συνέδριο, αὐτό τό Φῶς εἶδε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πορευόμενος πρός τήν Δαμασκό, αὐτό ἐπιβεβαιώνουν συνεχῶς οἱ Εὐαγγελιστές στά Εὐαγγέλιά τους καί οἱ Ἀπόστολοι στίς Ἐπιστολές τους.

Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός εἶπε στούς συγχρόνους Του καί δι’ αὐτῶν καί σέ μᾶς: «Ἕως τό φῶς ἔχετε, πιστεύετε εἰς τό φῶς, ἵνα υἱοί φωτός γένησθε» (Ἰω. ιβ΄, 36). Ὅσο ζοῦμε πρέπει νά πιστεύουμε στόν Χριστό, γιά νά γίνουμε παιδιά τοῦ Φωτός.

Ἑπομένως, καθώς τό βράδυ τῆς Ἀναστάσεως ἀκοῦμε τήν προτροπή τοῦ Ἀρχιερέως ἤ τοῦ Ἱερέως νά λάβουμε τό φῶς ἀπό τήν λαμπάδα, σκεπτόμαστε ὅλη αὐτήν τήν θεολογία τοῦ Φωτός, τήν θεολογία τοῦ Φωτός τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, καί γι’ αὐτό σύμφωνα μέ τήν προτροπή, δοξάζουμε τόν Χριστό τόν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν.

Αὐτό σημαίνει ὅτι λαμβάνουμε τό φῶς, κρατᾶμε τήν λαμπάδα μας ἀναμμένη καί ὁμολογοῦμε αὐτήν τήν ἀναστάσιμη ἀλήθεια, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι τό Φῶς τοῦ κόσμου, ὅτι Αὐτός νίκησε τόν θάνατο, ὅτι δέν φοβόμαστε τόν θάνατο, ὁ ὁποῖος δέν εἶναι εἴσοδος στό σκοτάδι τῆς ἀνυπαρξίας, ἀλλά εἶναι μετάβαση ἀπό τόν θάνατο στήν ζωή, ὅτι θά γίνη ἡ ἀνάσταση τῶν σωμάτων καί ἡ συνάντηση μέ τόν Ἀναστάντα Χριστό, ὅτι μπορεῖ μέ τήν δύναμη τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ ἀπό τώρα νά γίνη καί ἡ ἀνάσταση τῆς νοερᾶς ἐνέργειας μέσα μας, πού εἶναι ἡ πρώτη ἀνάσταση, καί εἶναι προοίμιο τῆς Δευτέρας Ἀναστάσεως.

Ἔπειτα, μέ ἀναμμένες τίς λαμπάδες μας τό βράδυ τῆς Ἀναστάσεως στήν θεία Λειτουργία κοινωνοῦμε τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε ἀνάβει τό Φῶς στήν καρδιά μας, τά σώματά μας γίνονται μιά λαμπάδα πού ἔχει μέσα τό φῶς, καί ψάλλουμε θριαμβευτικά «εἴδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν». Μετά τήν θεία Λειτουργία διασχίζουμε τό σκοτάδι τῆς πόλεως ἤ τοῦ χωριοῦ πού ζοῦμε, γεμάτοι ἀναστάσιμη χαρά γιά νά πᾶμε στό σπίτι μας, νά ἀνάψουμε τήν κανδήλα μέ τό ἀναστάσιμο φῶς, ἀλλά καί νά μεταφέρουμε ὅλη τήν χαρά «τήν νίκη τοῦ φωτός» στήν οἰκογένειά μας.

Αὐτή ἡ ἐξωτερικά μέν συμβολική πράξη, ἀλλά ἐσωτερική ἰσχυρή κραυγή τῆς δύναμης τῆς δικῆς μας ψυχικῆς ἀναστάσεως εἶναι τό ἀληθινό νόημα τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἀληθινή ἐλπίδα τῆς ζωῆς, ἡ ἀληθινή βεβαιότητα τῆς δικῆς μας ἀναστάσεως, ἡ ἀληθινή πίστη ὅτι ὁ θάνατος νικήθηκε.

Λοιπόν, ἀγαπητοί ἀδελφοί, «υἱοί τῆς Ἀναστάσεως»: «Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός, καί δοξάσατε Χριστόν, τόν Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν».

Μέ θερμές ἀναστάσιμες εὐχές
Ὁ Μητροπολίτης
+ Ὁ Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Αγαπητοί μου,

Πανηγυρίσαμε σήμερα, από τα βαθειά χαράματα, αλλά και θα πανηγυρίζουμε αυτές τις ημέρες, το μεγάλο γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού. Η αίσθηση που παραμένει μέσα μας, μετά την συμμετοχή μας στο μεγάλο πανηγύρι του Όρθρου, όπου ψάλλονται θαυμάσιοι ύμνοι που είναι γραμμένοι από μεγάλους υμνογράφους, οι οποίοι βίωσαν προσωπικά το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, αλλά κυρίως με την μέθεξή μας στο πανηγύρι της θείας Λειτουργίας, είναι αίσθηση αγάπης, ειρήνης, λυτρώσεως, εσωτερικής αναπαύσεως και πληρότητος.

Η εορτή της Γεννήσεως του Χριστού, όπως και κάθε Χριστολογική εορτή, είναι μια διαρκής πηγή ζωής και εμπνεύσεως, που ζωοποίησε και ζωοποιεί τους ανθρώπους όλων των γενεών. Πόσοι άνθρωποι δεν βρήκαν νόημα ζωής, δεν εμπνεύσθηκαν από το υψηλό νόημα της Γεννήσεως του Χριστού, δεν μαγεύθηκαν από τον πλούτο της αγάπης του Θεού; Αυτή η θεία αγάπη που εκφράζεται και εκδηλώνεται με την ταπείνωση, την κένωση, αναπαύει το πνεύμα μας, που είναι ανήσυχο από το ανθρώπινο μίσος και τον απάνθρωπο εγωϊσμό.

Η Γέννηση του Χριστού αποτελεί την μεγαλύτερη πρόκληση μέσα στην ιστορία της ανθρωπότητος. Δεν πρόκειται για ένα απλό κύκλο μεταξύ γεννήσεως και θανάτου ενός ανθρώπου, όπως το βλέπουμε σε όλες τις θρησκείες, αλλά για Γέννηση του Θεανθρώπου Χριστού, που είναι το κέντρο της ανθρωπότητος και του κόσμου. Πρόκειται για ένωση κτιστού και ακτίστου, θνητού και αθανάτου, και αυτό, πράγματι, αποτελεί την μεγαλύτερη πρόκληση στην ιστορία. Γι’ αυτό ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, αναφερόμενος στην Γέννηση του Χριστού, λέγει ότι αυτό το γεγονός είναι το “μόνον καινόν υπό τον ήλιον”.

Πράγματι, μετά την δημιουργία του κόσμου, όλα τα πράγματα είναι επαναλαμβανόμενα. Η κτίση είναι η ίδια, όπως την δημιούργησε ο Θεός, με την διαφορά ότι μετά την πτώση του ανθρώπου δέχθηκε την φθορά. Κάθε φορά που γεννιέται ένας άνθρωπος, ενεργοποιείται ο λόγος του Θεού “αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γήν και κατακυριεύσατε αυτής” (Γεν. α’, 28). Όλα είναι επαναλαμβανόμενα. Το μόνο καινούριο είναι η Γέννηση του Θεανθρώπου, αφού Αυτός, που είναι ο άκτιστος Λόγος, προσλαμβάνει το κτιστό, Αυτός, που είναι Υιός του Θεού, γίνεται και υιός του ανθρώπου.

Με αυτήν την έννοια η Γέννηση του Χριστού απετέλεσε την μεγαλύτερη πρόκληση μέσα στην ιστορία. Ήταν πρόκληση για την θρησκευτική ηγεσία της εποχής εκείνης, που βασάνιζε τους ανθρώπους με τις τυπικές εξωτερικές διατάξεις, χωρίς να βλέπη την εσωτερική του υπόσταση και αναζήτηση. Ήταν πρόκληση για την λεγομένη τότε κοινωνική συνοχή, την οποία, όμως, εξασφάλιζε η τυραννία και η επιβολή δια των όπλων, αφού οι λαοί ήταν υπόδουλοι στους Ρωμαίους. Ήταν πρόκληση για την λεγομένη ανθρώπινη αξιοπρέπεια, που στηριζόταν απλώς σε εξωτερικούς παράγοντες και εξωτερικές προδιαγραφές, αφού οι άνθρωποι συνήθως αρέσκονται στο να κλείνωνται στο άτομό τους και να βλέπουν μόνο τα αγαθά της ατομικής επιβίωσης. Ο Χριστός με την Γέννησή Του ανέτρεψε όλα τα θρησκευτικά, κοινωνικά και ανθρωποκεντρικά δεδομένα και έδωσε νέο νόημα ζωής. Ο Ίδιος είπε εκείνον τον υπέροχο λόγο: “πύρ ήλθον βαλείν επί την γήν, και τί θέλω ει ήδη ανήφθη;” (Λουκ. ιβ’, 49).

Έτσι, με την ενανθρώπησή Του ήλθε στον κόσμο μια δυνατή και δραστική φωτιά που ανέτρεψε όλα τα δεδομένα. Κατήργησε τις θρησκείες που εκμεταλλεύονταν τους ανθρώπους, ανέτρεψε όλα τα τυραννικά καθεστώτα που βασάνιζαν και τσαλάκωναν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, έβγαλε τον άνθρωπο από την φυλακή της ατομικότητός του. Και βέβαια, το έργο του Χριστού δεν ήταν αρνητικό, αλλά κυρίως θετικό, αφού τον κόσμο τον έκανε Εκκλησία, δημιούργησε έναν καινούργιο κόσμο με μια άλλη παράδοση, της οποίας κέντρο είναι αυτός ο Ίδιος ο Θεάνθρωπος Χριστός, και περιεχόμενο η αγάπη και η ταπείνωση, έδωσε στον άνθρωπο την δυνατότητα να έχει ένα άλλο υψηλότερο και βαθύτερο νόημα ζωής.

Το έργο του Χριστού δεν περιορίζεται μόνον στην εποχή κατά την οποία γεννήθηκε ο Ίδιος, αλλά επεκτείνεται μέσα στην ιστορία. Και σήμερα εξακολουθεί ο Χριστός να αποτελή πρόκληση. Συνήθως ο άνθρωπος αρέσκεται στο επίπεδο σχήμα, δηλαδή στην αισθησιακή απόλαυση, στην ικανοποίηση των αισθήσεων και στην μαγεία του λογικού, στην ενασχόλησή του μόνο με την κοινωνία. Αλλά αυτό αποτελεί ένα μεγάλο πρόβλημα, γιατί στην περίπτωση αυτήν ομοιάζει με τον άνθρωπο εκείνον που στολίζει τον χώρο της φυλακής. Στον εκκοσμικευμένον αυτόν άνθρωπο η Γέννηση του Χριστού δείχνει την έξοδο από την φυλακή του ορθολογισμού και της αισθησιοκρατίας, υποδεικνύει την υπέρβαση του θανάτου και της φθοράς.

Ο Χριστός και σήμερα εξακολουθεί να είναι το ουράνιο εκείνο πύρ, η δυνατή εκείνη φωτιά που μπορεί να καύση κάθε μικρό και άρρωστο, κάθε αποσπασματικό και τυραννικό. Μπορεί να μας προσφέρη ένα άλλο υψηλό και διαφορετικό νόημα ζωής. Μπορεί να μας βγάλη από την φυλακή του ατομισμού, της τυραννίας του ορθού λόγου και των αισθήσεων. Μπορεί να γεννήση μέσα μας μια καινούρια ζωή.

Είθε η Χάρη του Χριστού να πυρπολήση τις καρδιές μας και να μας δώση ένα άλλο νόημα ζωής, υψηλότερο από τα γνωστά νοήματα που συνδέονται με το κτιστό, το ανθρώπινο και το θνητό.

Η Χάρη του Ενανθρωπήσαντος Χριστού να είναι πάντα μαζί σας.

Με πατρικές ευχές και ευλογίες

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Τα γεγονότα τα οποία εορτάζουμε αυτές τις ημέρες είναι θεϊκά και ανθρώπινα, αφού ο Θεός Λόγος, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, προσλαμβάνει ανθρώπινη σάρκα και έρχεται στα ημέτερα, αλλά και ο άνθρωπος ανυψώνεται στα θεϊκά. Επομένως, αυτές τις ημέρες εορτάζουμε την Γέννηση του Χριστού, αλλά και την αναγέννηση του ανθρώπου, την ενανθρώπηση του Λόγου, αλλά και την θέωση του ανθρώπου, την έλευση του Θεού Λόγου στην γη, αλλά και την ανύψωση του ανθρώπου στον ουρανό.

Όλοι οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας εκπλήσσονται στην ανάμνηση και προ παντός στην βίωση αυτού του μεγάλου γεγονότος, της Γεννήσεως του Χριστού, γι’ αυτό και στέκονται εκστατικοί μπροστά στο μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Θεού και της σωτηρίας του ανθρώπου. Σήμερα, την εόρτιο αυτή ημέρα, θα ήθελα να υπενθυμίσω μερικούς λόγους του μεγάλου θεολόγου της Εκκλησίας μας, του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Η ομιλία του στην γενέθλιο ημέρα του Χριστού είναι διαχρονική και γεμίζει την ψυχή με αγαλλίαση και χαρά. Όταν την διαβάζη κανείς, όπως το έκαναν δισεκατομμύρια Χριστιανοί στους δέκα έξη αιώνες, συγκινείται βαθειά, συγκλονίζεται πνευματικά και εκπλήσσεται θεσπέσια. Πρόκειται για έναν ύμνο ζωής και μάλιστα ζωής αληθινής.

Στην αρχή του λόγου του αυτού ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος προτρέπει τους ουρανούς να ευφρανθούν και την γη να αισθανθή αγαλλίαση για τον επουράνιον Θεό, που όμως έγινε επίγειος, καθώς επίσης προτρέπει τους ακροατάς του να αισθανθούν αγαλλίαση λόγω της ενανθρωπήσεως του Χριστού, και μάλιστα αγαλλίαση από τρόμο και χαρά· τρόμο για την αμαρτία, χαρά για την ελπίδα.

Πράγματι, η αμαρτία του Αδάμ μας έρριξε σε βαθειά απελπισία, στον βυθό της απογνώσεως, αφού δεν υπήρχε δυνατότητα σωτηρίας και απολυτρώσεως, λόγω της απωλείας της κοινωνίας μας με τον Θεό. Όμως, η ενανθρώπηση του Χριστού έφερε την ελπίδα της ζωής. Έτσι, ο Χριστός είναι η ελπίδα μας, η χαρά μας και η ζωή μας. Χωρίς τον ενανθρωπήσαντα Χριστό τίποτε δεν είναι ευχάριστο στην ζωή. Τα πάντα γεμίζουν από την πτωμαΐνη του θανάτου. Ο άνθρωπος δεν ευχαριστείται με τίποτε, έξω από τον Χριστό.

Ο μεγάλος όμως θεολόγος της Εκκλησίας, ο υψιπέτης της θεολογίας αετός, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, δεν σταματά στην απλή συνειδητοποίηση του μεγάλου γεγονότος της ενανθρωπήσεως του Χριστού, αλλά προχωρεί στην προτροπή για την προσωπική ανύψωση του ανθρώπου. Με ωραίο και εύστοχο θεολογικό λόγο γράφει: “δεί γαρ με παθείν την καλήν αντιστροφήν”, δηλαδή πρέπει και εμείς να υποστούμε την καλή αντίστροφη πορεία, να ανεβούμε πνευματικά, διότι η ενανθρώπηση του Χριστού έχει σκοπό “ίνα προς Θεόν ενδημήσωμεν ή επανέλθωμεν”. Η ανύψωσή μας, η καλή αντίστροφη πορεία συνδέεται με την μετάνοια, την επιστροφή στον Θεό, την αγάπη προς Αυτόν, που εκφράζεται με την προσευχή και την υπακοή στο θέλημά Του. Πρόκειται για την πνευματική αλλοίωση που συνδέεται με την θεραπεία και την κάθαρση όλων των ψυχικών και σωματικών ενεργειών. Και οι εορταστικές εκδηλώσεις των ημερών αυτών αποβλέπουν σε αυτήν την πνευματική μας αλλοίωση.

Είναι γνωστόν, όμως, ότι η πεπτωκυία ανθρώπινη φύση έχει μια ροπή προς το κακό και την αμαρτία, και μάλιστα εύκολα μετατρέπει όλα τα μεγάλα Χριστολογικά και σωτηριώδη γεγονότα σε επίπεδες και επιπόλαιες γιορτές, μέσα από τις οποίες ικανοποιούνται τα πάθη. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για θρησκειοποίηση των κοσμοσωτηρίων γεγονότων. Πρόκειται για την πτωτική κατάσταση των πρωτοπλάστων και των απογόνων τους, η οποίοι εγκατέλειψαν τον Θεό, την αληθινή ζωή, και δημιούργησαν θρησκείες για να λατρεύουν ψεύτικους Θεούς. Έτσι, από την ζωντανή επικοινωνία με τον Θεό έφθασαν στην θρησκειοποίηση.

Αυτήν την πειρασμική κατάσταση, που είναι έσχατο όριο απονοίας, γνώριζε ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, γι’ αυτό και σε μια αποστροφή του λόγου του θα παραγγείλη στους ακροατάς του να μη εορτάσουν την Γέννηση του Χριστού με δημόσιες πανηγύρεις, αλλά με θεϊκό τρόπο, όχι με κοσμικό αλλά με υπερκόσμιο τρόπο. Τους προτρέπει ακόμη με τον εύστοχο λόγο του: “Εορτάσωμεν μη τα ημέτερα, αλλά τα του ημετέρου, μάλλον δε τα του Δεσπότου· μη τα της ασθενείας, αλλά τα της ιατρείας· μη τα της πλάσεως, αλλά τα της αναπλάσεως”. Πόσοι από τους ανθρώπους δεν περιπίπτουν στον πειρασμό, αντί να εορτάσουν τον ημέτερον, δηλαδή τον Δεσπότη Χριστό, να εορτάζουν τον εαυτό τους, αντί να πανηγυρίζουν τα Χριστούγεννα ως γεγονότα ιατρείας, να τα πανηγυρίζουν πνευματικά ασθενείς. Ο άρρωστος άνθρωπος αρρωσταίνει όλες τις εκδηλώσεις της ζωής, ακόμη και αυτά τα γεγονότα της σωτηρίας του. Μου κάνει δε ιδιαίτερη εντύπωση ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος συνδέει την εορτή της Γεννήσεως του Χριστού με την ιατρεία, αφού ο Χριστός με την ενανθρώπησή Του έγινε το μεγαλύτερο και ισχυρότερο φάρμακο, που θεραπεύει την πνευματική ασθένεια του ανθρώπου.

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Ο εναθρωπήσας Υιός και Λόγος του Θεού είναι η ελπίδα της ζωής μας, ιδιαιτέρως μετά τον πνευματικό θάνατο που συνέβη στον Αδάμ και τον οποίο κληρονομήσαμε και εμείς, είναι η ιατρεία της φύσεώς μας. Δεν μπορούμε να βρούμε πουθενά αλλού την ελπίδα και την θεραπεία. Δεν προσφέρει ελπίδα η ικανοποίηση των ασθήσεων και της λογικής. Δεν ικανοποιούν την πνευματική μας αναζήτηση και δεν θεραπεύουν την βαθειά τραυματισμένη μας ψυχή οι προκλήσεις που προσφέρουν οι δυνατότητες αυτής της ζωής. Ο άνθρωπος πλάστηκε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του Θεού και δεν πρόκειται να ικανοποιηθή ποτέ, αν δεν βρη τον στόχο, που είναι ο Χριστός. Γι’ αυτό, αυτές τις ημέρες ας μη γιορτάσουμε τα “ημέτερα”, αλλά τα “τού ημετέρου”. Αυτός, δηλαδή ο Χριστός, είναι ο πραγματικά δικός μας, ο ημέτερος ημών, που μπορεί να αποβάλη από την ψυχή τον ζόφο, την απόγνωση, την απελπισία και να ενσταλάξη την ελπίδα. Αυτός ο ενανθρωπήσας Υιός και Λόγος του Θεού είναι η ελπίδα και η ιατρεία μας, Ου το άπειρον έλεος είη μετά πάντων υμών.

Με πατρικές ευχές και ευλογίες

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Λαμπρή και ευφρόσυνη η εορτή και πανήγυρη σήμερα. Με ψαλμούς και ύμνους και ωδές πνευματικές, αλλά και αισθήματα ευγνωμοσύνης και δοξολογίας εορτάσαμε την Γέννηση του Υιού και Λόγου του Θεού, αλλά και την θέωση του ανθρώπου. Ευφραίνονται οι ουρανοί και αγαλλιάται η γη “διά τον επουράνιον, είτα επίγειον”, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, δηλαδή για τον Χριστό που ήταν επουράνιος, ο οποίος για την δική μας σωτηρία έγινε επίγειος, χωρίς να εγκαταλείψη τα επουράνια. Αισθανόμαστε πνευματική χαρά για την επιδημία του Θεού στην ζωή μας, και την δική μας ενδημία και επάνοδο στα θεία, τα επουράνια, όπως λέγει και πάλιν ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: “επιδημία Θεού προς ανθρώπους, ίνα Θεόν ενδημήσωμεν ή επανέλθωμεν”. Διότι η εορτή της Γεννήσεως του Χριστού έχει τους δύο αυτούς πόλους, ήτοι την έλευση του Χριστού στα ημέτερα και την άνοδο την δική μας στα θεία. “Δεί γαρ με παθείν την καλήν αντιστροφήν”.

Η σημερινή εορτή των Χριστουγέννων προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία, επειδή καθορίστηκε παγκοσμίως να εορτάζωνται τα δύο χιλιάδες χρόνια από την Γέννηση του Χριστού, και αυτό γίνεται με την είσοδό μας στο έτος 2.000 που είναι το τελευταίο έτος του εικοστού αιώνος. Έτσι έχουμε ιστορία δύο χιλιάδων ετών από τότε που ενηνθρώπησε ο Χριστός, και βεβαίως ως Χριστιανοί έχουμε την δυνατότητα να κάνουμε τον απολογισμό μας, κατά πόσον αφήσαμε την μεγάλη αυτή δωρεά να μεταμορφώση την ζωή μας και να ανακαινίση τον κόσμο. Διότι η ενανθρώπηση του Χριστού δεν είναι μια, ας μου επιτραπή η φράση, ιδιωτική υπόθεση του Θεού, δεν είναι ένα έργο το οποίο δήθεν ήταν αναγκαίο για την Θεότητα, αλλά έγινε για να σώση, να αναπλάση την πεπτωκυία ανθρώπινη φύση. Γι’ αυτό και τίθεται αδυσώπητο το ερώτημα: Οι Χριστιανοί γεύθηκαν τους καρπούς της ενανθρωπήσεως του Χριστού;

Το γεγονός πάντως είναι ότι η ενανθρώπηση του Χριστού άλλαξε τον ρού της ιστορίας, δημιούργησε νέα κατάσταση, ανέτρεψε τον παλαιό κόσμο, τον κόσμο της πλάνης και έδωσε στον άνθρωπο νέα προοπτική. Φυσικά, όταν κάνουμε λόγο για ανακαίνιση του κόσμου, δεν εννοούμε ότι αυτό έγινε απλώς με την Γέννησή Του, αλλά και με όλους τους σταθμούς της θείας Οικονομίας, τον Σταυρό και την Ταφή, την Ανάσταση, την Ανάληψη, και την έλευση του Παναγίου Πνεύματος. Όλα αυτά τα γεγονότα είναι ενωμένα. Με την Γέννησή Του ο Χριστός προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και την θέωσε, αλλά με τον Σταυρό, τον θάνατο και την Ανάστασή Του νίκησε τον θάνατο πάνω στην δική του ανθρώπινη φύση. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την ιστορία και τον χρόνο στην προ του Χριστού και την μετά τον Χριστόν περίοδο. Προ Χριστού η ανθρώπινη φύση ήταν πεπτωκυία και θνητή, μετά Χριστόν είναι θεωμένη και αθάνατη.

Αυτό έχει μεγάλες και συνταρακτικές συνέπειες. Πρό Χριστού οι άνθρωποι ανήκαν σε μια θρησκεία με ωραίες τελετές και προσδοκίες, ενώ μετά Χριστόν δίνεται η δυνατότητα να ανήκουν σε Εκκλησία, που είναι το Σώμα του Χριστού. Προ Χριστού ο πολιτισμός ήταν ανθρωποκεντρικός, ενώ μετά Χριστόν ο πολιτισμός γίνεται Θεανθρωποκεντρικός. Πρό Χριστού επικρατούσε η δουλεία του ανθρώπου στα κτίσματα και σε άλλους ανθρώπους, ενώ μετά Χριστόν κυριαρχεί η ελευθερία του πνεύματος, η απελευθέρωση εν Χριστώ. Δισεκατομμύρια άνθρωποι μετά Χριστόν έζησαν έναν νέο τρόπο ζωής και πολιτείας και έδωσαν την μαρτυρία της νέας ζωής που έφερε στον κόσμο ο Χριστός. Σε κάθε εορτή των Χριστουγέννων πανηγυρίζουμε αυτό το μεγάλο γεγονός, ιδιαιτέρως όμως το κάνουμε σήμερα που οι Χριστιανοί εορτάζουν τα 2.000 χρόνια από την Γέννηση του Χριστού.

Βέβαια, τα πανηγύρια αυτά για να έχουν ουσιαστικό περιεχόμενο πρέπει να γίνωνται μέσα σε ατμόσφαιρα αυτοκριτικής από μάς, τους συγχρόνους Χριστιανούς. Και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να σκεφθούμε δημιουργικά κατά πόσον εμείς, οι σύγχρονοι Χριστιανοί, γευόμαστε αυτούς τους σκοπούς της ενανθρωπήσεως του Χριστού, κατά πόσον η ζωή και η πολιτεία μας εμποτίστηκε από αυτό το μεγάλο ρεύμα της θεώσεως που πέρασε, με την Γέννηση του Χριστού, στην ανθρωπότητα. Και, βεβαίως, πρέπει να ρωτήσουμε κατά πόσον οι πόλεμοι και οι διαμάχες μεταξύ των χριστιανικών Κρατών και οι επιθετικές διαθέσεις προερχόμενες από Χριστιανούς, οι κοινωνικές αδικίες και οι ακαταστασίες στον κόσμο μας, η ανασφάλεια και η απογοήτευση που παρατηρούνται και στους Χριστιανούς, οι αμαρτίες και οι αποστασίες από την ορθόδοξη πίστη, αν όλα αυτά συμβιβάζονται με το αληθινό πνεύμα που έφερε ο Χριστός στον κόσμο με την ενανθρώπησή Του.

Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να γίνη ο εορτασμός των Χριστουγέννων, και μάλιστα τώρα που εισερχόμαστε στα 2.000 χρόνια από την Γέννηση του Χριστού. Γιατί διαφορετικά οι εορταστικές εκδηλώσεις θα είναι κοσμικές. Και βεβαίως εδώ είναι επίκαιρος ο λόγος του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: “εορτάσωμεν μη πανηγυρικώς, αλλά θεϊκώς· μη κοσμικώς, αλλά υπερκοσμίως· μη τα ημέτερα, αλλά τα του ημετέρου, μάλλον δε τα του Δεσπότου· μη τα της ασθενείας, αλλά τα της ιατρείας· μη τα της πλάσεως, αλλά τα της αναπλάσεως”.

Με αυτές τις εόρτιες σκέψεις, οι οποίες είναι απαύγασμα της συμμετοχής μας στο πανηγύρι της θείας Ευχαριστίας, το οποίο είναι μυστήριο της κενώσεως και της αναστάσεως, ιδιαιτέρως αυτήν την ημέρα των Χριστουγέννων, ας ευχηθούμε να τρεφόμαστε όλοι μας διαρκώς από την ακένωτη πηγή του πλούτου της χρηστότητος του Κυρίου, όπως εκδηλώθηκε με την εναθρώπησή Του, και να πλημμυρίζη ολόκληρη η ζωή μας, προσωπική, οικογενειακή, από τον ωκεανό της ζωής του Χριστού.

Με πατρικές ευχές και ευλογίες

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Το αστέρι που καθοδηγούσε τους Μάγους για την ανεύρεση του Χριστού στην Βηθλεέμ, αποτελεί ένα κεντρικό σημείο των διηγήσεων των Ευαγγελιστών για τα γεγονότα της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού. Πρόκειται για ένα γεγονός, για το οποίο λέγονται πολλά και ασχολήθηκαν πολλοί επιστήμονες και αστρολόγοι, προκειμένου να μελετήσουν τί ακριβώς ήταν αυτό το φαινόμενο.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αναφερόμενος στο αστέρι των Μάγων, λέγει ότι ήταν μια λογική δύναμη και όχι ένα απλό αστέρι. Σχολιάζοντας τα σχετικά χωρία των Ευαγγελιστών, λέγει ότι το αστέρι αυτό δεν μοιάζει με άλλα αστέρια. Αυτό φαίνεται: Πρώτον από την πορεία που ακολουθούσε, ήτοι από βορρά προς νότο, ενώ όλα τα αστέρια κινούνται από ανατολάς προς δυσμάς. Δεύτερον, από τον καιρό που το έβλεπαν, αφού δεν το έβλεπαν μόνον την νύκτα, αλλά την ημέρα, πράγμα αδύνατον για τα άλλα αστέρια. Τρίτον, από το ότι άλλοτε κρυπτόταν και άλλοτε εμφανιζόταν, και μάλιστα δεν είχε μόνιμη πορεία, αλλά εκινείτο, όταν έπρεπε να κινήται, και σταματούσε, όταν έπρεπε να σταματήση. Ομοίαζε δηλαδή με τον στύλο της νεφέλης που σταματούσε στο στρατόπεδο των Ιουδαίων ή και ήγειρε το στρατόπεδο για να βιασθούν οι Ιουδαίοι, όταν χρειαζόταν. Τέταρτον, περίεργος ήταν ο τρόπος με τον οποίον οδηγούσε τους Μάγους, αφού κατέβαινε χαμηλά και μάλιστα στάθηκε πάνω από το μέρος που ήταν ο Χριστός, και έτσι τους υπέδειξε το συγκεκριμένο εκείνο σημείο.

Από όλα αυτά ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συμπεραίνει ότι δεν ήταν ένα αστέρι “αλλά δύναμις τις αόρατος εις ταύτην μετασχηματισθείσα την όψιν”, δηλαδή ήταν κάποια αόρατη δύναμη που έλαβε την μορφή του αστέρος. Άλλοι Πατέρες λένε ότι πρόκειται για φωτεινό άγγελο που οδηγούσε τους Μάγους και μάλιστα αυτός ήταν ο αρχάγγελος Γαβριήλ, ο οποίος υπηρέτησε το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού.

Απαντώντας στην ερώτηση γιατί στην περίπτωση των Μάγων ο Θεός τους καθοδήγησε με αστέρι και όχι με άλλους τρόπους, όπως το βλέπουμε σε άλλες περιπτώσεις, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ισχυρίζεται ότι ο Θεός και οι άνθρωποι που αποστέλλει για την σωτηρία των άλλων χρησιμοποιούν εκείνα τα οποία αγαπά κάθε άνθρωπος και με τα οποία έχει εξοικειωθή. Οι Μάγοι, ως αστρονόμοι της εποχής εκείνης, δεν θα έδιναν σημασία, αν αποστέλλονταν Προφήτες, αλλά έδωσαν προσοχή μόνον σε αστέρια, αφού παρακολουθούσαν συνεχώς τον ουρανό. Η σοφία και η αγάπη του Θεού φαίνεται και στο ότι στην αρχή ανέχθηκε να καλέση τους Μάγους με την θέα του αστέρος, ώστε να τους οδηγήση υψηλότερα. Γι’ αυτό, αφού έφθασαν στην φάτνη με την βοήθεια του αστέρος, στην συνέχεια, αφού εν τω μεταξύ ανέβησαν υψηλότερα πνευματικά, συνομιλούσε μαζί τους με άγγελο. Πριν την προσκύνηση του Χριστού τους καθοδηγούσε με άγγελο, που έλαβε την μορφή του αστέρος, μετά όμως την προσκύνηση τους καθοδηγεί απ’ ευθείας με άγγελο.

Ο Θεός μας καθοδηγεί ποικιλοτρόπως προς την σωτηρία, χρησιμοποιώντας εκείνα που αγαπούμε και εκείνα τα οποία συνηθίζουμε να κάνουμε στην ζωή μας. Άλλοτε μας ομιλούν άνθρωποι, άλλοτε καθοδηγούμαστε από την συνείδηση, άλλοτε μας υποδεικνύουν τα πρακτέα τα περιστατικά της ζωής μας, άλλοτε τα γραπτά κείμενα, άλλοτε ο προφορικός λόγος, άλλοτε οι αποτυχίες στην ζωή κλπ. Εάν ο άνθρωπος έχει πνευματικές αισθήσεις και διάθεση ψυχική, τότε μπορεί σε κάθε στιγμή να ακούση την φωνή του Θεού.

Ο άνθρωπος είναι δημιούργημα του Θεού και γι’ αυτό είναι επόμενο, ο Θεός, που έχει την αποκλειστική εξουσία πάνω σε αυτόν, να θέλη την σωτηρία του, να αναστήση την πριν πεσούσα εικόνα. Ποιός γονεύς δεν θα ήθελε το καλό του παιδιού του, δεν θα ήθελε να το βλέπη να βρίσκεται στον σωστό δρόμο; Και όταν βλέπη το παιδί του να ακολουθή εσφαλμένη πορεία, κάνει τα πάντα για να το επαναφέρη. Πολύ περισσότερο αυτό κάνει ο Θεός. Δεν θέλει να βλέπη τον άνθρωπο να βρίσκεται έξω από τον δρόμο της σωτηρίας. Και γι’ αυτό χρησιμοποιεί διαφόρους τρόπους για να του υποδείξη τον δρόμο πλεύσεως προς την Βασιλεία του Θεού. Και, βέβαια, είναι ευτυχής εκείνος που μπορεί να διακρίνη την πρόσκληση και την αγάπη του Θεού.

Η ιστορία όμως των Μάγων μας δείχνει και κάτι άλλο, ότι δηλαδή πρέπει να έχουμε υψηλές επιδιώξεις στην ζωή μας και να μη εξαντλούμαστε στα βιωτικά, τα υλικά και τα εφήμερα πράγματα. Έξω και πάνω από μας υπάρχει κάτι υψηλότερο που πρέπει να προσέχουμε. Δεν είμαστε πλασμένοι για τον κόσμο τούτον. Όσο έχουμε στραμμένο το βλέμμα μας προς τον ουρανό, τόσο και μπορούμε να επιτύχουμε στην γή, δηλαδή θα μπορέσουμε να αποφύγουμε τους Ηρώδεις και τους διαφόρους εχθρούς μας και θα συναντήσουμε τον Χριστό στην φάτνη.

Οι άνθρωποι της εποχής μας δεν έχουν ιδανικά, υψηλές επιδιώξεις, δεν έχουν στηρίγματα, γι’ αυτό και σε κάθε δυσκολία απογοητεύονται, απελπίζονται και παθαίνουν πανικό, με απρόβλεπτες συνέπειες για την ζωή τους και το αιώνιο μέλλον τους.

Αγαπητοί αδελφοί,

Ας προσέξουμε το αστέρι που έχουμε στην ζωή μας, τον Χριστό και τους αγίους, ώστε η πορεία μας να έχη αίσιο τέλος, απηλλαγμένο από δυσκολίες και απρόβλεπτες καταστάσεις.

Εύχομαι σε όλους σας χρόνια πολλά με την Χάρη και το έλεος του Θεού.

Με πατρικές ευχές και ευλογίες

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Εορτάζουμε και εφέτος το μεγάλο γεγονός της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού για την σωτηρία του ανθρώπου και την ανακαίνιση ολοκλήρου της κτίσεως. Ο άνθρωπος είχε χάσει την σχέση και κοινωνία με τον Θεό και αυτό είχε συνέπεια σε όλη την κτίση. Οπότε έπρεπε να γίνη η αποκατάσταση του ανθρώπου εν Χριστώ Ιησού ώστε να ανακαινισθή και η κτίση. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο η εορτή της Γεννήσεως του Χριστού έχει μεγάλη θεολογική σημασία και σπουδαιότητα.

Τό απολυτίκιο της εορτής που είναι πολύ γνωστό και αγαπητό σε όλους μας από τα παιδικά μας χρόνια, δεν περιγράφει απλώς το γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού, αλλά εκφράζει ένα μεγάλο θεολογικό νόημα. Ψάλλουμε κατανυκτικά και συγχρόνως θριαμβευτικά μέσα στην νυκτερινή χριστουγεννιάτικη θεία Λειτουργία: “Η γέννησίς σου Χριστέ ο Θεός ημών, ανέτειλε τώ κόσμω το φώς το της γνώσεως, εν αυτή γάρ οι τοίς άστροις λατρεύοντες, υπό αστέρος εδιδάσκοντο, Σέ προσκυνείν, τον ήλιον της δικαιοσύνης και Σέ γινώσκειν έξ ύψους ανατολήν, Κύριε δόξα Σοι”.

Τά βασικά σημεία του τροπαρίου αυτού, το οποίο αναφέρεται στην προσκύνηση των Μάγων, βρίσκονται στις λέξεις “φώς της γνώσεως”, “τον ήλιον της δικαιοσύνης”, “εξ ύψους ανατολήν”.

Πάντοτε ο άνθρωπος, και ιδιαιτέρως αυτό γινόταν και από τούς αρχαίους Έλληνας φιλοσόφους, αναζητούσε να αποκτήση την γνώση του Θεού και του κόσμου. Αναπτύχθηκαν πολλά φιλοσοφικά και επιστημονικά συστήματα γύρω από το θέμα αυτό, αλλά κανένα δεν ικανοποιούσε την πείνα και την δίψα του ανθρώπου. Τό ένα σύστημα αναιρούσε το άλλο. Πρόκειται για μαγικά, ορθολογιστικά, ανθρωπομορφικά, μυστικιστικά και μεταφυσικά συστήματα. Όμως, η γνώση του Θεού συνδέεται με το Φώς το οποίο εξέλαμψε με την Γέννηση του Θεανθρώπου Χριστού. Είναι γνώση ενός θείου προσώπου και όχι γνώση των ιδεών και των αρχών βάσει των οποίων δήθεν δημιουργήθηκε ο κόσμος.

Τό φώς αυτό της γνώσεως συνδέεται με τον Ήλιο της δικαιοσύνης, τον Χριστό. Δέν πρόκειται για τον κτιστό ήλιο που οι πρόγονοί μας ελάτρευσαν ως θεό σε μιά περίοδο της ιστορίας, αλλά για τον άκτιστον Ήλιον της δικαιοσύνης, τον Χριστό. Είναι ένας Ήλιος που φωτίζει και ζεσταίνει την ψυχή του ανθρώπου και ζωογονεί το σώμα του, που τον καθοδηγεί στην οδό της αληθείας, που τον οδηγεί στην βίωση της αιωνίου ζωής.

Καί βέβαια αυτό το Φώς της γνώσεως, ο Ήλιος της δικαιοσύνης και η εξ ύψους Ανατολή είναι αυτός ο ίδιος ο Χριστός, ο οποίος αποκαλύφθηκε στούς ανθρώπους και μετέδωσε την αληθινή γνώση. Δέν πρόκειται για μιά γνώση που προέρχεται από την ανθρώπινη προσπάθεια και την γνώση των γήϊνων πραγματικοτήτων, αλλά είναι αποκάλυψη αυτού του ιδίου του Θεού στην καρδιά του ανθρώπου.

Τό απολυτίκιο, λοιπόν, της Γεννήσεως του Χριστού κάνει λόγο για το Φώς της γνώσεως, που συνδέεται με την ανατολή του Ηλίου της δικαιοσύνης και είναι έκφραση της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο. Καί αυτά τα σημεία έχουν μεγάλη σημασία για την εποχή μας.

Ζούμε σε μιά εποχή που όλοι αναζητούν την γνώση των ανθρωπίνων πραγμάτων, αλλά και αυτού του ιδίου του Θεού. Τά μέσα με τα οποία μεταδίδεται αυτή η γνώση αυξάνονται καθημερινά. Ο άνθρωπος θέλει να μάθη τα μυστικά του σύμπαντος, τα μυστικά που κρύβονται μέσα στον εαυτό του, τα μυστικά της αρχής που κυβερνά και διέπει τον κόσμο. Αναζητά να βρή συστήματα ώστε να επικρατήση επί τέλους η δικαιοσύνη πάνω στην γή και να παύσουν οι αδικίες και οι πόλεμοι. Όμως, επειδή αυτή η αναζήτηση στηρίζεται σε ανθρώπινες δυνάμεις δεν μπορεί να ικανοποιήση το πνεύμα του ανθρώπου. Θά πληθαίνουν οι γνώσεις, αλλά ο άνθρωπος θα παραμένη πεινασμένος και διψασμένος.

Εμείς οι Χριστιανοί γνωρίζουμε εκ πείρας ότι “το Φώς της γνώσεως”, “ο Ήλιος της δικαιοσύνης”, “η Ανατολή των ανατολών” είναι ο Χριστός, όπως βιώνεται μέσα στην Εκκλησία που είναι το Σώμα Του, και διά Αυτού γνωρίζουμε τον Πατέρα και έχουμε κοινωνία με το Άγιον Πνεύμα, το οποίο Εκείνος αποστέλλει στον κόσμο. Αυτή η υπαρξιακή γνώση δίδει άλλο νόημα και σκοπό στην ζωή μας. Αυτό το φώς του Ηλίου της δικαιοσύνης βγάζει την ύπαρξή μας από το σκοτάδι της αγνοίας.

Άς ευχηθούμε αυτό το Φώς της γνώσεως, αυτός ο Ήλιος της δικαιοσύνης να καταυγάση τις ψυχές μας, ώστε να βλέπουμε με άλλη προοπτική τον κόσμο, και την ζωή μας.

Μέ πατρικές ευχές και ευλογίες

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Και πάλι μέσα στην χειμωνιάτικη ατμόσφαιρα των ημερών αυτών, πανηγυρίζουμε την αγάπη και την ευσπλαχνία του Θεού που έγινε άνθρωπος, για να γίνουμε εμείς υιοί κατά Χάρη του Θεού. Όλα τα τροπάρια της Εκκλησίας, με τα οποία πανηγυρίζεται η εορτή της Γεννήσεως του Χριστού και τα οποία εγράφησαν από αγίους ανθρώπους, που έζησαν στην προσωπική τους ζωή την ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού, αποπνέουν αυτό το άρωμα της αγάπης, της ευσπλαχνίας και της φιλανθρωπίας του Θεού.

Μέσα σε αυτό το κλίμα της αγάπης και της ευσπλαχνίας του Θεού ακούγεται και ο λόγος του Αποστόλου Παύλου: “καί ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον· Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκηρύχθη εν έθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω, ανελήφθη εν δόξη» (Α´ Τιμ. γ´, 16).

Ο Απόστολος Παύλος αναφέρει τον λόγο αυτό μέσα σε μια ενότητα για το ποιά πρέπει να είναι η ζωή του Επισκόπου και γενικότερα του Κληρικού, ποιό είναι το έργο του, ποιό πρέπει να είναι το κήρυγμά του και τί είναι η Εκκλησία. Τελικά, το έργο του Κληρικού είναι να κηρύττη συνεχώς το μέγα μυστήριο της σωτηρίας, που είναι το ότι ο Θεός φανερώθηκε με την ανθρώπινη σάρκα, δικαιώθηκε με το Άγιο Πνεύμα, εμφανίσθηκε στους αγγέλους, κηρύχθηκε στα έθνη, έγινε πιστευτός στον κόσμο, αναλήφθηκε με δόξα. Και αυτό το κήρυγμα ήταν ο κεντρικός πυρήνας της διδασκαλίας των Αγίων Αποστόλων και γενικότερα της Εκκλησίας.

Πράγματι, ο Θεός με την Γέννησή Του έδειξε ότι δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα, ούτε ένας απλός άνθρωπος. Στο πρόσωπο του Υιού και Λόγου του Θεού έγινε η ένωση της ανθρωπίνης φύσεως με την θεία φύση, πράγμα που συνετέλεσε στην σωτηρία του ανθρώπου. Ο Υιός και Λόγος του Θεού ενηνθρώπησε εν Αγίω Πνεύματι και ως Θεάνθρωπος φανερώθηκε στους αγγέλους, οι οποίοι προηγουμένως δεν μπορούσαν να δούν τον Θεό, κηρύχθηκε στα Έθνη, πιστεύθηκε στον κόσμο και ανελήφθηκε με δόξα.

Ο σεσαρκωμένος Θεός είναι η δόξα μας και η ζωή μας. Αυτόν μπορούμε να αισθανόμαστε ως Πατέρα, στο Σώμα Του μπορούμε να ανήκουμε με το Βάπτισμα και την όλη εκκλησιαστική ζωή, το Σώμα Του μπορούμε να τρώμε και το αγιασμένο Του Αίμα μπορούμε να πίνουμε, την παρουσία Του μπορούμε να αισθανόμαστε κοντά μας, Αυτόν μπορούμε να ελπίζουμε να δούμε εκτυπώτερα μετά την κοίμησή μας, κυρίως μετά την Δευτέρα Παρουσία Του, δι’ Αυτού μπορούμε να αισθανθούμε την αγάπη του Ουρανίου Πατρός και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος. Δεν έχουμε κανένα άλλο κήρυγμα πιο πειστικό και πιο αποτελεσματικό να κάνουμε στους ανθρώπους. Όλα τα άλλα είναι μικρά, ανθρώπινα, πτωχά, ανίκανα να δώσουν νόημα και ζωή.

Στο χωρίο όμως που αναφέραμε, ο Απόστολος Παύλος χρησιμοποιεί και μια φράση που είναι σημαντική: «Μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον».

Κατ’ αρχάς, η ενανθρώπηση του Χριστού είναι πράγματι ένα μυστήριο. Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή το μέγα μυστήριο της ενανθρωπήσεως «αεί μένει μυστήριον» για την ανθρώπινη λογική, για το πώς, δηλαδή, έγινε η ένωση θείας και ανθρωπίνης φύσεως. Κατά τον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, η θεοπλασία του Χριστού, που έγινε για μάς, δηλαδή η Γέννησή Του κατά την ανθρώπινη φύση «καί άρρητος εστι λόγω παντί, και άγνωστος νώ παντί», ακόμη και στους αγγέλους. Το μυστήριο αυτό δεν κατανοείται με την ανθρώπινη λογική, αλλά βεβαιώνεται με την εμπειρία που αποκτούμε μέσα στην Εκκλησία. Δεν είναι υπόθεση διανοίας, αλλά μια βεβαιότητα καρδίας. Πράγματι, όποιος ζη με μετάνοια και τηρεί τις εντολές του Χριστού αισθάνεται μέσα στην καρδιά του τις ενέργειες του Θεού και κατ’ αυτόν τον τρόπο υπερβαίνει όλα τα δεινά του ανθρωπίνου βίου και αυτόν ακόμη τον θάνατο.

Έπειτα, ο Απόστολος Παύλος κάνει λόγο για «μυστήριον της ευσεβείας». Η Ορθόδοξη ευσέβεια δεν είναι μερικοί εξωτερικοί τύποι και μια συμμόρφωση σε μερικούς κανόνες καλής, έστω και θρησκευτικής, συμπεριφοράς, αλλά είναι η αλλοίωση της ζωής μας από το γεγονός της ενανθρωπήσεως του Χριστού. Πρόκειται για μια ευσέβεια που στηρίζεται στην θεολογία της ενανθρωπήσεως του Χριστού και στην μεταμόρφωση της υπάρξεώς μας από όλο το μυστήριο της θείας οικονομίας.

Αυτό είναι το κήρυγμα της Εκκλησίας· αυτή είναι η πίστη και το έργο των Κληρικών· αυτή είναι η ουσία της χριστιανικής - εκκλησιαστικής ζωής· αυτή είναι η ελπίδα μας και η απαντοχή μας· αυτό είναι το νόημα της ζωής μας· αυτό είναι «τό μέγα της ευσεβείας μυστήριον». Το κήρυγμα της Εκκλησίας δεν είναι θρησκευτικά λόγια και θρησκευτικά συναισθήματα, δεν είναι ανθρώπινοι στοχασμοί και καλές σκέψεις, δεν είναι ποικιλόμορφες φαντασίες και ευγενικοί τρόποι συμπεριφοράς, δεν είναι αναλύσεις κοσμικών και ιστορικών γεγονότων και συμμετοχή σε κοινωνικές και πολιτικές διαδικασίες, αλλά είναι ομολογία της θεολογίας της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού και ποιμαντική για την αναγέννηση του ανθρώπου. Αυτός είναι ο πυρήνας της εκκλησιαστικής ζωής, το κέντρο της ποιμαντικής διακονίας κάθε Κληρικού και το περιεχόμενο του εκκλησιαστικού κηρύγματος.

Όταν ένα τέτοιο μυστήριο ενεργείται και κηρύσσεται στους ανθρώπους, τότε η Εκκλησία επιτελεί το έργο της, που είναι η σωτηρία των ανθρώπων και η ανακαίνιση ολοκλήρου της κτίσεως.

Αδελφοί, αυτήν την ημέρα των Χριστουγέννων, ημέρα θεολογικής αγάπης και εκκλησιαστικής στοργής, πρέπει να ακουσθή ο λόγος του Αποστόλου Παύλου: «καί ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον· Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκηρύχθη εν έθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω, ανελήφθη εν δόξη». Αυτό είναι το κήρυγμα της αληθινής ζωής.

Η Χάρη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και το άπειρο έλεός Του να είναι μαζί σας.

Με εόρτιες ευχές

Ο Μητροπολίτης

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Οἱ ἑορτές τῆς Ἐκκλησίας μας ἔχουν σκοπό νά ἀνατροφοδοτοῦν τήν ζωή μας καί νά μᾶς βοηθοῦν νά ἀνακαλύπτουμε περισσότερο ὄχι μόνον τόν σκοπό μας ὡς ἀνθρώπων, ἀλλά κυρίως ὡς Χριστιανῶν. Ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο γιά νά μᾶς ἀνυψώση ἀπό τόν κόσμο, ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά μᾶς κάνη κατά Χάριν θεούς, προσέλαβε τό θνητό, παθητό καί φθαρτό σῶμα, χωρίς τήν ἁμαρτία, γιά νά μᾶς ἀπαλλάξη ἀπό τήν ἁμαρτία, τόν θάνατο καί τόν διάβολο. Ἔτσι, ἀνατροφοδοτεῖται ἡ ζωή μας καί καταλαβαίνουμε τό νόημα τῶν χριστιανικῶν ἑορτῶν.

Τήν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων, κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου, ψάλλουμε τό καταπληκτικό «ἐξαποστειλάριον»: «Ἐπεσκέψατο ἡμᾶς ἐξ ὕψους ὁ Σωτήρ ἡμῶν, Ἀνατολή ἀνατολῶν, καί οἱ ἐν σκότει καί σκιᾷ, εὕρομεν τήν ἀλήθειαν καί γάρ ἐκ τῆς Παρθένου, ἐτέχθη ὁ Κύριος». Στό τροπάριο αὐτό ὁ Χριστός καλεῖται Κύριος, Σωτήρ, Ἀνατολή ἀνατολῶν, πού φώτισε ὅσους βρίσκονταν στό σκοτάδι καί τήν σκιά, καί ἐμεῖς δι' Αὐτοῦ βρήκαμε τήν ἀλήθεια.

Ἐντύπωση προξενεῖ ὅτι ὁ Χριστός καλεῖται «Ἀνατολή ἀνατολῶν» πού φωτίζει αὐτούς πού βρίσκονται στό σκοτάδι καί τήν σκιά.

Ἀνατολή καλεῖται ἡ ἐμφάνιση στόν ὁρίζοντα ἑνός οὐρανίου σώματος, γι’ αὐτό λέμε «ἀνέτειλε ὁ ἥλιος» ἤ ἔγινε «ἡ ἀνατολή τοῦ ἡλίου». Ἀνατολή λέγεται καί ἡ ὥρα καί τό σημεῖο τοῦ ὁρίζοντα ἀπό τό ὁποῖο ἀνατέλλει ὁ ἥλιος. Ἐπίσης, ἀπό πλευρᾶς γεωγραφικῆς, ἀνατολή ὀνομάζεται ὁ χῶρος πού βρίσκεται πρός τό μέρος πού ἀνατέλλει ὁ ἥλιος, γι’ αὐτό προσδιορίζουμε τά σημεῖα τῆς γῆς ὡς ἀνατολή καί δύση, ὡς ἀνατολικές καί δυτικές χῶρες.

Ὁ Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησή Του εἶναι ὁ ὁλόλαμπρος ἥλιος, ἀπό τόν ὁποῖον ἐκπορεύεται τό ἄκτιστο Φῶς τῆς Θεότητος, γι’ αὐτό τά Χριστούγεννα εἶναι ἡ ἀνατολή τῆς θείας ἀγάπης καί τῆς φιλανθρω¬πίας τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ «Ἀνατολή τῶν ἀνατολῶν», ἡ πιό εὐλογημένη ἀνατολή πού ἔλαμψε στόν κόσμο καί φυγάδευσε τό σκοτάδι τῆς πλάνης, τῆς ἁμαρτίας, τοῦ μίσους καί τοῦ θανάτου. Τί καταπληκτική εἶναι αὐτή ἡ φράση «Ἀνατολή ἀνατολῶν»!

Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή θέλω νά ὑπενθυμίσω ὅτι ὁ γεωγραφικός χῶρος τῆς ἀνατολῆς, ὅπου πρίν αἰῶνες ἀνέτειλε ὁ Χριστός, πού εἶναι ἡ «Ἀνατολή τῶν ἀνατολῶν», αὐτήν τήν περίοδο βρίσκεται στό σκοτάδι καί τήν σκιά τοῦ θανάτου. Βέβαια, στήν Βηθλεέμ, τά Ἱεροσόλυμα καί γενικότερα στήν Παλαιστίνη ἐπικρατεῖ σχετική ἠρεμία, ἀλλά στήν εὐρύτερη περιοχή, ὅπου δημιουργήθηκαν οἱ πρῶτες ἀρχαῖες Χριστιανικές Ἐκκλησίες, ἐπικρατεῖ ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ πολέμου, ἐξελίσσεται ἕνας νέος παγκόσμιος πόλεμος ἀπό ἐσωγενεῖς καί ἐξωγενεῖς παράγοντες.

Οἱ εἰδήσεις εἶναι φρικιαστικές. Ἄν περιορισθοῦμε στόν Χριστιανικό καί Ὀρθόδοξο πληθυσμό, παρατηροῦμε ὅτι Χριστιανικοί Ναοί γκρεμίζονται ἤ βομβαρδίζονται, Χριστιανοί φυλακίζονται, βασανίζονται, ἐκδιώκονται καί ἀποκεφαλίζονται, ὁ Χριστιανισμός συρρικνώνεται καί ἐξαφανίζεται.

Αὐτές τίς ἡμέρες σκεπτόμουν ἔντονα μέ ἰδιαίτερο πόνο: Πόσοι Χριστιανικοί Ναοί στήν περιοχή τῆς ἀνατολῆς θά ἀνοίξουν γιά νά ψαλλοῦν τά θαυμάσια καί θεόπνευστα χριστουγεννιάτικα τροπάρια; Πόσοι Χριστιανοί θά μπορέσουν νά ἐκκλησιασθοῦν καί νά κοινωνήσουν τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ; Πόσοι πιστοί θά ἀκούσουν τόν ἀγγελικό ὕμνο «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνῃ ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία»; Πόσα παιδιά θά γευθοῦν τήν θαλπωρή τῶν ἡμερῶν αὐτῶν; Πόσοι θά αἰσθανθοῦν τό φῶς τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ καί ὄχι τό σκοτάδι τοῦ πολέμου καί τοῦ θανάτου;

Τραγικές εἶναι οἱ συνθῆκες ζωῆς στήν ἀνατολή, ἀλλά καί σέ ἄλλα μέρη τῆς γῆς, πού προέρχονται ἀπό τήν κακία, τό μῖσος τῶν ἀνθρώπων πού ζοῦν χωρίς Χριστό. Καί ἐμεῖς πού ἀπολαμβάνουμε αὐτήν τήν ἐξωτερική ἠρεμία καί εἰρήνη πρέπει νά προσευχόμαστε γιά τά ἀδέλφια μας πού βρίσκονται σέ αὐτές τίς τραγικές συνθῆκες ζωῆς.

Ὅμως, ὁ Χριστός ἐξακολουθεῖ νά εἶναι ἡ «Ἀνατολή ἀνατολῶν», παρά τίς δυσμενεῖς καταστάσεις, γιατί ἐργάζεται μυστικά στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων, ζῆ μυστικά καί ἥσυχα μέσα στήν καρδιά τους, καί ἀνατέλλει σέ αὐτούς πού Τόν ἐπικαλοῦνται δυνατά καί τούς χορηγεῖ τό φῶς τῆς γνώσεως, τῆς ἀληθείας καί τῆς ζωῆς. Ὁ Χριστός, ἡ «Ἀνατολή τῶν ἀνατολῶν», ἀνατέλλει τό Φῶς Του καί μέσα στίς κατακόμβες, στίς φυλακές, στά σπήλαια τῆς ἐρήμου, στήν ἀκαταστασία τοῦ πολέμου.

Κυρίως, μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου ἐπικρατεῖ τό μεγαλύτερο σκοτάδι τῆς ἄγνοιας τοῦ Θεοῦ, τῆς πείνας γιά Θεό, τῆς δίψας γιά αἰώνια ζωή, ἐκεῖ ἐπικρατεῖ ἡ σκιά τοῦ ζοφεροῦ θανάτου. Ἐκεῖ πρέπει νά ἀνατείλη ἡ «Ἀνατολή τῶν ἀνατολῶν», ἐκεῖ νά γεννηθῆ ἡ ἔνσαρκη ἀγάπη, ἡ θεανθρώπινη φιλανθρωπία, ἡ ὑψίστη τρυφερότητα.

Εὔχομαι σέ ὅλους σας νά δῆτε τήν «Ἀνατολή τῶν ἀνατολῶν», δηλαδή τόν Χριστό, καί νά γεμίση ἡ ζωή σας ἀπό τό θεῖο Φῶς καί τήν ἀθάνατη ζωή. Ἀκόμη προσεύχομαι ὥστε ὅλοι οἱ ἀδελφοί μας πού ζοῦν σέ ὅλα τά μέρη τῆς γῆς νά αἰσθανθοῦν στήν καρδιά τους καί στήν ζωή τους τήν ἀνατολή τοῦ θείου Φωτός καί νά δοῦν τό τέλος τῶν δοκιμασιῶν τους, τήν φυγάδευση τοῦ σκότους καί τήν ὑπέρβαση τῆς σκιᾶς τοῦ θανάτου.

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Χριστουγεννιάτικη Ἐγκύκλιος

Ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγέννων εἶναι θεολογική ἑορτή, ὅπως καί ὅλες οἱ ἑορτές τῆς Ἐκκλησίας μας, καί ὄχι κοσμική ἑορτή, ὁπότε πρέπει νά τήν πανηγυρίζουμε θεολογικά. Ὅταν κάνουμε λόγο γιά θεολογία, δέν ἐννοοῦμε μιά ξηρή διανοητική γνώση, ἀλλά γιά τήν ἐμπειρία τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Θεολογία εἶναι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, πού γίνεται μέ τήν μετάνοια, τήν προσευχή, τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, τήν κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, τήν θέα τοῦ Θεοῦ.

Ἡ θεολογία τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων εἶναι ὅτι ὁ ἄσαρκος Λόγος σαρκοῦται, ὁ ἀναφής ψηλαφᾶται, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος γίνεται ἄνθρωπος, ἡ Παλαιά Διαθήκη ἑνώνεται μέ τήν Καινή Διαθήκη. Βέβαια, ὁ ἄσαρκος Λόγος, τό Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος σαρκώθηκε τήν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἀλλά τήν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων γεννήθηκε καί ἔγινε γνωστή ἡ ἐνανθρώπησή Του στούς ἀγγέλους καί τούς καθαρούς κατά τήν καρδία, ἤτοι τούς Ποιμένες καί τούς Μάγους.

Οἱ Προφῆτες καί οἱ δίκαιοι στήν Παλαιά Διαθήκη ἔβλεπαν τόν ἄσαρκο Λόγο, δηλαδή τό Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος χωρίς σάρκα, μέσα στό θεῖο Φῶς καί γι’ αὐτό ἔκαναν τήν διάκριση μεταξύ τοῦ ἀκτίστου Ἀγγέλου τοῦ Θεοῦ καί τῶν κτιστῶν ἀγγέλων. Ὅλες οἱ ἐμφανίσεις τοῦ Θεοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη ἦταν ἐμφανίσεις τοῦ ἀσάρκου Λόγου, καί διά τοῦ Λόγου οἱ Προφῆτες ἀποκτοῦσαν γνώση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό καί ὁμιλοῦσαν γιά Θεό, Κύριο τῆς δόξης, Πνεῦμα Θεοῦ.

Ὅμως, τήν ἡμέρα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ φάνηκε σέ ὅσους εἶχαν προετοιμασθῆ πνευματικά, ὅτι Αὐτός ὁ ἄσαρκος Λόγος προσέλαβε σάρκα, ἔγινε ἄνθρωπος, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος: «Καί ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν. καί ἐθεασάμεθα τήν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρά πατρός, πλήρης χάριτος καί ἀληθείας» (Ἰω. α΄, 14). Γι’ αὐτό τήν ἡμέρα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ δοξολόγησαν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πανηγύρισαν τό μεγάλο αὐτό μυστήριο τῆς ἑνώσεως Θεοῦ καί ἀνθρώπου, θείας καί ἀνθρωπίνης φύσεως. Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι «τό μόνον καινόν ὑπό τόν ἥλιον» ἀπό τότε πού δημιουργήθηκε ὁ κόσμος.

Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε ἀνθρώπινο σῶμα, χωρίς νά παύση νά εἶναι Θεός καί ὁμίλησε, δίδαξε, θαυματούργησε, σταυρώθηκε, ἀναστήθηκε, ἀναλήφθηκε στόν οὐρανό καί ἔστειλε τό Ἅγιον Πνεῦμα διά τοῦ ὁποίου ἔκανε τήν Ἐκκλησία Σῶμα Του. Ἔτσι, τώρα ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι πνευματική, ἀλλά τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, καί ὁ Χριστός εἶναι ἡ Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό ἔχει βαθειές ἐκκλησιολογικές συνέπειες, τίς ὁποῖες πρέπει νά γνωρίζουμε ὅλοι οἱ Χριστιανοί.

Ἡ πρώτη ἐκκλησιολογική συνέπεια εἶναι ὅτι ἡ σχέση καί κοινωνία μας μέ τόν Θεό δέν εἶναι ἀφηρημένη, ἰδεολογική, συναισθηματική, ἀλλά ψυχοσωματική, ἀφοῦ ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξή μας, πού ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα, ἑνώνεται μέ τόν Χριστό. Μέ τό Βάπτισμα καί τό Χρίσμα γινόμαστε μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί μέ τήν θεία Κοινωνία τρῶμε τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί πίνουμε τό Αἷμα Του. Ὁ  Ἴδιος εἶπε: «Λάβετε φάγετε τοῦτό ἐστι τό σῶμά μου», «πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· τοῦτο γάρ ἐστι τό αἷμά μου» (Ματθ. κστ΄ 27-28). Αὐτό δέν θά μποροῦσε νά γίνη, ἐάν ὁ Χριστός δέν γινόταν ἄνθρωπος. Ἔτσι, τώρα δέν προσευχόμαστε μόνον στόν Θεό, ἀλλά μετέχουμε τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματός Του.

Ἡ δεύτερη ἐκκλησιολογική συνέπεια εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἁπλῶς μιά θρησκευτική ὀργάνωση ἤ ἕνα ἐκκλησιαστικό καί φιλανθρωπικό σωματεῖο, ἀλλά τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου κεφαλή εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός. Ὅπως τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἔχει μία κεφαλή, γιατί ἄν εἶχε πολλές κεφαλές θά ἦταν τέρας, ἔτσι καί ἡ Ἐκκλησία ἔχει μία κεφαλή πού εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτόν δεχόμαστε, σέ Αὐτόν πιστεύουμε, Αὐτός εἶναι ὁ ἀπόλυτος Κύριος τῆς ζωῆς μας. Καί ὅπως ἡ κεφαλή ἔχει ἕνα σῶμα, γιατί διαφορετικά θά ἦταν τερατώδης ὕπαρξη, ἔτσι καί ὁ Χριστός, ἡ Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ἕνα σῶμα, τήν μία, ἁγία, καθολική καί ἀποστολική Ἐκκλησία.

Ἡ ἄποψη πού διατυπώνεται ἀπό μερικούς, ὅτι διασπάσθηκε ἡ Ἐκκλησία καί ὑπάρχουν πολλές Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες ἔχουν διαφορετικές ἀλήθειες, εἶναι κακόδοξη. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία καί αὐτή εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη καί ὅσοι ἀπομακρύνθηκαν ἀπό αὐτήν πρέπει νά ἐπιστρέψουν γιά νά ἔχουν κοινωνία μέ τήν Κεφαλή καί μέ τά ἄλλα μέλη τοῦ σώματος, γι’ αὐτό στήν θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου προσευχόμαστε: «τούς πεπλανημένους ἐπανάγαγε καί σύναψον τῇ ἁγίᾳ σου καθολικῇ καί ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ».

Ζώντας σέ μιά ἐποχή συγχύσεως ἐννοιῶν καί πραγμάτων, κυρίως στά θεολογικά θέματα, πρέπει νά ὀρθοτομοῦμε τήν ἀλήθεια καί νά ὁμολογοῦμε τήν πίστη μας. Ἕνας «χριστός», πού καλλιεργεῖ ἁπλῶς τό συναίσθημα, ἐνισχύει τήν κοσμική ἐξουσία καί προωθεῖ τό ἐμπόριο εἶναι ἄγνωστος γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ἴσως ἀνώφελος γιά τήν κοινωνία. Αὐτή ἡ πραγματικότητα φαίνεται στό γεγονός ὅτι ὑπάρχουν Κράτη πού χαρακτηρίζονται ὡς χριστιανικά, τά ὁποῖα ὅμως ζοῦν ἀντιχριστιανικά καί ἀντιευαγγελικά, καί αὐτό ἐκδηλώνεται, ἐκτός τῶν ἄλλων, ἀπό τό ὅτι τροφοδοτοῦν μέ ὅπλα τούς ὀπαδούς ἄλλων θρησκειῶν στήν Μέση Ἀνατολή μέ ἀποτέλεσμα νά ἐξαφανίζωνται Χριστιανοί ἀπό τήν περιοχή αὐτή.

Τό γεγονός εἶναι ὅτι ὅσο παραμένει κανείς στήν ἀνόθευτη θεολογία καί ζῆ εὐαγγελικά, τόσο ὑμνεῖ καί δοξάζει τόν ζῶντα Θεό.

Εὔχομαι σέ ὅλους ἔτη πολλά, νά παραμένετε στήν Ὀρθόδοξη πίστη καί νά προσεύχεσθε γιά τούς Χριστιανούς τῆς Μέσης Ἀνατολῆς πού ὑποφέρουν, βασανίζονται καί θανατώνονται, ἐπειδή πιστεύουν στόν Χριστό, ὡς ἀληθινό Θεό.–

 

  • 1
  • 2

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance