Ἡ Ἱερά Μητρόπολη Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου προκηρύσσει διαγωνισμό ζωγραφικῆς μέ θέμα «Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος»

Σχετικό κείμενο καί εἰκόνες εἶναι ἀναρτημένα στήν ἱστοσελίδα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, καθώς καί οἱ ὅροι τοῦ διαγωνισμοῦ.

Ἀφοροῦν παιδιά τῶν Κατηχητικῶν μας, ἀλλά δέν ἐμποδίζονται νά λάβουν μέρος καί φίλοι τους.


Ὅροι συμμετοχῆς:

Ὁ κάθε διαγωνιζόμενος ξεχωριστά, ἤ ὁμάδες παιδιῶν πού θέλουν νά συνεργασθοῦν, ἀφοῦ διαβάσουν καλά τό κείμενο γιά τόν ἅγιο Ἰγνάτιο, θά δημιουργήσουν ἕναν πίνακα (ζωγραφική, ἁγιογραφία, κολλάζ).

Πρέπει νά παραδώσουν τά ἔργα τους στούς Κατηχητές τους ἀμέσως μετά τίς διακοπές τοῦ Πάσχα, δηλαδή τό ἀργότερα μέχρι Κυριακή 30 Ἀπριλίου.

Τά ἔργα ὅλων τῶν παιδιῶν θά τά ἀξιολογήση εἰδική Ἐπιτροπή, πού θά ἐπιλέξη τά καλύτερα καί θά τά βραβεύση κατά τήν ἐκδήλωση λήξης τῶν Κατηχητῶν πού θά γίνη στίς ἀρχές Μαΐου.

Ὅλα τά ἔργα ὅλων τῶν παιδιῶν θά ἀναρτηθοῦν στό Πνευματικό Κέντρο τήν ἡμέρα τῆς λήξης τῶν Κατηχητῶν, ἀλλά θά βραβευθοῦν αὐτά πού θά ξεχωρίσουν, τά ὁποῖα καί θά ἀναρτηθοῦν στήν ἱστοσελίδα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως.

 

Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος:
τό παιδί πού κράτησε στήν ἀγκαλιά Του ὁ Χριστός

 


Ἕνα ἀπό τά ὡραιότερα ἐπεισόδια τῶν Εὐαγγελίων εἶναι τό ἑξῆς. Μιά μέρα πλησίασαν τόν Χριστό κάτι μανάδες μέ τά παιδιά τους στήν ἀγκαλιά, γιά νά τά εὐλογήσει.

Οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ τίς διώχνανε, νά μήν Τόν ἐνοχλοῦν. Ὁ Χριστός ὅμως εἶπε• «Ἄφετε τά παιδία ἔρχεσθαι πρός με»• ἀφῆστε τά παιδιά νά ᾿ρθοῦν κοντά μου (Μᾶρκ. 10,14). Καί τά πῆρε στήν ἀγκαλιά Του τά φτωχά παιδιά τῶν ψαράδων, τά εὐλόγησε καί τούς εἶπε λόγια πατρικά.

Ἕνα ἀπό τά παιδιά ἐκεῖνα, πού πῆρε στήν ἀγκαλιά Του ὁ Χριστός, ἦταν καί ὁ μικρός τότε ἅγιος Ἰγνάτιος. Ὁ Κύριος εἶπε• «Ὅστις ταπεινώσει ἑαυτόν ὡς τό παιδίον τοῦτο, οὗτός ἐστιν ὁ μείζων ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν. καί ὃς ἐάν δέξηται παιδίον τοιοῦτον ἓν ἐπί τῶ ὀνόματί μου, ἐμέ δέχεται»• ὅποιος ταπεινωθεῖ σάν αὐτό τό παιδί, αὐτός εἶναι ὁ ἀνώτερος στήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν• κι ὅποιος δεχθεῖ ἕνα τέτοιο παιδί στό ὄνομά μου, ἐμένα δέχεται (Ματθ. 18,4-5).

Πόσο μεγάλο πράγμα εἶναι νά πηγαίνει ἡ μάνα τά παιδιά της στό Χριστό! Ἄλλοτε εἶχαν χαρά νά βλέπουν τό παιδί τους στό ἀναλόγιο νά λέει τό «Πάτερ ἡμῶν» καί τό «Πιστεύω». Τώρα ἀλλάξανε τά πράγματα. Ὑπάρχουν γονεῖς πού ἐμποδίζουν τά παιδιά τους ν᾿ ἀκοῦνε τά λόγια τοῦ Χριστοῦ.

... Ὅμως παιδί, πού δέν γνωρίζει καί δέν ἀγαπάει τόν Χριστό, εἶναι δυστυχισμένο, ἔστω καί ἂν αὔριο γίνει ἐπιστήμονας καί ἀποκτήσει χρήματα καί μάθει γλῶσσες.

Ἕνα, λοιπόν, ἀπό τά παιδιά αὐτά πού εὐλόγησε ὁ Χριστός ἦταν ὁ Ἰγνάτιος, πού μεγάλωσε κοντά στούς Ἀποστόλους. Γνώρισε τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Θεολόγο καί ἔγινε μαθητής του. Ἀπό τούς ἀποστόλους χειροτονήθηκε διάκος, ἔπειτα παπάς, καί τέλος Ἐπίσκοπος στήν μεγάλη πόλη τῆς Ἀντιόχειας. Εἶναι ὁ δεύτερος ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας μετά τόν Εὔοδο.

Εἶχε ἐπίγνωση τῆς ἀποστολῆς του. Ὅταν λειτουργοῦσε, λέει ὁ βίος του, ἔβλεπε ὀπτασίες, νά γεμίζει ἀγγέλους τό ἅγιο Βῆμα.

Ἦταν Ἐπίσκοπος σ᾿ ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα κέντρα τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνισμοῦ, στήν Ἀντιόχεια, ἀπέναντι ἀπό τήν Κύπρο. Δέν ἦταν τότε εὔκολο νά εἶσαι Χριστιανός. Ὁ χριστιανισμός στοίχιζε συλλήψεις, φυλακίσεις, θάνατο.

Πέρασε τότε ἀπό τήν Ἀντιόχεια ὁ εἰδωλολάτρης βασιλιάς Τραϊανός, πού πήγαινε σέ πόλεμο ἐναντίον τῶν Πάρθων. Σταμάτησε ἐκεῖ κ᾿ ἔμαθε, ὅτι ὑπάρχει στήν πόλη ἕνας Ἐπίσκοπος, πού κάνει μεγάλη θραύση στούς εἰδωλολάτρες. Τόν κάλεσε λοιπόν.

Μόλις τόν εἶδε τοῦ εἶπε•
―Κακοδαίμων καί δυστυχισμένε ἄνθρωπε.
―Ὄχι, ἀπαντᾶ ὁ Ἰγνάτιος• εἶμαι εὐτυχισμένος. Ὅποιος πιστεύει στό Χριστό, εἶναι ὁ πιό εὐτυχισμένος• δυστυχισμένος εἶναι αὐτός πού δέν πιστεύει στό Χριστό, ἔστω καί ἂν ἔχει κορώνα ἐπάνω στό κεφάλι…

Ἔγινε μεγάλος διάλογος, ἀλλά ὁ Ἰγνάτιος ἔμενε ἀσάλευτος στήν πίστη. Στό τέλος ὁ Τραϊανός διατάζει νά τόν συλλάβουν, νά τόν δέσουν, καί νά τόν χτυπήσουν μέ μολύβδινες σφαῖρες. Τοῦ ἅπλωσαν τά χέρια κι ἔβαλαν ἀπό κάτω φωτιά.

Ἄναψαν ξύλα βουτηγμένα στό λάδι καί τοῦ ἔκαιγαν τά πλευρά. Τόν ἔβαλαν ὄρθιο πάνω σέ ἀναμμένα κάρβουνα. Τοῦ ἔξυναν τό σῶμα μέ σιδερένια νύχια. Τίποτε δέν στάθηκε ἱκανό νά τόν κάνει νά ὑποχωρήσει.

Τέλος ὁ αὐτοκράτωρ διατάζει δέκα στρατιῶτες, ἕνα βάρβαρο ἀπόσπα¬σμα, νά τόν μεταφέρουν ἀπό τήν Ἀντιόχεια στήν Ρώμη, γιά νά τόν ρίξουν στά θηρία. Τότε, γιά τό ταξίδι αὐτό χρειάζονταν τρεῖς - τέσσερεις μῆνες.

Δεμένο τόν περνοῦσαν ἀπό πόλη σέ πόλη. Ἀλλ᾿ αὐτός στήριζε τούς Χριστιανούς στήν πίστη. Ὅταν φτάσανε στήν Ρώμη τόν βάλανε στήν φυλακή. Κάποιοι Χριστιανοί ἔκαναν προσπάθειες νά μή θανατωθεῖ. Ὅταν τό ᾿μαθε ὁ ἅγιος, τούς εἶπε ἐκεῖνα τά ἀνεκτίμητα λόγια:

—Ἂν μ᾿ ἀγαπᾶτε, ἂν ἀγαπᾶτε ὄχι τό κορμί μου ἀλλά τήν ψυχή μου, μή φέρνετε ἐμπόδιο στόν ἱερό μου πόθο. Ἀφῆστε με νά μαρτυρήσω γιά τόν Χριστό. Τά δόντια τῶν θηρίων θά γίνουν μύλος πού θά μέ ἀλέσει σάν σιτάρι, γιά νά γίνω καθαρό ψωμί τοῦ Χριστοῦ.

Ἔτσι μίλησε ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος. Καί προσευχήθηκε καί τό ζήτησε αὐτό ἀπό τό Θεό.

Ὅταν ἦρθε ἡ μέρα γέμισε τό ἀμφιθέατρο. Ὁ Ἰγνάτιος στάθηκε ἐκεῖ μέσα ἀτάραχος.

Φέρανε ἕνα κλουβί μέ πεινασμένα λιοντάρια. Ἄνοιξαν τή σιδερένια πόρτα καί τό πρῶτο λιοντάρι πετάχτηκε ἔξω. Ἔπειτα ἄλλο. Καί ὅρμησαν ἴσια ἐπάνω του…

Μπορεῖτε νά φανταστεῖτε τό μαρτύριο• νά πέφτουν πάνω στόν ἅγιο, νά ξεσχίζουν μέ τά νύχια τίς σάρκες του, νά γλείφουν τά αἵματα, καί ν᾿ ἀκούγωνται τά δόντια τους νά θραύουν τά ὀστᾶ του…

Τί ἄγριες σκηνές! Δέν θά ᾿πρεπε στό ἀμφιθέατρο νά εἶναι οὔτε ἕνας ἄνθρωπος. Κι ὅμως μαζεύτηκε πλῆθος, καί γινόταν πάταγος…

Μετά τό μαρτύριο τοῦ ἁγίου μείνανε στό τέλος μόνο μερικά ὀστᾶ. Ἔμεινε καί κάτι ἄλλο πού δέν τό πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, ἐμεῖς ὅμως τό πιστεύουμε. Τά λιοντάρια ἄφησαν ἄθικτη τήν καρδιά τοῦ ἁγίου! Σεβάστηκαν τήν καρδιά, πού ἦταν γεμάτη ἀγάπη καί ἔρωτα γιά τόν Χριστό. Λέει ἡ παράδοση, ὅτι σχίσανε τήν καρδιά, καί μέσα βρῆκαν γραμμένη μέ χρυσά γράμματα τήν φράση «Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ἔρως τῆς ψυχῆς μου».

Ἔτσι ἀποδείχθηκε δίκαιη ἡ ἐπωνυμία του «Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος» διότι ἔφερε μέσα του τόν Χριστό, τόν μόνο ἀληθινό Θεό.

Πῆγαν κατόπιν τήν νύχτα οἱ Χριστιανοί μέ κίνδυνο, σκούπισαν μέ βαμβάκια τά αἵματα τοῦ μάρτυρος, πήρανε τά λείψανα τῶν ὀστῶν του καί τά μετέφεραν στήν Ἀντιόχεια.

Ἐκεῖ ἔμειναν πολλά χρόνια, ἕως ὅτου πῆγαν οἱ Σταυροφόροι τῆς Δύσης, καί ἔκλεψαν τά ἅγια αὐτά λείψανα.

* * *
Αὐτό εἶναι τό μαρτύριο τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου. Τί διδασκόμαστε ἐμεῖς;

Καταδικάζουμε τούς βαρβάρους, πού βλέπανε στό ἀμφιθέατρο τά ἄγρια θεάματα κ᾿ εὐχαριστιόνταν. Ἀλλά μήπως καί ἐμεῖς, ὕστερα ἀπό τήν Ἐκκλησία, πηγαίνουμε σέ ἄθλια θεάματα, βλέπουμε σέ ταινίες νά πυροβολοῦν, νά σκοτώνουν, νά τούς κυνηγᾶ ἡ ἀστυνομία, καί στό τέλος νά βγαίνουν νικητές καί νά τούς χειροκροτοῦν; ....

Ἄν ἦταν ὅλος ὁ λαός ὁμόψυχος, δέν θά μποροῦσε ὁ κάθε ἐκμεταλλευτής νά παρουσιάζει θεάματα πού ξαναγυρίζουν τόν κόσμο στό ἀμφιθέατρο τῆς Ῥώμης.

Τό ἕνα πού διδασκόμαστε εἶναι αὐτό.

Τό δεύτερο ποιό εἶναι; Κάνει ἐντύπωση ἡ ἀγάπη τοῦ Ἰγνατίου. Ἀγαποῦσε τόν Χριστό ὅταν μικρό παιδάκι τόν πῆρε στήν ἀγκαλιά Του. Τόν ἀγαποῦσε ὅταν μεγάλωσε. Τόν ἀγαποῦσε ὅταν ἦταν νέος. Τόν ἀγαποῦσε ὅταν ἔγινε διάκος, ὅταν ἔγινε παπάς, ὅταν ἔγινε Ἐπίσκοπος. Τόν ἀγαποῦσε κι ὅταν ἔγινε πλέον γέροντας. Τόν ἀγαποῦσε μέχρι τό τέλος, μέχρι τά θηρία.

Ἐμεῖς τόν ἀγαποῦμε τόν Χριστό; Ἂν κατέβαινε ἕνας ἄγγελος κι ἄνοιγε τήν καρδιά μας, τί θά ἔβλεπε μέσα; Θά ᾿βρισκε νά εἶναι ὁ Χριστός ὁ ἔρως τῆς καρδιᾶς μας;

Γιορτάζουμε. Καθαρίζουμε τά σπίτια μας, πλένουμε τά ροῦχα μας… Ποῦ ν᾿ ἀνοίξει ὁ ἄγγελος τήν καρδιά μας! Τί θά βρεῖ; Θά βρεῖ μάταιους λογισμούς καί ἐπιθυμίες. Ἐκεῖ εἶναι ἡ καρδιά μας.

Καί ὅμως ὁ Χριστός φωνάζει• «Παιδί μου, δός μου τήν καρδιά σου» (Παροιμ. 23,26). Τί τήν θέλει ὁ Χριστός τήν καρδιά; Νά τήν πλύνει, νά τήν καθαρίσει μέσα στά δάκρυα τῆς μετανοίας, νά τήν κάνει μιά φάτνη κ᾿ ἕναν οὐρανό.

Ἂς τοῦ δώσουμε λοιπόν τήν καρδιά μας. Τότε ἀληθινά κ᾿ ἐμεῖς στήν γῆ θά πατοῦμε ἀλλά στά οὐράνια θά βρισκόμαστε, καί πάνω ἐκεῖ θ᾿ ἀκοῦμε τό «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».