Ἀναστασίου Φιλιππίδη: Ἀπὸ τὰ ἡμερολόγια τοῦ Γιώργου Θεοτοκᾶ

του Αναστασίου Φιλιππίδη

Το 2005 συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τη γέννηση του γνωστού λογοτέχνη Γιώργου Θεοτοκά. Όπως συνηθίζεται σε αυτές τις περιπτώσεις, παρουσιάστηκαν αφιερώματα στον Τύπο και επανεκδόθηκαν ορισμένα έργα του τιμώμενου συγγραφέα. Ανάμεσα σε αυτά, επανεκδόθηκαν τα «Τετράδια Ημερολογίου» (είχαν πρωτοεκδοθή το 1987, αλλά όχι σε πλήρη μορφή). Τα Ημερολόγια καλύπτουν την περίοδο 1939-1953 και παρουσιάζουν με πολλή ζωντάνια τους προβληματισμούς του Θεοτοκά τόσο για την τέχνη του όσο και για τις πολιτικές εξελίξεις σε μια ταραγμένη, παγκοσμίως, περίοδο.

Στο σημερινό άρθρο θα σταθούμε λίγο σε κάποια αποσπάσματα από τις εγγραφές του Ημερολογίου, στα οποία ανιχνεύεται η βαθύτερη στάση της «γενιάς του '30», όπως έχει αποκληθεί, απέναντι στη βυζαντινή τέχνη. Όπως είναι γνωστό, ο Θεοτοκάς αποτέλεσε κεντρικό πρόσωπο της «γενιάς του '30», μια γενιά η οποία αναζήτησε την «ελληνικότητα» πέρα από την αρχαιοπληξία που κυριαρχούσε ως τότε στην εθνική συνείδηση. Στην εποχή μας, καθώς τίθεται με νέους όρους το πρόβλημα της εθνικής μας ταυτότητας και της σχέσης μας με το παρελθόν, οι απόψεις της γενιάς αυτής αποτελούν το αναντικατάστατο βάθρο από το οποίο ξεκινούν οι σύγχρονοι προβληματισμοί.

Οι καλλιτέχνες της γενιάς του '30, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Χατζηκυριάκος-Γκίκας, ο Κόντογλου και άλλοι, είχαν ζήσει στη Δυτική Ευρώπη και ήταν ενήμεροι για τα νεώτερα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής. Γνώριζαν άριστα την Ευρώπη του μεσοπολέμου, η οποία εξαντλώντας σταδιακά τη χριστιανική κληρονομιά, δεν μπορούσε πια παρά να στραφή στο φασισμό η στο μηδενισμό. Ένας μεγάλος ποιητής είχε προτυπώσει αυτή την αίσθηση κενού ήδη από το 1922: “And the dead tree gives no shelter, the cricket no relief / And the dry stone no sound of water”. (Και το ξεραμένο δέντρο δεν προσφέρει πια καταφύγιο, ούτε το τρυζόνι παρηγοριά / Και απ’ τη στεγνή πέτρα δεν βγαίνει ο ήχος του νερού - Τ.Σ. Έλιοτ, «Η Έρημη Χώρα»).

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, η γενιά αυτή, απαλλαγμένη από τα συνήθη συμπλέγματα κατωτερότητας άλλων Ελλήνων διανοουμένων, εντρύφησε στην παράδοση του τόπου, στον ελληνικό τρόπο ζωής. Στους απλούς λαϊκούς ανθρώπους, σ’ έναν χωρικό στη Σκιάθο η σ’ ένα ζωγράφο στη Μυτιλήνη, ανακάλυψε ότι διασώζονταν πολλές από τις παλιές, οικουμενικές αξίες που είχε προσφέρει η Ελλάδα στην ανθρωπότητα. Η ανακάλυψη αυτή δεν ήταν ένας συντηρητικός φολκλορισμός, αντίθετα ξεκινούσε από το βλέμμα του κοσμοπολίτη που γνώρισε «πολλών ανθρώπων άστεα» και συνέχιζε πάντα το διάλογο με τα σπουδαιότερα πνευματικά αναστήματα της Ευρώπης.

Έτσι η γενιά του ’30 δημιούργησε μια πετυχημένη σύνθεση από αυτή τη συνάντηση του μοντερνισμού με την ελληνική παράδοση. Μεταξύ των άλλων, για πρώτη φορά ενσωματώθηκε οργανικά (δηλαδή όχι μεγαλοϊδεατικά) το βυζαντινό παρελθόν στην νεοελληνική τέχνη. Οι δυό εγγραφές από τα «Τετράδια Ημερολογίου» του Θεοτοκά που παραθέτουμε πιο κάτω αποτυπώνουν γλαφυρά και συνοπτικά αυτή την ενσωμάτωση.

Το πρώτο απόσπασμα, γραμμένο την 23η Οκτωβρίου 1941, μεταφέρει μια συζήτηση του Θεοτοκά με τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Ο Κανελλόπουλος, αν και από τα αξιολογότερα πνεύματα της Ελλάδας τον 20ο αιώνα, εξέφραζε τότε μια συγκεκριμένη μορφή εισαγόμενης, από τη Γερμανία, ελληνολατρίας. Είναι η μορφή που κυριάρχησε στην εθνική μας ιδεολογία, τουλάχιστον μέχρι την εμφάνιση της γενιάς του ’30 – αν όχι και μεταγενέστερα. (Αργότερα ο Κανελλόπουλος αξιολόγησε θετικότερα το Βυζάντιο, όπως φαίνεται από την τελική έκδοση του έργου του «Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος»). Γράφει ο 36χρονος τότε Θεοτοκάς:

«Εγώ διαφώνησα μαζί του δυό φορές σε ζητήματα που σχετιζόντανε με το Βυζάντιο και τη βυζαντινή τέχνη. Δεν μπόρεσε να γίνει μια ομαλή συζήτηση. Αρνήθηκε να λάβει υπόψη τα επιχειρήματά μου και μ’ έκοψε λέγοντας πως όλα αυτά είναι «Ασία», πως η βυζαντινή τέχνη είναι ελληνική όσο και οι αμανέδες, πως είμαι θύμα τοπικών προλήψεων επειδή αγαπώ τις εικόνες και τη βυζαντινή αρχιτεκτονική, πως είναι καιρός να «ελευθερωθούμε» απ’ αυτά κ.λ.π. κ.λ.π. Σ’ ένα τέτοιο θέμα, ιστορικό και καλλιτεχνικό, μια τέτοια αποκλειστικότητα, μια τέτοια απλουστευτική αδιαλλαξία, δεν επιτρέπεται, δεν είναι καλό διανοητικό σύμπτωμα. Εξάλλου ένας άνθρωπος του τόπου μας που θέλει να είναι «ελληνολάτρης» στο πνευματικό και καλλιτεχνικό επίπεδο και που δεν καταλαβαίνει τίποτα από την καλλιτεχνική εξέλιξη των δέκα αιώνων του Βυζαντίου (που δεν καταλαβαίνει και που δεν αγαπά, που ίσια-ίσια απεχθάνεται την περίοδο αυτή) μου δίνει την εντύπωση ότι συντηρεί μια «ελληνολατρία» βιβλιακή και μουσειακή κι όχι τη ζωντανή οργανική συνέχεια του ελληνικού πνεύματος».

Βέβαια σημασία εδώ δεν έχει η γνώμη του Θεοτοκά για το πρόσωπο του Κανελλόπουλου (το οποίο εκτιμούσε έτσι κι αλλιώς), αλλά η άποψη την οποία εκφράζει ο δεύτερος. Άποψη την οποία επαναλαμβάνουν και σήμερα ορισμένοι διανοούμενοι στη χώρα μας.

Το δεύτερο απόσπασμα είναι γραμμένο την 16η Φεβρουαρίου 1942:

«Προχθές είχα ενδιαφέρουσα συζήτηση με το Χατζηκυριάκο [τον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα, γνωστό ζωγράφο και καθηγητή του Μετσόβιου Πολυτεχνείου] για το πρόβλημα του αρχαίου δράματος. Συμπίπτουν οι απόψεις μας στο ότι πρέπει να αναζητηθεί η μόνη υπάρχουσα ζωντανή παράδοση του αρχαίου ελληνικού θεάτρου στο τελετουργικό της Ορθόδοξης Εκκησίας – κι ακόμη ότι πρέπει να εγκαταλειφθεί η μίμηση των σχετικών ξένων σκηνοθεσιών (κυρίως γερμανικών, όπως έγινε ως τώρα) και να γίνει μια σοβαρή προσπάθεια για τη δημιουργία μιας καθαυτό ελληνικής σκηνοθεσίας με χρησιμοποίηση των τοπικών στοιχείων. Σχετικά με τη διάσωση κάποιας ζωντανής παράδοσης του αρχαίου θεάτρου μες στην Ορθόδοξη Εκκλησία, του αναφέρω μια σύντομη αλλά πολύ ουσιαστική γνώμη του Jacques Copeau, ριγμένη σε κάποια συνέντευξή του προς μια αθηναϊκή εφημερίδα στα 1940 (…). Ο Γάλλος έλεγε περίπου ότι μονάχα τις μέρες εκείνες, που παρακολούθησε στην Αθήνα ορθόδοξες λειτουργίες, άρχισε κάπως να μαντεύει τι μπορούσε να είναι μια αρχαία παράσταση. Η γνώμη αυτή μου φαίνεται βαρυσήμαντη».

Η γενιά του ’30 κατόρθωσε με έναν θαυμαστό τρόπο να συλλάβη τη βαθύτερη σύνδεση του ελληνικού λαού με το βυζαντινό παρελθόν του μέσα από τέτοιες καθημερινές εικόνες. Είναι χαρακτηριστικό το σχόλιο του Σεφέρη στις «Δοκιμές», γραμμένο στις 10 Ιουνίου 1941: «Θυμάμαι τη μέρα που μας κήρυξαν τον πόλεμο οι Γερμανοί. Το πλήθος που ζητωκραύγαζε στην οδό Σταδίου σώπασε ξαφνικά κι έπειτα άρχισε να τραγουδά με μια βαριά μεγάλη φωνή: «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια». Αυτό και μόνο. Αλλά αυτό και μόνο ήταν αρκετό για να καταλάβει κανείς πως ο πόλεμος τούτος δεν ήταν σημερινός ούτε χτεσινός: ήταν ο αιώνιος πόλεμος της Ελλάδας όλων των καιρών για την ανθρώπινη αξία»

Τα όνειρα της γενιάς του ’30 σε μεγάλο βαθμό πραγματοποιήθηκαν. Το ταλέντο των εκπροσώπων της μπόρεσε να βρη την έκφρασή του και μάλιστα επιβραβεύτηκε διεθνώς με παγκόσμια αναγνώριση και δυό Νόμπελ Λογοτεχνίας. Σήμερα, που ο απόηχος της γενιάς αυτής έχει σβήσει, μοιάζουμε να ζούμε στην εποχή του «αστιγματικού αντιελληνοκεντρισμού», κατά την εύστοχη έκφραση του Νάσου Βαγενά. Οτιδήποτε αντλεί από την ελληνική παράδοση λοιδωρείται ως εθνικιστικό και παρωχημένο. Πρόκειται για ένα φαινόμενο του οποίου «βασική πηγή είναι ο φόβος του αισθήματος της επαρχίας», ο οποίος οδηγεί πολλούς Έλληνες διανοούμενους να υιοθετούν αβασάνιστα μόνον ξένες πνευματικές εκφράσεις, δημιουργώντας, στην καλύτερη περίπτωση, ένα ατομικό σύμπαν ασύνδετο με τον τόπο τους. Κι ωστόσο, λόγω της επελαύνουσας παγκοσμιοποίησης, οι συζητήσεις για τη συλλογική μας ταυτότητα επανέρχονται το ίδιο έντονες όπως και στη δεκαετία του 1930. Μένει να δούμε αν μια νέα γενιά κατορθώση να γονιμοποιήση τα στοιχεία της παράδοσής μας που άντεξαν στο χρόνο και να προσφέρη μια καινούργια σύνθεση στην Ελλάδα αλλά και στη διψασμένη ανθρωπότητα.–

  • Προβολές: 1127

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance