Συνέδριο Πανελλήνιας Ένωσης Ιατροδικαστών: Εκκλησιαστική Ταφή και Αποτέφρωση

Ο Σεβασμιώτατος σε Συνέδριο Πανελλήνιας Ένωσης Ιατροδικαστών

Πραγματοποιήθηκε το διήμερο 8-9 Απριλίου ε.ε. στην Λάρισα το 4ο Συνέδριο της Πανελλήνιας Ένωσης Ιατροδικαστών του Υπουργείου Δικαιοσύνης με θέμα «Εκκλησιαστική Ταφή και Αποτέφρωση. Κοινωνική, Θρησκευτική, Επιστημονική Προσέγγιση και Προεκτάσεις». Το Συνέδριο διοργάνωσε η Ιατροδικαστική Υπηρεσία Λαρίσης, με Πρόεδρο την Δρ. Λεονταρή Ρουμπίνη.

Προσκεκλημένος για να αναπτύξη εισηγήση στο Συνέδριο ήταν και ο Σεβ. Μητροπολίτης μας κ. Ιερόθεος, με θέμα: «Το ανθρώπινο σώμα και η ταφή». Αποσπάσματα της εισήγησης δημοσιεύονται στο παρόν τεύχος της Ε.Π. (βλ. σελ. 10-13).

Ανάμεσα στους ομιλητές ήταν επίσης από τον εκκλησιαστικό χώρο ο Σεβ. Μητροπολίτης Φιλαδελφείας κ. Μελίτων και ο Πρωτοπρ. π. Στυλιανός Καρπαθίου, από τον χώρο της πολιτικής οι κ.κ. Γεώργιος Καρατζαφέρης, Ευρωβουλευτής και Πρόεδρος του ΛΑΟΣ, Ιωάννης Μαγκριώτης, Βουλευτής και τ. Υπουργός, Φώτης Κουβέλης, εκπρόσωπος του ΣΥΝ και τ. Υπουργός, Κωνσταντίνος Τσιάρας Βουλευτής, καθώς επίσης Καθηγητές Πανεπιστημίου και Ιατροδικαστές.

Ο Σεβασμιώτατος με την ευκαιρία της επίσκεψής του στην Λάρισα, επισκέφθηκε τον Σεβ. Μητροπολίτη Λαρίσης κ. Ιγνάτιο, ο οποίος τον προσκάλεσε και λειτουργήση την επομένη ημέρα, Κυριακή, στον Μητροπολιτικό Ναό της Λαρίσης του Αγίου Αχιλλείου, σε έναν κατάμεστο από Χριστιανούς Ιερό Ναό που συμμετείχαν με ευλάβεια και προσευχή.

Ταφή και αποτέφρωση των σωμάτων

Εισήγηση στο 4ο Συνέδριο της Πανελλήνιας Ένωσης Ιατροδικαστών του Υπουργείου Δικαιοσύνης στην Λάρισα, με θέμα «Εκκλησιαστική Ταφή και Αποτέφρωση» (βλ. σελ. 5).

*

Το θέμα της παρούσης Ημερίδος «εκκλησιαστική ταφή και αποτέφρωση των σωμάτων» είναι πολύ σημαντικό. Ακόμη είναι και πολυσήμαντο, γιατί έχει πολλές πλευρές, ήτοι την θεολογική, την φιλοσοφική, την πολιτιστική, την κοινωνιολογική, την ψυχολογική και την πολιτική.

Συνήθως αντιμετωπίζεται το θέμα μόνον από την ατομική, κοινωνική και πολιτική του πλευρά και αγνοούνται όλες οι άλλες παράμετροι και αυτό δημιουργεί πολλά προβλήματα στον άνθρωπο. Γιατί ο θάνατος δεν είναι απλώς ένα κοινωνικό γεγονός, αλλά κατ’ εξοχήν προσωπικό και υπαρξιακό γεγονός. Οπότε, όταν τέτοια θέματα αντιμετωπίζονται μόνον από την ατομική, κοινωνική και πολιτική πλευρά και αγνοούνται όλες οι άλλες πλευρές, τότε ο άνθρωπος παραμένει σε βαθύτατο προβληματισμό και δημιουργούνται πολλά υπαρξιακά και ψυχολογικά προβλήματα τα οποία δεν θεραπεύονται με πολιτικές λύσεις.

Η παρούσα Ημερίδα πιστεύω ότι θα βοηθήση να τεθούν όλα αυτά τα θέματα στο τραπέζι και να αντιμετωπισθούν κατά τον καλύτερο τρόπο. Θα προσπαθήσω να εκφράσω μερικές απόψεις μου για το θέμα «το ανθρώπινο σώμα, ο θάνατος και η ταφή».

Ευχαριστώ για την πρόσκληση, παρά το ότι είχα και έχω πολλές υποχρεώσεις, ευχαριστώ και για την αγάπη του Σεβασμιωτάτου.

1. Γενικές παρατηρήσεις

Αρχίζοντας το θέμα θα ήθελα να κάνω μερικές γενικές παρατηρήσεις, λαμβάνοντας μερικά στοιχεία από το ειδικό βιβλίο του Καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Γεωργίου Αντουράκη με τίτλο: «Ταφή, καύση και ανάσταση νεκρών, μηνύματα από την παράδοση και την τέχνη», μέσα στο οποίο μπορεί κανείς να βρη πλούσιο υλικό για το θέμα που μας απασχολεί.

Πρώτον. Όλοι οι πολιτισμένοι λαοί της αρχαιότητος εφρόντιζαν περισσότερο για τους νεκρούς τους από τους ζωντανούς, γι' αυτό και οι αρχαίοι τάφοι ήταν πολυτελέστεροι συγκριτικά με τις οικίες των ζωντανών. Έτσι, ενταφίαζαν τους νεκρούς σε ειδικούς τάφους που είχαν διάφορα ονόματα, όπως μνήματα, μνημεία, σήματα, μαυσωλεία, τύμβοι, κατακόμβες. Οι τάφοι θεωρούνταν ιεροί τόποι και προστατεύονταν από ειδικούς - ιερούς νόμους.

Στην αρχαία Ελλάδα επικρατούσαν διάφορα «ταφικά-νεκρικά έθιμα», που πολλά έφθασαν μέχρι τις ημέρες μας, όπως ότι η «κήδευση» κρατούσε τρεις ημέρες, έκλειναν τα μάτια και το στόμα του νεκρού, τον έπλεναν και τον ράντιζαν με αρώματα, τον έντυναν με λευκά ενδύματα και τον τοποθετούσαν σε κλίνη στο σπίτι του, επίσης μεταξύ των ταφικών-νεκρικών εθίμων είναι και η «έκθεσις-εκφορά», τα «νεκρόδειπνα», τα «μνημόσυνα». Ο Θουκυδίδης, πριν την παράθεση του περίφημου Επιταφίου λόγου του Περικλή, περιγράφει τον ενταφιασμό των πεσόντων στα πρώτα έτη του Πελοποννησιακού Πολέμου και κάνει λόγο για δημόσια ταφή «τω πατρίω νόμω χρώμενοι», για έκθεση των οστών, για «εκφορά», για θρήνο στον τάφο από τις γυναίκες, για νεκροταφείο «επί του καλλίστου προαστείου της πόλεως», για ενταφιασμό στην γη των νεκρών, για «έπαινον τον πρέποντα» στον νεκρό και αναχώρηση από τον τάφο. Σε ερμηνεία το χωρίο του Θουκυδίδη έχει ως εξής:

«Τον ίδιο χειμώνα οι Αθηναίοι, ακολουθώντας την πατροπαράδοτη συνήθεια, τέλεσαν δημόσια την ταφή εκείνων που πρώτοι σκοτώθηκαν σε αυτόν τον πόλεμο. Η ταφή γίνεται με τον ακόλουθο τρόπο. Φτιάχνουν μια σκηνή κι εκθέτουν τα οστά των νεκρών για δυό μέρες, κι ο καθένας φέρνει στον δικό του κάτι, αν θέλει. Κι όταν έρθει η ώρα της εκφοράς, αμάξια μεταφέρουν κυπαρισσένια φέρετρα, ένα για κάθε φυλή· τα οστά του καθενός είναι μέσα στο φέρετρο της φυλής του. Ένα όμως φέρετρο άδειο, στρωμένο, το μεταφέρουν στα χέρια· είναι των αφανών, εκείνων που τα σώματα δε βρέθηκαν να τα σηκώσουν. Την εκφορά παρακολουθεί όποιος θέλει, πολίτης και ξένος· στον τάφο βρίσκονται και περιμένουν και γυναίκες από το συγγενολόι που στήνουν θρήνο. Τους αποθέτουν λοιπόν στο δημόσιο νεκροφατείο, που βρίσκεται στο πιο ωραίο προάστιο της πόλης και σ' αυτό κάθε φορά θάβουν τους νεκρούς του πολέμου, εκτός από κείνους που έπεσαν στο Μαραθώνα· εκείνων την παλικαριά την έκριναν ξεχωριστή και τους έκαμαν τον τάφο στον τόπο της μάχης. Κι όταν τους σκεπάσουν με το χώμα, ένας άντρας ορισμένος από την πολιτεία, που και για πολύ συνετό τον ξέρουν κι επιβάλλεται με το κύρος του, λέει γι' αυτούς τον επαινετικό λόγο που ταιριάζει· ύστερα φεύγουν. Έτσι γίνεται η ταφή· κι όσο κρατούσε ο πόλεμος, όσες φορές τους τύχαινε να 'χουν νεκρούς, ακολουθούσαν τη συνήθεια. Γι' αυτούς λοιπόν τους πρώτους νεκρούς ορίστηκε να μιλήσει ο Περικλής του Ξανθίππου. Κι όταν ήρθε η ώρα, προχώρησε από τον τάφο σ' ένα βήμα καμωμένο ψηλό, για ν' ακούγεται όσο γινόταν πιο μακριά στο συγκεντρωμένο πλήθος, κι έλεγε στην ουσία τ' ακόλουθα».

Επίσης οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι η ψυχή του άταφου νεκρού δεν μπορεί να εισέλθη στα «Ηλύσια πεδία», αλλά περιπλανάται μέχρι να ταφή το σώμα. Στο έργο του Σοφοκλή Αντιγόνη περιγράφονται οι θυσίες στις οποίες υποβλήθηκε η Αντιγόνη για να θάψη τον αδελφό της Πολυνείκη, παρά τις εντολές του Κρέοντα. Και στο έργο του Ευριπίδη «Ιφιγένεια εν Ταύροις» φαίνεται ότι ο Ορέστης παρήγγειλε στον φίλο του Πυλάδη να παρακαλέση την αδελφή του στις Μυκήνες «να τον θάψει με τιμές σε άδειο τάφο, να τον κλάψη και να κόψη τα πλούσια μαλλιά της και να τα βάλει στον τάφο του».

Δεύτερον. Σε πολλούς λαούς της αρχαιότητος υπήρχε δυνατότητα επιλογής μεταξύ ταφής και καύσεως του σώματος. Όμως πρέπει να σημειωθή ότι η καύση προήλθε από φόβο στους νεκρούς η για να εξαφανίσουν τα νεκρά πτώματα, τα οποία θεωρούσαν πηγή μιάσματος. Και στους Ομηρικούς χρόνους επικράτησε και η καύση των νεκρών. Αλλά αυτή η καύση ήταν μια ιεροτελεστία με διάφορες θυσίες. Δεν υπήρχε τότε καμμιά μέθοδος αποτεφρώσεως, «αλλά μετά την καύση των πτωμάτων μάζευαν τα οστά, τα έβαζαν σε πολυτελείς συνήθεις λάρνακες και τα έθαπταν σε ειδικούς τάφους. Αυτό συνέβη για τον Πάτροκλο και τον Έκτορα και για άλλους Ομηρικούς ήρωας. Αλλά και σε αυτούς ακόμη τους πρωτόγονους λαούς, όπως τους Ινδιάνους, η καύση των νεκρών είχε θρησκευτικό χαρακτήρα, όπως συνέβαινε περίπου στους ομηρικούς χρόνους. Η αποτέφρωση των σωμάτων είναι νεωτέρα συνήθεια, άγνωστη στην αρχαιότητα».

Τρίτον. Δεν υπάρχει καμμιά μαρτυρία οικειοθελούς καύσεως των σωμάτων κατά την χριστιανική περίοδο, αλλά πάντοτε ο Χριστιανισμός ήταν υπέρ της ολόσωμης ταφής. Και τότε που οι μάρτυρες καίγονταν από τους διώκτας, δεν καιγόταν όλο το σώμα, αφού τα ανόργανα μέλη του σώματος δεν καίγονται ολοσχερώς με τις συνήθεις θερμοκρασίες, και τα εναπομείναντα τμήματα περισυλλέγονταν με σεβασμό από τους Χριστιανούς και ενταφιάζονταν με ειδικές τιμές. Όπως υποστηρίχθηκε, στον Τερτυλιανό συναντούμε σαφή θέση εναντίον της καύσεως των νεκρών. Επίσης, παλαιότερα η Εκκλησία της Ελλάδος αρνήθηκε κάθε επίσημη η ανεπίσημη ταφή σε μέλος της που ζήτησε να αποτεφρωθή το σώμα του. Πρέπει ακόμη να αναφερθή ότι η αποτέφρωση των σωμάτων θεωρήθηκε ένα από τα θέματα που ορίσθηκαν να συζητηθούν σε μελλοντική Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Είναι σημαντικά τα όσα γράφει σε εφημερίδα ο γνωστός αρθρογράφος Περικλής Κοροβέσης:

«Ένας πολιτισμός κρίνεται και από τα ταφικά του έθιμα. Ο μη σεβασμός στους νεκρούς ήταν πάντοτε η υψίστη ιεροσυλία. Ήταν αυτό πάντα που επέφερε τη θεϊκή τιμωρία. Και κανένας ανθρώπινος νόμος δεν μπορεί να επιβληθή στον θεϊκό νόμο ουρλιάζει η Αντιγόνη εδώ και δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Και σ’ όλη την ινδοευρωπαϊκή παράδοση οι νεκροί προπάτορες ήταν οικιακοί θεοί που προστάτευαν την εστία των απογόνων. Και οι τάφοι τους, μέσα από τους αιώνες, μιλάνε για σβησμένες μακρινές εποχές, που δεν μας έχουν αφήσει καμιά γραπτή μαρτυρία. Ο,τι ξέρουμε γι’ αυτές, είναι μέσα από τάφους, αγγεία η θραύσματα αγγείων. Και κατά κάποιο παράξενο καπρίτσιο της ζωής, οι νεκροί, μέσα από τον τάφο τους, αφηγούνται την ιστορία της ζωής, που φυσικά, δεν αρχίζει με την γέννησή μας. Και όταν τα κόκκαλα των δικών μας γίνονται ασβέστης στο χωνευτήρι, τότε οι σελίδες της ζωής μας είναι λευκές».

Πρέπει ακόμη να σημειωθή ότι στην Ιουστινιάνεια κωδικοποίηση υπάρχει ένα παράδειγμα που έχει σχέση με το θέμα μας. «Ένας Ρωμαίος πολίτης κατέστησε κάποιον κληρονόμο του με την προϋπόθεση να ρίξει το λείψανό του στην θάλασσα. Ο κληρονόμος αρνήθηκε να το ρίξει στην θάλασσα, και το ενταφίασε. Τότε εγέρθηκε θέμα διεκδίκησης της κληρονομιάς με το αιτιολογικό ότι ο αποδέκτης δεν τήρησε την διαθήκη, όσον αφορά το λείψανο του διαθέτου. Το δικαστήριο θεώρησε την πράξη της απόρριψης στην θάλασσα ως ανήθικη και την μη συμμόρφωση του κληρονόμου ως επαινετή ενέργεια που συνάδει με τα χρηστά ήθη» (Γ. Μαντζαρίδης).

Για την θεολογική προσέγγιση του θέματος της καύσεως των νεκρών και τις εκκλησιολογικές επιπτώσεις, γίνεται σχετική ανάλυση σε κείμενό μου που εκφωνήθηκε σε Ημερίδα που διοργάνωσε η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος.

2. Η θεολογική και ψυχολογική θεώρηση του σώματος και του θανάτου

Στην έναρξη της εισηγήσεώς μου τόνισα ότι το θέμα αυτό έχει πολλές πλευρές, μεταξύ των οποίων συμπεριέλαβα την θεολογική και την ψυχολογική. Αυτές οι δύο πλευρές θα εξετασθούν στην συνέχεια με σύντομο και ευσύνοπτο τρόπο.

Επειδή πολλοί από αυτούς που επιμένουν στην αποτέφρωση του σώματός τους, διακρίνονται από μια περιφρόνηση στο σώμα, η και από διάφορες αρχαίες αντιλήψεις σχετικά με το σώμα, γι’ αυτό και θα παρατεθούν μερικές Ορθόδοξες απόψεις για την αξία του σώματος.

α) Η θεολογική άποψη

Κατά την θεολογία της Εκκλησίας ο άνθρωπος είναι υπόσταση-πρόσωπο, και αποτελείται από δύο συγκεκριμένα στοιχεία, ήτοι την ψυχή και το σώμα. Η ψυχή δεν είναι ο άνθρωπος, αλλά η ψυχή του ανθρώπου και το σώμα δεν είναι ο άνθρωπος, αλλά το σώμα του ανθρώπου. Επομένως, ο άνθρωπος είναι πρόσωπο που αποτελείται από ψυχή και σώμα.

Η θεολογία αυτή της Εκκλησίας έρχεται σε αντίθεση με αρχαία και σύγχρονα φιλοσοφικά συστήματα που εκφράζονται από την μεταφυσική και τον δυϊσμό- διαρχία.

Η μεταφυσική, όπως είναι γνωστόν, έκανε διάκριση μεταξύ φύσει θνητού σώματος και φύσει αθανάτου ψυχής, αφού πίστευε ότι η ψυχή του ανθρώπου ανήκε στον αγέννητο κόσμο των ιδεών, από τον οποίο, κατά διαφόρους τρόπους εξέπεσε και περικλείσθηκε στο σώμα, το οποίο θεωρείται φυλακή της ψυχής. Έτσι, η σωτηρία είναι η αποδέσμευση της αθανάτου ψυχής από το θνητό σώμα και η επαναφορά της στον αγέννητο κόσμο των ιδεών. Αυτή είναι η ουσία του πλατωνικού έρωτα.

Η διαρχία και ο δυϊσμός κάνουν λόγο για ύπαρξη δύο αντιθέτων δυνάμεων, καλής και κακής, ότι ο κόσμος είναι δημιούργημα του κακού Θεού, γι’ αυτό και υφίσταται ο θάνατος στην κτίση και ότι επομένως το σώμα του ανθρώπου είναι κακό και με αυτήν την προοπτική ο άνθρωπος πρέπει να απαλλαγή από αυτό με οποιοδήποτε τρόπο. Ο μανιχαϊσμός ως περιφρόνηση του σώματος είναι γνωστός και αυτό έχει μεγάλες συνέπειες στην ζωή του ανθρώπου. Έτσι οι Πυθαγόρειοι, οι Πλατωνικοί, οι Ορφικοί, διάφοροι φιλόσοφοι και οι ανατολικές θρησκείες διακρίνονταν για τέτοιες αντιλήψεις για το σώμα.

Αντίθετα, η Ορθόδοξη θεολογία, που είναι η φωνή της Εκκλησίας, διδάσκει ότι ο άνθρωπος, που αποτελείται από ψυχή και σώμα, είναι δημιούργημα του Τριαδικού Θεού, ο Οποίος δημιούργησε και το σώμα και την ψυχή, κατά διαφορετικό τρόπο, αλλά την ίδια στιγμή. Η σχέση μεταξύ ψυχής και σώματος είναι ομοία και πιο δυνατή, όπως λένε οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας, με την έλξη που αισθάνονται οι ερωτευμένοι μεταξύ τους. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν κάνουμε διάκριση μεταξύ φύσει αθανάτου ψυχής και φύσει θνητού σώματος, αλλά διδάσκουμε ότι και το σώμα δημιουργήθηκε κατά θετικό τρόπο από τον Θεό και πριν την αδαμική πτώση ήταν δοξασμένο. Ο θάνατος δεν είναι δημιούργημα κάποιου κακού θεού, δεν είναι τιμωρία του ανθρώπου από τον Θεό, αλλά είναι παράσιτο στην φύση του ανθρώπου, είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης απομακρύνσεως του ανθρώπου από τον Θεό.

Έπειτα, κατά την διδασκαλία της Εκκλησίας ο Χριστός για να σώση τον άνθρωπο, ενηνθρώπησε, δηλαδή προσέλαβε ανθρώπινο σώμα, το θέωσε αμέσως με την πρόσληψη. Οι Απόστολοι είδαν την δόξα της ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού επάνω στο Θαβώρ, που μεταμορφώθηκε και το πρόσωπό Του έλαμψε ως ο ήλιος. Στην συνέχεια ο Χριστός σταυρώθηκε, ενταφιάσθηκε, αναστήθηκε και παραμένει εν δόξη στους αιώνας με τις δύο φύσεις ενωμένες στο πρόσωπό Του.

Μέσα σε αυτήν την προπτική κάνουμε λόγο για εξαγιασμό και θέωση και του δικού μας σώματος. Η εισαγωγή μας μέσα στην Εκκλησία με το μυστήριο του Βαπτίσματος και του Χρίσματος δεν γίνεται νοερά και διανοητικά, αλλά με την είσοδο του σώματος στο αγιασμένο νερό στην κολυμβήθρα, και την χρίση του σώματος με το Άγιον Μύρο. Αγιάζονται αμφότερα και η ψυχή και το σώμα. Έπειτα, κοινωνούμε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, δηλαδή τρώμε και πίνουμε από το ευχαριστιακό τραπέζι, ασπαζόμαστε με το στόμα τις ιερές εικόνες. Είναι το λεγόμενο μυστήριο της αφής. Δεν γίνονται αυτά εικονικά, ψυχολογικά, διανοητικά, αλλά και σωματικά. Και όταν έρχεται η ώρα του αποχωρισμού της ψυχής από το σώμα, τότε το σώμα ενταφιάζεται με σεβασμό και ευλάβεια, γιατί θεωρείται ναός του Αγίου Πνεύματος. Μάλιστα τοποθετείται με τέτοιον τρόπο ώστε να βλέπη προς ανατολάς, γιατί, όπως κάθε μέρα αναμένουμε την ανατολή του ηλίου, έτσι και αναμένουμε την έλευση του ηλίου της Δικαιοσύνης, του Χριστού, για να γίνη η ανάσταση των σωμάτων, οπότε ολόκληρος ο άνθρωπος, αποτελούμενος από ψυχή και σώμα, να ζήση αιωνίως εν Χριστώ. Επειδή δε αγιάζεται η ψυχή και το σώμα, γι’ αυτό και το σώμα μπορεί να γίνη ιερό λείψανο, και μάλιστα άφθαρτο, που δεν υπόκειται στην φθορά του χρόνου, όπως του Αγίου Σπυρίδωνος, του αγίου Γερασίμου, του αγίου Διονυσίου και τόσων άλλων αγίων που τα περιβάλλουμε με μεγάλο σεβασμό και ευλάβεια.

Ο σεβασμός που απονέμεται από τους Χριστιανούς στο ανθρώπινο σώμα φαίνεται από δύο περιστατικά που θα αναφερθούν, μέσα από την πληθώρα πολλών άλλων περιστατικών που συναντούμε στα κείμενα της Εκκλησίας.

Το ένα είναι η περίπτωση του αββά Μακαρίου του Αιγυπτίου. Ο άγιος συνάντησε στην έρημο που περπατούσε ένα κρανίο το οποίο, σύμφωνα με την αποκάλυψη που είχε, ανήκε σε έναν αρχιερέα των ειδώλων, οπότε ήταν σώμα ειδωλολάτρου. Είχε μια συζήτηση μαζί του, με την ψυχή του ειδωλολάτρου, σχετικά με το τι γίνεται μετά την έξοδο της ψυχής από το σώμα, του μίλησε ευγενικά και στην συνέχεια «λαβών το κρανίον έχωσεν αυτό». Με ιδιαίτερη ευλάβεια και σεβασμό το ενταφίασε, δηλαδή σεβάστηκε το κρανίο ενός αρχιερέα των ειδώλων.

Το άλλο περιστατικό προέρχεται από τον βίο της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, που εορτάζει σήμερα η Εκκλησία. Έζησε ως μεγάλη πόρνη στην Αλεξάνδρεια, αλλά στην συνέχεια, εκφράζοντας την μετάνοιά της πήγε στην έρημο και ζούσε αγγελική ζωή. Αυτή η πόρνη έφθασε στο σημείο να εξαγιασθή. Το σώμα της απέβαλε όλες τις ενέργειες της φθαρτότητος και παρατηρήθηκε αναστολή των σωματικών ενεργειών, διήνυε μεγάλες αποστάσεις, άντεχε στο κρύο και την στέρηση, και ακόμη όταν κοινώνησε από τον αββά Ζωσιμά ήταν υπερυψωμένο από την γη. Η οσία Μαρία άφησε σημείωμα να την ενταφιάση ο αββάς Ζωσιμάς μετά την κοίμησή της. Στον βίο της που έγραψε ο άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων περιγράφεται όλος ο ευλαβικός τρόπος του ενταφιασμού του σώματος της αγίας και μάλιστα κατά την ωραία αυτή τελετή που έγινε στην έρημο συμμετείχε, με τον τρόπο του, και ένα λιοντάρι. Δηλαδή, αυτό το σώμα της πρώην πόρνης εξαγιάσθηκε και ενταφιάσθηκε με σεβασμό και ευλάβεια. Μάλιστα δε το σεβάστηκαν και τα άγρια ζώα. Όπως ο άνθρωπος δια του σώματος αμαρτάνει, έτσι και δια του σώματος θεούται.

β) Η ψυχολογική – ψυχαναλυτική άποψη

Πέρα από την θεολογική και εκκλησιαστική αυτή θεώρηση του θέματος πρέπει να δούμε λίγο και την ψυχολογική θεώρηση, που συνήθως αγνοείται από εκείνους που αντιμετωπίζουν παρόμοια ζητήματα.

Όπως είναι γνωστόν, στην Δύση προσπάθησαν να απωθήσουν το φαινόμενο του θανάτου, στο ασυνείδητο, ενώ ο θάνατος είναι μια υπαρκτή πραγματικότητα. Ο άνθρωπος αντιμετωπίζει τον θάνατο από την ώρα της γονιμοποιήσεως του ωαρίου, γι’ αυτό και υπάρχουν και τα γονίδια της γηράνσεως, που συνήθως βρίσκονται στο μιτοχονδριακό DNA, δηλαδή είναι τα γονίδια του θανάτου. Ακόμη ο άνθρωπος βλέπει τον θάνατο στην φύση, και στα αγαπητά του πρόσωπα, τον βιώνει στις δικές του οριακές καταστάσεις, όπως θα έλεγε και η υπαρξιακή φιλοσοφία, αποκτά την βεβαιότητα ότι θα έλθη κάποτε η στιγμή που θα φύγη και ο ίδιος από την ζωή. Ο θάνατος διασπά την σχέση μεταξύ των αγαπωμένων προσώπων, γι’ αυτό και δημιουργεί έντονα υπαρξιακά προβλήματα και κατ’ επέκταση και ψυχολογικά. Συνήθως στην Δύση επιδιώκεται να απωθηθή ο θάνατος. Έτσι οι τελετές αποχωρισμού γίνονται στον τύπο των δεξιώσεων και οι τόποι ενταφιασμού διαμορφώνονται σαν πάρκα, χωρίς μνημεία και σταυρούς.

Η ψυχολογία, όμως, έχει διαπιστώσει ότι αυτή η απώθηση του θανάτου δημιουργεί μεγάλα υπαρξιακά προβλήματα, ενοχές, θλίψεις, καταθλίψεις, επιθετικότητες, με έντονες κοινωνικές συνέπειες. Γι’ αυτό τα τελευταία χρόνια στην Αμερική έχει αναπτυχθή ένας ιδιαίτερος επιστημονικός κλάδος που διδάσκεται στις Ιατρικές Σχολές, η λεγομένη θανατολογία και με αυτήν προσπαθούν να δουν το φαινόμενο του θανάτου, τις συνέπειες που δημιουργεί ο θάνατος στην ανθρώπινη ύπαρξη και την θεραπεία του πόνου που προέρχεται από τον θάνατο. Θα δούμε μερικές από τις απόψεις της επιστήμης της θανατολογίας γύρω από το θέμα του θανάτου και των γεγονότων που έχουν σχέση μαζί του. Ενδιαφέρουσες πληροφορίες για το θέμα αυτό περιέχονται στο βιβλίο του π. Φιλοθέου Φάρου με τίτλο «Το πένθος».

Το πένθος είναι μια υπαρξιακή κατάσταση που τραυματίζει την ανθρώπινη ύπαρξη και αυτό έχει έντονες συνέπειες. Αυτός που πενθεί συνήθως εκφράζει αντικοινωνικά στοιχεία, δεν συμμετέχει στις κοινωνικές εκδηλώσεις, βιώνει μια εσωτερική υπαρξιακή και ψυχολογική ασθένεια που εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους και βαθμούς και θεραπεύεται με πολλές εκδηλώσεις.

Ο J. Bowlby διακρίνει τρία στάδια που συνδέονται με τον θάνατο, ήτοι την διαμαρτυρία, την αποδιοργάνωση και την επανοργάνωση. Δηλαδή, αυτός που έρχεται αντιμέτωπος με τον θάνατο και πενθεί, στην αρχή αντιδρά γι’ αυτό που συνέβη στα αγαπητά του πρόσωπα η στον ίδιο τον εαυτό του, στην συνέχεια αποδιοργώνεται ψυχικά και κοινωνικά και μετά από ένα χρονικό διάστημα, το οποίο εξαρτάται και από την προσωπικότητά του και από τον κοινωνικό χώρο στον οποίο ζη, θα μπορέση να θεραπευθή από το άλγος του πένθους. Οι B. Kreiss και A. Pattie κάνουν λόγο για τρία στάδια που συνοδεύουν την βίωση του θανάτου, ήτοι το στάδιο του συγκλονισμού, το στάδιο της οδύνης, και το στάδιο της αναρρώσεως. Δηλαδή, ο άνθρωπος που βιώνει τον θάνατο στην αρχή εκδηλώνει έναν συγκλονισμό, που εκφράζεται με πολλούς τρόπους, στην συνέχεια περιπίπτει σε μια οδύνη και βαθύτατο πένθος, και αργότερα, με την πάροδο του χρόνου, διέρχεται από το στάδιο της ψυχολογικής αναρρώσεως που γίνεται με πολλούς τρόπους. Ο G. Pollock κάνει λόγο για τον συγκλονισμό, την αντίδραση της θλίψης και την αντίδραση του αποχωρισμού, δηλαδή ο άνθρωπος όταν έρχεται αντιμέτωπος με τον θάνατο εκδηλώνει ποικίλες αντιδράσεις. Η πρώτη είναι ο βαθύτατος συγκλονισμός από το γεγονός αυτό, στην συνέχεια ακολουθεί η αντίδραση της θλίψης και ακολούθως έρχεται η αντίδραση του αποχωρισμού.

Οι ψυχαναλυτές και ψυχοθεραπευτές στον δυτικό κόσμο, ακριβώς επειδή ο άνθρωπος συνήθως απωθεί τον θάνατο, ασχολούνται με το πως θα θεραπεύσουν τον άνθρωπο από αυτόν τον συγκλονισμό και από την ψυχολογική αρρώστεια που δημιουργεί ο αποχωρισμός και ο θάνατος είτε όταν τον βλέπουν στους συνανθρώπους τους είτε όταν τον αισθάνονται να απειλή το σώμα τους και γενικά την ύπαρξή τους. Μάλιστα οι ψυχίατροι δίνουν μεγάλη σημασία στους τρόπους που βοηθούν στην αποθεραπεία του ανθρώπου από τον συγκλονισμό του θανάτου, και από τις τύψεις και ενοχές που συνδέονται μαζί του.

Οι ψυχαναλυτές, αλλά και η θανατολογική έρευνα έχουν διατυπώσει την άποψη ότι έχουν μεγάλη αξία μερικές ενέργειες στις οποίες συνήθως δεν δίνουμε σημασία. Για την θεραπεία του πένθους παίζουν σημαντικό ρόλο η θέα και η αφή του σώματος του νεκρού, το κλάμα και τα μοιρολόγια, η τελετή της κηδείας, τα νεκρικά ρούχα, ο ενταφιασμός και η επίσκεψη στο μνήμα. Η κηδεία με τον τρόπο που γίνεται έχει μεγάλη θεραπευτική αξία και από ψυχολογικής πλευράς. Ο άνθρωπος προκειμένου να θεραπευθή πρέπει να αντιληφθή την αλλαγή που έγινε στον νεκρό, αλλά και στην δική του ύπαρξη, αφού πρέπει μετά τον θάνατο του αγαπητού του προσώπου να προσαρμοσθή στα νέα δεδομένα της ζωής του. Ο Lindemann ισχυρίζεται ότι «η κηδεία είναι αναγκαία για τη δημιουργία της ευκαιρίας που θα επιτρέψει τη διεργασία της θλίψης. Πρέπει να δοθεί στον θλιμμένο δυνατότητα να αντιμετωπίσει και να ξεδιαλύνει το πένθος του για να μπορέσει να βγει απ’ αυτό συναισθηματικά σώος».

Ακόμη οι σύγχρονοι «ψυχίατροι έχουν διαπιστώσει από την κλινική τους πείρα ότι οι συγγενείς εκείνων που χάθηκαν στην μάχη και που τα σώματά τους δεν βρέθηκαν ποτέ έχουν την μεγαλύτερη δυσκολία να θεραπευθούν από τη θλίψη, γιατί δεν είχαν κάποιον στον οποίο να συγκεντρώσουν την προσοχή τους και να εκφράσουν τη θλίψη τους και πέφτουν εύκολα στον πειρασμό της αρνήσεως του γεγονότος του θανάτου». Αυτό επιφέρει πολλά αποτελέσματα, αφού το πένθος διαρκεί για πολύ καιρό. Και η σύγχρονη θανατολογία διδάσκει ότι τα διάφορα έθιμα που έχουν επικρατήσει στην κοινωνία και σχετίζονται με το πένθος βοηθούν τους θλιμένους να θεραπεύσουν τον πόνο τους περισσότερο από όσο βοηθούν οι εκπρόσωποι των ανθρωπιστικών επαγγελμάτων. «Ένα νεκρικό έθιμο που έχει αποδειχτεί χρήσιμο για ένα μακρύ χρονικό διάστημα δεν θα πρέπει να παραμερίζεται εύκολα». Επίσης, η επιστήμη της θανατολογίας έχει διαπιστώσει «ότι τα νεκρικά έθιμα ενός πολιτισμού είναι τα αποτελεσματικά μέσα με τα οποία ένας λαός βαθαίνει την αντίληψη και την κατανόηση που έχει για την ύπαρξη».

Από την άλλη πλευρά, οι σύγχρονοι ψυχολόγοι λέγουν ότι εκείνος που επιθυμεί να καή το σώμα του, εάν αυτό δεν είναι έκφραση ιδεολογικού προσανατολισμού, τότε «ίσως εκφράζει υποσυνείδητα το αίσθημα ότι δεν έχει κανένα για να τον κλάψει, η οργή για τους ανθρώπους που βρίσκονται κοντά του στερώντας τους ένα σημαντικό θεραπευτικό μέσο για το πένθος τους».

Γίνεται κατανοητό ότι ο θάνατος και το θέμα του ενταφιασμού η της αποτεφρώσεως του σώματος δεν είναι μόνον θεολογικό ζήτημα, αλλά και πολιτιστικό, φιλοσοφικό, ψυχολογικό και κοινωνικό. Συνδέεται με το κατά πόσον ο άνθρωπος μπορεί να θεραπεύση τον εσωτερικό υπαρξιακό του πόνο από την απώλεια του αγαπητού του προσώπου. Δεν είναι θέμα μόνον της ελεύθερης επιλογής αυτού που πεθαίνει, αλλά και πρόβλημα θεραπείας η μη του ανθρώπου που παραμένει στην ζωή και είναι υποχρεωμένος να περάση από την διαδικασία του πένθους, που είτε θα θεραπευθή η θα του αφήση μεγάλα υπαρξιακά κενά, που θα έχουν συνέπειες στον κοινωνικό και προσωπικό τρόπο ζωής του.

3. Η πρακτική της αποτεφρώσεως

(Η παρούσα ενότητα παραλείπεται, λόγω έλλειψης χώρου, μια και αρκετά στοιχεία της περιέχονται στο κύριο άρθρο του προηγουμένου τεύχους).

4. Ποιμαντικές και εκκλησιολογικές επιπτώσεις από την αποτέφρωση

Ύστερα από όσα αναφέραμε προηγουμένως πρέπει να δούμε την σύγχρονη πραγματικότητα μέσα από μια άλλη προοπτική, μέσα από το πως η Εκκλησία θα αντιμετωπίση το πρόβλημα της αποτεφρώσεως των σωμάτων, ύστερα μάλιστα από την σχετική πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση.

Πρώτον. Η Πολιτεία είναι αρμόδια να νομοθετήση για το θέμα αυτό. Άλλωστε στην Πολιτεία δεν ανήκουν μόνον μέλη της Εκκλησίας, αλλά και άνθρωποι ποικίλων Ομολογιών, Θρησκειών, ακόμη και αγνωστικιστές και άθεοι. Η Πολιτεία πρέπει να βλέπη τις απαιτήσεις των ανθρώπων, μέσα από ένα πνεύμα ελευθερίας, αλλά και με την προοπτική της θεραπείας του ανθρώπου. Δηλαδή, ο νομοθέτης δεν πρέπει να εκφράζη μόνον τις επιθυμίες των ανθρώπων, αλλά συγχρόνως και να παιδαγωγή τους ανθρώπους. Και αυτό πρέπει να γίνεται προσεκτικά για να μη καταργήται εύκολα ο πολιτιστικός τρόπος θεραπείας του ανθρωπίνου πένθους και πόνου. Δεν πρέπει με την επίλυση ενός αιτήματος-προβλήματος να δημιουργούνται άλλα ψυχολογικά προβλήματα, όπως αναπτύχθηκε πιο πάνω, τα οποία θα προξενήσουν άλλα κοινωνικά προβλήματα.

Δεύτερον. Το θέμα της νομοθετήσεως για την αποτέφρωση των σωμάτων δεν τίθεται μέσα στα θέματα του λεγομένου χωρισμού Εκκλησίας και Πολιτείας. Είναι ένα άσχετο θέμα με τον λεγόμενο χωρισμό, που δεν συνδέεται με την αναθεώρηση του Συντάγματος, γιατί αυτό ρυθμίζεται από το εν ισχύι 13 άρθρο του Συντάγματος, που κάνει λόγο για την ελευθερία των προσωπικών πεποιθήσεων κάθε πολίτου. Και βεβαίως η θέσπιση ενός τέτοιου νόμου δεν πρέπει να έχη τον χαρακτήρα της υποχρεωτικότητος, αλλά της προαιρέσεως κάθε ανθρώπου. Και επειδή όλα τα θέματα εξελίσσονται προοδευτικά για να μη δημιουργούνται μεγάλα κοινωνικά ανοίγματα και καταστρατηγείται η κοινωνική συνοχή, θα πρέπη να αρχίση (όπως και έγινε) η θέσπιση του συγκεκριμένου μέτρου από τους ανθρώπους που δηλώνουν ότι έχουν διαφορετική πίστη η δεν έχουν κάποια συγκεκριμένη πίστη.

Τρίτον. Η Εκκλησία έχει σταθερές απόψεις για την ύπαρξη του ανθρώπου και για την αξία του σώματος, την μετά τον θάνατο ζωή, και την ανάσταση των νεκρών, όπως τις είδαμε προηγουμένως. Παράλληλα όμως σέβεται και την ελευθερία των ανθρώπων, τόσο αυτών που βρίσκονται έξω από τον «χώρο» της όσο και αυτών που ενώ ήταν μέλη της διαπνέονται από άλλες ιδεολογίες και πεποιθήσεις. Γι’ αυτόν τον λόγο η Εκκλησία δεν παρεμποδίζει την νομοθέτηση για την αποτέφρωση των σωμάτων γι’ αυτούς που επιθυμούν από ιδεολογικούς λόγους την αποτέφρωση του σώματός τους, ακόμη «δεν θα μπορούσε ποτέ να συστήσει την καύση των νεκρών», γιατί θα αρνηθή έτσι στην πράξη την βασική διδασκαλία της για το σεβασμό του σώματος. Ακόμη και αν η Πολιτεία έλεγε ότι «η καύση των νεκρών θα ήταν υποχρεωτική, εκεί η Εκκλησία έχει λόγο υπερασπιζόμενη την ελευθερία της βουλήσεως των μελών της» (Σεβ. Ιωαννίνων Θεοκλήτου).

Τέταρτον. Θα τεθή σοβαρό ζήτημα εάν μερικά μέλη της Εκκλησίας θέλουν να αποτεφρωθούν τα σώματά τους, και το δηλώσουν αυτό ελεύθερα πριν πεθάνουν, αλλά συγχρόνως θα θελήσουν να γίνη και η εξόδιος ακολουθία τους. Εκεί θα τεθούν σοβαρά θεολογικά και λειτουργικά ζητήματα. Επειδή η αποτέφρωση συνδέεται συνήθως με διαφορετικές απόψεις για το ανθρώπινο σώμα, θα υπάρχη σοβαρό πρόβλημα. Έπειτα, η κηδεία προϋποθέτει σώμα, και όχι τέφρα και η ταφή προϋποθέτει ταφή σώματος και όχι ταφή τέφρας. Τα ερωτήματα που θα αναφυούν σε μια τέτοια περίπτωση θα είναι: θα κάνη η Εκκλησία κηδεία όταν γνωρίζη ότι αμέσως μετά θα ακολουθήση η αποτέφρωση; Θα γίνεται η αποτέφρωση και μετά θα ακολουθή κηδεία σε ένα λήκυθο που θα περιέχη την τέφρα; Θα αρνηθή τελείως την εξόδιο ακολουθία σε τέτοιες περιπτώσεις;

Το θέμα αυτό θα το επιλύση η Εκκλησία. Πρόσφατα η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας μας απεφάνθη: «Η Εκκλησία δεν έχει αντίρρηση για την καύση των νεκρών για ετεροδόξους και ετεροθρήσκους. Για τους Ορθοδόξους Χριστιανούς η Εκκλησία γνωρίζει και συνιστά ως μοναδικό τρόπο αποσυνθέσεως του νεκρού σώματος την ταφή, σύμφωνα με την Αγία Διδασκαλία της και την απ’ αιώνων Παράδοσή της. Για όποια ποιμαντικά θέματα σχετικά με το ζήτημα αυτό θα ασχοληθεί η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας σε προσεχή Συνεδρία της» (2-3-2006).

Πάντως εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι θα είναι δύσκολο να γίνεται κηδεία σε άνθρωπο που επιθυμεί την αποτέφρωση, προ η μετά από την διαδικασία αυτή, διότι η επιθυμία της αποτέφρωσης δείχνει και ιδιαίτερη ιδεολογική και δογματική τοποθέτηση. Για μια ενημέρωση θα ήθελα να σημειώσω ότι η Καθολική Εκκλησία δεν απαγορεύει την αποτέφρωση των μελών της, εκτός και εάν επιλέχθηκε για λόγους που είναι αντίθετοι προς την διδασκαλία της, οι Λουθηρανοί, οι Αγγλικανοί και άλλοι Προτεστάντες επιτρέπουν την αποτέφρωση, ενώ οι Εβραίοι και οι Ισλαμιστές δεν την επιτρέπουν. Ακόμη, οι Ανατολικές μονοθεϊστικές θρησκείες, που πιστεύουν στην μετεμψύχωση, θεωρούν την καύση των σωμάτων ως υποχρεωτικό πέρασμα για την απελευθέρωση της ψυχής.

Συμπερασματικά πρέπει να υπογραμμισθή ότι τέτοια θέματα είναι σοβαρά και δεν πρέπει να διερευνώνται και να αντιμετωπίζονται μονοδιάστατα. Ο άνθρωπος είναι ένα μυστήριο που δεν προσδιορίζεται μόνον με κοινωνιολογικούς και πολιτικούς όρους, καθώς επίσης και ο θάνατος είναι ένα μυστήριο που δεν αντιμετωπίζεται με οικονομικές προϋποθέσεις. Η Εκκλησία βλέπει την ταφή του ανθρωπίνου σώματος ως ένα «μυστήριο σποράς», αφού σπέρνεται σώμα ασθενικό και εγείρεται πνευματικό, καθώς επίσης βλέπει τον τάφο ως «μνήμα αθανασίας», γιατί πιστεύει στην ύπαρξη της υποστάσεως του προσώπου, στην αίσθηση ότι ο νεκρός είναι κεκοιμημένος, γι’ αυτό και οι χώροι ενταφιασμού λέγονται κοιμητήρια, την ανάμνηση του κεκοιμημένου, και την μελλοντική ανάσταση του σώματος. Επίσης, πρέπει να λεχθή ότι «η Εκκλησία δεν επιβάλλει την πίστη και τις τελετές της σε όσους είναι ξένοι προς αυτήν. Αλλά και όσοι είναι ξένοι προς την Εκκλησία δεν μπορούν να απαιτούν από αυτήν να ευλογή τις αυθαίρετες επιλογές τους» (Γ. Μαντζαρίδης).

  • Προβολές: 1085

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance