π. Κωνσταντίνου Ν. Καλλιανού: Πῶς Σὲ κηδεύσω, Θεέ μου…

του Πρωτοπρ. π. Κωνσταντίνου Ν. Καλλιανού

(Βιωματικές καταθέσεις ποιμαντικής προοπτικής)

Στον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ναυπάκτου Κύριο Ιερόθεο, ταπεινή ευχαριστία.

*

Είναι βέβαιο πως έχουν γραφή πολλά θαυμάσια κείμενα για τη Μεγάλη Παρασκευή. Κείμενα που έχουν μέσα τους την πυράδα των κορυφαίων γεγονότων, τα οποία συντελέστηκαν και «μυστικώς» συντελούνται αυτήν την αγία ημέρα.

Όμως του καθενός μας η μνήμη αυτές τις ιερές στιγμές γλυστρά στα μονοπάτια του χτες και αναζητά τον βέβαιο εκείνο λειμώνα των βιωματικών εμπειριών, που το χτες και η παιδική ηλικία κατέθεσαν στην ψυχή του, μέσα σε αναβαθμούς κατανύξεως και ταπεινές ψαύσεις των ιερών γεγονότων, με τον απαραίτητο σεβασμό και την αμείωτη ταπεινοφροσύνη, στοιχεία που υφαίνουν με την δέουσα προσοχή και τον αταλάντευτο σεβασμό, τον χιτώνα της ενθέου εμβιώσεως, της ακλινούς δηλαδή πίστεώς μας.

Μεγάλη Παρασκευή. Η χαρμολύπη κρούει την θύρα της ψυχής και η άνοιξη που μας ανοίγει την άλλη θύρα, εκείνης του Πάσχα, το οποίο ανεβαίνει σιωπηλό μέσα από σταλαγμούς ευλογημένης κατανύξεως, σταυρώσιμων βιωμάτων και επιτάφιων θρήνων, καταθέτοντας το δικό της μερίδιο στα ιερά μας τα βιώματα.

Μεγάλη Παρασκευή. Έτοιμο το ιερό Κουβούκλιο στο μέσον του ιερού ναού να δεχτή τον Επιτάφιο. Με περίσσια χάρη ανθοστολισμένο, ταπεινά συγυρισμένο απαιτεί μονάχα τον εμβιωμένο σεβασμό και την άδολη προσέγγιση. Γιατί αυτές οι ώρες του στολισμού και της λιτάνευσης του Επιταφίου, προϋποθέτουν τον βαθύτατο και προσεκτικό εντοπισμό της Παρουσίας του Θεού ανάμεσά μας ?τσι για μια συνάντηση....

Γι’ αυτό και την ώρα της εναποθέσεως του Επιταφίου στο ιερό Κουβούκλιο, καθώς οι χοροί ψάλλουν το κορυφαίο δοξαστικό άσμα «Σε τον αναβαλλόμενον το φως ώσπερ ιμάτιον..», όταν φτάσουν στο διαλεχτό και σίγουρα επιλεγμένο στίχο του «Πως Σε κηδεύσω, Θεέ μου..», μαζί τους σιγοψιθυρίζουν με βαθύτατη κατάνυξη, πίστη και παρηγορία, μια πλειάδα από ψυχές, άγνωστες σε πολλούς, γνωστές ωστόσο στον ίδιο το Θεό, γιατί τούτη τη στιγμή καταθέτουν με προσευχητική διάθεση το τραγικό, αλλά επιβαλλόμενο να ειπωθή ερώτημα: «Πως Σε κηδεύσω, Θεέ μου..»

Αυτό το διερώτημα καταθέτει λοιπόν η κάθε ταπεινή ύπαρξη τη στιγμή που κομίζει τα δροσερά άνθη για τον στολισμό του Κουβουκλίου. Και μαζί της ακολουθεί ο χορός των όσων ευπρεπίζουν το Κουβούκλιο, το ντύνουν με άνθη της άνοιξης, το στρώνουν με διαλεχτά στρωσίδια, το προσέχουν ώστε να φανή όσο γίνεται πιο ιεροπρεπές, πιο τέλειο, γιατί εκεί θα κατατεθή η Ζωή που θα προβάλη τη νέα Ζωή.

«Πως Σε κηδεύσω, Θεέ μου» διαλογίζεται και η φτωχή η γιαγιά, όταν κάθεται και αγναντεύει τις νεώτερες κόρες που στολίζουν η και συνδράμουν στον στολισμό του ιερού Κουβουκλίου, όπως εκείνη στα νιάτα της και χαίρεται γιατί το νήμα της παράδοσης όλο και ξετυλίγεται, δεν κόβεται, δεν χάνεται, αλλά συνεχίζει να δένη τα χρόνια το ένα με το άλλο.

«Πως Σε κηδεύσω, θεέ μου» ψιθυρίζει και το μικρό παιδί που κατανύσσεται μέσα στη φεγγοβολή της χαρμολύπης της Μεγάλης Παρασκευής και ολημερίς δε φεύγει από τον ναό παρά στέκει σιμά στο ψαλτήρι και συλλαβίζει τα Εγκώμια. Ξετυλίγει τους γνώριμους τους ήχους, χαίρεται, αγάλλεται και απορεί συνάμα. «Τι σημαίνει, «Η ζωή εν Τάφω»;

Το πρόσωπο του ταπεινού λευΐτη που φέρει στις πλάτες του τον Επιτάφιο και στα χέρια του το ιερό Ευαγγέλιο συσπάται από την συγκίνηση και δεν αντέχει να προφέρη άλλες λέξεις, γιατί είναι βέβαιο πως αδυνατεί ν’ αποθηκεύση κι άλλα κορυφαία γεγονότα. Η ψυχή του, το είναι του έχουν πλημμυρίσει από την Αγάπη και την Μακροθυμία Του...έτσι ο λόγος αυτός του ιερού υμνωδού γίνεται έξαφνα το στοιχείο εκείνο που φέρει μπροστά στο τραγικό αδιέξοδο: «Πως Σε κηδεύσω, Θεέ μου», εγώ ο ανάξιος, ο εμπαθής, ο κεγχριαίος, ο αδύναμος, ο ατελής, ο πειραζόμενος καθημερινά, ο πεπτωκώς, ο γήϊνος; Πως, Θεέ μου, ν’ απλώσω τα χέρια μου να Σε καταθέσω στο κενό μνημείο, το οποίο κι εγώ επέλεξα, όταν ξέρω πως δεν υπάρχει τόπος που να μη Σου ανήκει......

Μεγάλη Παρασκευή. Αυτή τη μέρα οι εκκλησιές είναι ανοιχτές και αναμένουν. Όχι τόσο τον φιλοπερίεργο τον κόσμο, ο οποίος τις επισκέπτεται για να δη τον Επιτάφιο, όσο τον φιλότιμο πιστό η και τον καλοπροαίρετο άπιστο που θα θελήση να καταθέση με το άναμμα του λιτού του κεριού εκείνο το κρυφό, αλλά και τρυφερό δάκρυ της μετανοίας, της φιλαμαρτήμονος συνειδητότητάς του και της βεβαιωμένης του αναξιότητας. Γιατί φτάνει μονάχα να σκεφτής, πέρα από τα λουλούδια, τα στολίδια και τον διάκοσμο, όλες τις ευεργεσίες που δέχεσαι στο περιθώριο των αδυναμιών σου, της ατέλειας και των εφάμαρτων λογισμών σου. Μεταξύ αυτών κι εκείνη που εξάπαντος απαιτεί να Τον κηδεύσης και δεν απαιτεί να Τον αναστήσης... Εκτός μονάχα αν Τον χρειάζεσαι. Κι αυτό σου διδάσκει με μύριους τρόπους η Μεγάλη Παρασκευή.–

  • Προβολές: 1266

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance