• Αρχική
  • Τεῦχος 159 - Ὀκτώβριος 2009
  • Εισήγηση του Σεβασμιωτάτου στην Ιεραρχία: Η συνοδική λειτουργία της Ιεραρχίας, της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και των Συνοδικών Οργάνων

Εισήγηση του Σεβασμιωτάτου στην Ιεραρχία: Η συνοδική λειτουργία της Ιεραρχίας, της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και των Συνοδικών Οργάνων

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Απόσπασμα από την Εισήγηση του Σεβασμιωτάτου στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος.

*

Όλα όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως, που αποτελούν μερικές σύντομες βασικές εκκλησιολογικές και ευχαριστιακές βάσεις, είναι απαραίτητα για να κατανοηθούν τα επόμενα που είναι και τα πρακτικότερα ζητήματα.

Πρέπει εδώ να γίνη μια βασική παρατήρηση. Ο τρόπος λειτουργίας της Ιεραρχίας της Εκκλησίας μας, της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και των Συνοδικών Οργάνων, ρυθμίζεται από τους ιερούς Κανόνες, αλλά και από την εκκλησιαστική Νομοθεσία και τους Κανονισμούς. Δεν θα εισέλθω στο θέμα κατά πόσον πρέπει να εφαρμοσθούν η να διαμορφωθούν διαφορετικά, αλλά θα τονίσω την ατμόσφαιρα μέσα στην οποία θα πρέπει να λειτουργή το συνοδικό πολίτευμα της Εκκλησίας μας μέσα από τις κείμενες διατάξεις.

Κατ’ αρχάς πρέπει να σημειωθή ότι η παράδοση της Εκκλησίας έχει τον δικό της τρόπο συγκροτήσεως των Συνοδικών Οργάνων της, όπως προβλέπεται από τους ιερούς Κανόνες και τον τρόπο συγκροτήσεως των Τοπικών και των Οικουμενικών Συνόδων και γι’ αυτό δεν έχει ανάγκη να μιμηθή άλλα σύγχρονα πρότυπα, γιατί, αν αυτό γίνεται, τότε συνιστά την εκκοσμίκευση στην Εκκλησία.

Οι ενδεχόμενες προσπάθειες να συγκροτηθή η διοίκηση της Εκκλησίας κατά τον τρόπο λειτουργίας των Κρατικών οργάνων (Κοινοβούλιο, Κυβέρνηση) και τον τρόπο διοργανώσεως των αστικών κομμάτων, και μάλιστα των περασμένων δεκαετιών, αλλοιώνουν το ορθόδοξο ήθος και το εκκλησιαστικό φρόνημα και αποτυγχάνουν.

Δεν είναι δυνατόν η Εκκλησία, που έχει μια μακραίωνη παράδοση, να την παραθεωρή και να προσλαμβάνη νέους τρόπους και συνήθως κοσμικούς, κλπ. Ακόμη, δεν είναι επιτρεπτό ο Αρχιεπίσκοπος να εκλαμβάνη τον εαυτό του οιονεί ως Πρωθυπουργό της Εκκλησίας, την Ιεραρχία ως Κοινοβούλιο για να του δίνη ψήφο εμπιστοσύνης, την Διαρκή Ιερά Σύνοδο ως Κυβέρνηση και τους Μητροπολίτες ως υπουργούς η βουλευτές. Ούτε πρέπει να παρεμβάλλονται μεταξύ των Κανονικών Συνοδικών Οργάνων άλλα κέντρα εξουσίας. Είμαι σίγουρος ότι αυτό δεν εκφράζει τον νυν Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο. Όταν επικρατούν τέτοιες απόψεις αποδοκιμάζονται από τον Θεό. Η Ιεραρχία, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος και οι Συνοδικές Επιτροπές είναι προέκταση και έκφραση του συλλείτουργου της θείας Ευχαριστίας και δεν εκφράζουν τον τρόπο οργανώσεως άλλων κοσμικών οργάνων.

Κανονικό, κεντρικό και καθοριστικό όργανο διοικήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος, κατά τις καταστατικές διατάξεις, είναι η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας. Αυτή επιλαμβάνεται όλων των βασικών θεμάτων που απασχολούν την Εκκλησία και αυτή εκλέγει τους νέους Μητροπολίτες και Επισκόπους για να ποιμαίνουν Κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς. Συγχρόνως λειτουργεί και η Διαρκής Ιερά Σύνοδος, που δεν προβλέπεται μεν από τους ιερούς Κανόνες, αλλά λειτουργεί σύμφωνα με τον Συνοδικό Τόμο του 1850, όπως το ζήτησε η τότε Κυβέρνηση του Βασιλείου της Ελλάδος, κατά το σύστημα που «υπάρχει εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία της Ομοδόξου Ρωσίας», αλλά και με την Πατριαρχική Πράξη του 1928. Πάντως, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος λειτουργεί ως εντολοδόχος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και ενεργεί στα ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα μεταξύ των Ιεραρχιών.

Δεν είναι δυνατόν, μέσα στις αρχές του συνοδικού και ιεραρχικού πολιτεύματος της Εκκλησίας, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος να υποκαθιστά και να υπονομεύη την Ιεραρχία, αλλά ούτε και τα διάφορα Συνοδικά Όργανα να ενεργούν με παραθεώρηση της «συνοδικής διαγνώμης» της Ιεραρχίας της Εκκλησίας.

Ο πστ ιερός Κανόνας της Καρθαγένης, σε συνδυασμό με την Πέμπτη Πράξη της Συνόδου, ασχέτως του ότι μέχρι τότε δεν είχαν επικρατήσει τα περί καταστάσεως των θρόνων των Εκκλησιών, έχει μια σημαντική εκκλησιολογική αρχή ότι «αμίαντον αεί την εκκλησιαστικήν φυλάττεσθαι κατάστασιν». Αυτό συνδέεται με δύο τρόπους.

Ο πρώτος τρόπος είναι το να τηρούν οι Επίσκοποι τα ψηφισθέντα και βεβαιωθέντα των προηγουμένων Συνόδων, «ίνα η συναίνεσις πάντων ημών φανερωθή ομονοείν τοις συνδόξασι». Ε?ναι σημαντικό το σκεπτικό της Συνόδου: «Τότε γαρ της υμετέρας αδελφότητος η ομόνοια λαμπροτέρα του φωτός αναδειχθήσεται».

Ο δεύτερος τρόπος είναι ότι «η τάξις αύτη και υπό των Πατέρων και των αρχαίων εφυλάχθη, και υφ’ ημών κατά συγχώρησιν Θεού φυλαχθήσεται», το «μηδένα των αδελφών τολμάν εαυτόν προτιμάν προπετώς των προ αυτού, αλλά ταις της αγάπης αεί παρεσχέθη τοις προτέροις, όπερ οι επακολουθούντες χαριέντως κατεδέξαντο».

Βεβαίως, η μετέπειτα πράξη της Εκκλησίας με την καθιέρωση της τάξεως των θρόνων έχει θέσει τάξη στα εκκλησιαστικά πράγματα, αλλά αυτή η βασική εκκλησιολογική αρχή στην βάση της είναι σε ισχύ.

Πάντως, σε περίπτωση που καταρτισθή νέος Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας θα πρέπει να ληφθή υπ' όψη σοβαρά ο τρόπος που λαμβάνονται οι Συνοδικές αποφάσεις και η κατά κανονικότερο τρόπο λειτουργία των Συνοδικών Οργάνων, ήτοι να καθορισθή με καθαρούς κανονικούς τρόπους η σχέση μεταξύ της Ιεραρχίας και της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου. Ο εν ισχύι Καταστατικός Χάρτης στο θέμα αυτό διευκρινίζει μερικές αρμοδιότητες, αλλά και ταυτολογεί σε μερικές άλλες, όπως πολλές φορές φάνηκε κατά τις έντονες συζητήσεις στην Ιεραρχία, κατά το παρελθόν.

Στην συνέχεια, θα εξετασθή με συντομία ο τρόπος με τον οποίο μπορούν να λειτουργούν συνοδικότερα τα τρία συνοδικά όργανα, ήτοι η Ιεραρχία, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος και οι Συνοδικές Επιτροπές με τα λοιπά Συνοδικά Όργανα, μέσα στις ισχύουσες κανονικές και εκκλησιαστικές διατάξεις. Με όσα θα λεχθούν δεν προτείνω προς το παρόν αλλαγές, αλλά περισσότερο εντοπίζω την ατμόσφαιρα που πρέπει να επικρατή στην Εκκλησία μέσα από τις ιχύουσες αυτές διαδικασίες.

Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπως έχει λεχθή, είναι ο κανονικός θεσμός λειτουργίας της Εκκλησίας και της επιλύσεως όλων των θεμάτων που την απασχολούν, κατά τον τύπο του συνοδικού συστήματος. Πρέπει, κυρίως, να δίνη κανείς μεγάλη προσοχή στον τρόπο λειτουργίας της, ο οποίος στην πραγματικότητα είναι (η πρέπει να είναι) όπως προαναφέρθηκε, η προέκταση της ατμόσφαιρας της θείας Λειτουργίας και όχι η επιβολή των όσων γίνονται σε κοινοβουλευτικές και συλλογικές ανθρώπινες συνελεύσεις.

Αυτό σημαίνει ότι όλα τα μέλη της Ιεραρχίας πρέπει να σέβονται τον προεξάρχοντα των Συνεδριάσεών της, ήτοι τον Αρχιεπίσκοπο η τον κανονικώς και νομίμως αντικαταστάτη του, όπως γίνεται στον προεξάρχοντα της θείας Λειτουργίας, διότι αυτός αποτελεί, κατά τους ιερούς Κανόνες, το κέντρο κανονικής συγκροτήσεως της Εκκλησίας. Αλλά και ο προεξάρχων της Συνεδριάσεως πρέπει να σέβεται την γνώμη των μελών της Ιεραρχίας, που συλλειτουργούν-συνδιοικούν μαζί του και έχουν λόγο εκκλησιαστικής υπάρξεως και έτσι λειτουργεί κανονικά η «συνοδική διαγνώμη».

Γενικώς, θα πρέπει να γίνωονται σεβαστά τα ποικίλα χαρίσματα που διακρίνουν τους Αρχιερείς της Εκκλησίας μας. Γνωρίζω, εκτιμώ και χαίρομαι τα πολυποίκιλα χαρίσματα των αδελφών Ιεραρχών, πρεσβυτέρων και νεωτέρων, που εκδηλώνονται ποικιλοτρόπως σε όλη την λειτουργία της Εκκλησίας, ήτοι χαρίσματα θεολογικά, κανονικά, επιστημονικά, ποιμαντικά κλπ. Όλοι έχουν να προσφέρουν τον δικό τους λόγο στην αντιμετώπιση των διαφόρων θεολογικών και ποιμαντικών θεμάτων. Δεν είμαστε όλοι οι ίδιοι και δεν πρέπει να αναμένουμε το να ταυτιζόμαστε απολύτως στα χαρίσματα και τις ικανότητες, αλλά πρέπει να εκτιμούμε την ιδιαιτερότητα κάθε χαρίσματος των άλλων μελών. Η παραθεώρηση της ποικιλίας των χαρισμάτων που δίνει ο Θεός συνιστά, κατά τον άγιο Συμεών τον νέο Θεολόγο, την βλασφημία του Αγίου Πνεύματος, που τα χορήγησε, καθώς επίσης εκείνος που διαβάλλει τις ενέργειες του Αγίου Πνεύματος και τις αποδίδει στον διάβολο εισάγει αίρεση στην Εκκλησία.

Τα θέματα τα οποία επιλέγονται για να εξετασθούν στην Ιεραρχία πρέπει να είναι σύμφωνα με τα θέματα που συζητούσαν η Αποστολική Σύνοδος και οι Τοπικές και Οικουμενικές Σύνοδοι, δηλαδή, θεολογικά και κανονικά, που αναφέρονται στην πίστη και στην τάξη, στο δόγμα-όρο, στην κανονική συγκρότηση και στο ήθος των μελών της Εκκλησίας. Έχει ωριμάσει σε πολλούς Αρχιερείς η γνώμη, ότι κατά τις Συνεδριάσεις της Ιεραρχίας αντί να αναπτύσσονται ακαδημαϊκά θέματα, τα περισσότερα χάριν επικοινωνιακού λόγου, να γίνονται αναλύσεις των ζητημάτων που απασχόλησαν κατά το προηγούμενο διάστημα τις Συνοδικές Επιτροπές. Έτσι, αφ' ενός μεν θα γίνεται μια πλήρης ενημέρωση της Ιεραρχίας για τα διάφορα θέματα που απασχόλησαν τις Συνοδικές Επιτροπές, αφ' ετέρου δε θα λαμβάνωνται συλλογικές και ειδικές αποφάσεις. Αυτό είναι σύμφωνο με τις διατάξεις του Καταστατικού Χάρτη για τις Συνοδικές Επιτροπές, όπως θα αναφερθή πιο κάτω.

Θα χρησιμοποιήσω ένα παράδειγμα. Γιατί να γίνεται σε κάθε σχεδόν Ιεραρχία απολογισμός των οικονομικών θεμάτων –που κι αυτό είναι αναγκαίο, γιατί πρέπει να υπάρχη διαφάνεια και καλή διαχείριση– και να μη γίνεται συγχρόνως ενημέρωση των Ιεραρχών από την αρμόδια Συνοδική Επιτροπή για τα διορθόδοξα και διαχριστιανικά ζητήματα; Τι προέχει για την Εκκλησία, τα οικονομικά θέματα η οι ποικίλοι διορθόδοξοι, διαχριστιανικοί και διαθρησκευτικοί διάλογοι, όπου πρέπει να εκφράζεται η πίστη και η ζωή της Τοπικής Εκκλησίας;

Νομίζω ότι δεν συνιστά λειτουργία του Συνοδικού πολιτεύματος το να υπογράφονται διαχριστιανικά και διορθόδοξα κείμενα άνευ γνώσεως των μελών της Ιεραρχίας και άνευ Συνοδικής αποφάσεως. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν δεσμεύεται η Εκκλησία μας. Άλλωστε, κατά το άρθρ. 4 του Ν. 590/1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» έργο της Ιεραρχίας είναι να «μεριμνά δια την τήρησιν των Δογμάτων της Ορθοδόξου Πίστεως, των Ιερών Κανόνων και των Ιερών Παραδόσεων, δια την ενότητα της Πίστεως, ως και δια την Εκκλησιαστικήν κοινωνίαν μετά του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των λοιπών Ορθοδόξων Πατριαρχείων και Αυτοκεφάλων Εκκλησιών και ρυθμίζει τας σχέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος μετά των ετεροδόξων».

Έπειτα, η ατμόσφαιρα που θα επικρατή στην Σύνοδο της Ιεραρχίας θα πρέπει να είναι λειτουργική, ευχαριστιακή, άλλωστε, όπως επανειλημμένως έχει αναφερθή, η Σύνοδος της Ιεραρχίας είναι προέκταση της θείας Ευχαριστίας. Επίσης, η αντιμετώπιση των θεμάτων πρέπει να γίνεται με θεολογική γλώσσα, γιατί η θεολογία της Εκκλησίας δεν είναι απλώς μια υπόθεση των Θεολογικών Σχολών η είναι αναγκαία για την επεξεργασία ενός θέματος σε μια ομιλία, αλλά διαποτίζει όλη την ζωή της Εκκλησίας και αλλοίμονον αν η Ιεραρχία δεν εκφράζεται θεολογικώς. Η έκθεση των απόψεων των Ιεραρχών πρέπει να γίνεται με ευπρέπεια και εκκλησιαστικό ήθος, πράγμα που θα διευκολύνει την λήψη των αποφάσεων. Οι φωνασκίες, οι αποδοκιμασίες, τα χειροκροτήματα, ο αυταρχικός τρόπος παρεμβάσεως, οι ειρωνίες, οι συνθηματολογικοί λόγοι, οι λεγόμενες «ατάκες», οι υποτιμήσεις, οι διακοπές και οι περιφρονήσεις των ομιλητών κλπ. δεν μπορούν να γίνωονται στις Συνεδριάσεις της Ιεραρχίας. Ας σκεφθούμε αν θα επιτρέπαμε μια τέτοια νοοτροπία εμείς οι Επίσκοποι στις ιερατικές Συνάξεις των Μητροπόλεών μας.

Περισσότερο από όλα η ατμόσφαιρα της ιερουργίας θα πρέπει να επικρατή κατά την εκλογή των Μητροπολιτών και Επισκόπων. Καθ’ όλη την διάρκεια της ψηφοφορίας πρέπει να επικρατή ιεροπρέπεια. Άλλωστε, κατά τους ιερούς Κανόνες, η ψηφοφορία θεωρείται και «χειροτονία» και είναι σημαντικότερη πράξη της Εκκλησίας από την τάξη της χειροτονίας του εκλεγέντος.

Στην κανονική παράδοση της Εκκλησίας η λέξη «χειροτονία» έχει δύο έννοιες. Η πρώτη, αρχαιοτέρα έννοια, δηλώνει την ψήφο, την εκλογή που γινόταν με την ανάταση της χειρός, όπως λέγει ο ε’ Κανόνας της Λαοδικείας «περί του, μη δειν τας χειροτονίας, επί παρουσία ακροωμένων γίνεσθαι». Κατά τον άγιο Νικόδημο τον αγιορείτη «ο Ζωναράς και ο Βαλσαμών, ερμηνεύοντες τον παρόντα Κανόνα, λέγουσιν, ότι χειροτονίας εδώ ονομάζει ο Κανών τας ψήφους και εκλογάς των ιερωμένων, αι οποίαι όταν γίνωνται, δεν πρέπει να ήναι παρόντες τινες λαϊκοί ακροώμενοι των λεγομένων, ίνα μη ακούοντές τινας κατηγορίας κατά των ψηφιζομένων σκανδαλίζωνται και παρακινούνται προς την κακίαν». Λεγόταν παλαιότερα η ψηφοφορία χειροτονία, γιατί όπως λέγει ο Ζωναράς, τους παλαιούς χρόνους «τα πλήθη συναγόμενα, εχειροτόνουν, ήτοι εψήφιζον, δια της εκτάσεως των χειρών, τους αρχιερείς». Η δεύτερη έννοια της χειροτονίας, που χρησιμοποιείται κυρίως σήμερα, δηλώνει την κατά την ιεροτελεστία υπό του αρχιερέως δια των ευχών και της επικλήσεως του Αγίου Πνεύματος, λειτουργική και μυστηριακή πράξη, όταν ο Επίσκοπος τείνη και τοποθετή την χείρα του στην κεφαλή του χειροτονουμένου, σύμφωνα με το αποστολικό χωρίο «χείρας ταχέως μηδενί επιτίθει».

Έτσι, η εκλογή και ο τρόπος της εκλογής πρέπει να γίνεται με τον δέοντα εκκλησιαστικό τρόπο. Οι εκατέρωθεν πιέσεις, η προσπάθεια επιβολής μιας «ομάδος» Ιεραρχών που προωθούν έναν δικό τους υποψήφιο, η ακαταστασία κατά την διάρκεια της ψηφοφορίας δεν συνιστούν εκκλησιαστικό ήθος.

Ο Αρχιεπίσκοπος και τα μέλη της Ιεραρχίας μπορούν να προτείνουν, με το ισχύον σύστημα εκλογής, υποψηφίους Πρεσβυτέρους για να εκλεγούν Επίσκοποι, αλλά δεν πρέπει να εξασκούνται πιέσεις, ούτε, το χειρότερο, να στήνονται μηχανισμοί επικρατήσεως η να συμβαίνουν ποικίλες συναλλαγές. Επίσης, εάν επικρατήση η πρόταση του Αρχιεπισκόπου, δεν μπορεί να θεωρήται προσωπική του νίκη η «ψήφος εμπιστοσύνης» της Ιεραρχίας στο πρόσωπό του, όπως και εάν εκλεγή κάποιος άλλος, που προτείνεται από κάποια μέλη της Ιεραρχίας, δεν μπορεί να θεωρηθή ήττα του Αρχιεπισκόπου, αλλά απόφαση και ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, που εκφράζεται δια της «συνοδικής διαγνώμης». Εκκοσμικευμένες νοοτροπίες και δημοσκοπικές αναλύσεις δεν μπορούν να ισχύσουν στο ευλογημένο Σώμα της Εκκλησίας.

Η συνειδητή η ασυνείδητη προσπάθεια να παρασυρθή η Ιεραρχία η να πιεσθή με διαφόρους «μηχανισμούς» στην λήψη ορισμένων αποφάσεων που συμφέρουν τον Πρόεδρο η τα διάφορα μέλη της Ιεραρχίας δεν συνιστούν εκκλησιαστικό φρόνημα και ορθόδοξο ήθος. Το συνοδικό και ιεραρχικό πολίτευμα έχει διαφορετικό ήθος από εκείνο που επικρατεί στα ανθρώπινα πολιτεύματα. Δεν είναι δυνατόν η Ιεραρχία να μιμήται την ατμόσφαιρα που κυριαρχεί στους χώρους των Κοινοβουλίων και των κοινωνικών συλλογικών οργάνων, τα οποία ούτως η άλλως είναι σεβαστά σε μια δημοκρατική Πολιτεία, γιατί η Εκκλησία έχει ένα άλλο ήθος.

Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος λειτουργεί ως εντολοδόχος της Ιεραρχίας και έτσι λαμβάνονται διάφορες αποφάσεις. Τα θέματα που επιλαμβάνεται πρέπει να συντονίζονται στην «συνοδική διαγνώμη» της Ιεραρχίας και οι αποφάσεις πρέπει να ανταποκρίνονται στην παράδοση της Εκκλησίας.

Έχω συμμετάσχει σε τρεις συνοδικές περιόδους ως μέλος της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου με τρεις διαφορετικούς Αρχιεπισκόπους, τους μακαριστούς Σεραφείμ και Χριστόδουλο, και τώρα τον Ιερώνυμο, και συνεργάσθηκα και συνεργάζομαι με αξιολόγους Αρχιερείς. Αυτό με έχει διδάξει ότι η Διαρκής Ιερά Σύνοδος λειτουργεί με καλύτερο τρόπο από την Ιεραρχία. Ενδεχομένως, αυτό οφείλεται στο ότι είναι ολιγοπρόσωπο όργανο και δίνεται η δυνατότητα ανταλλαγής απόψεων και λήψεως συγκεκριμένων αποφάσεων με επαρκή γνώση των πραγμάτων και ενδελεχή συζήτηση. Είναι, όμως, αλήθεια ότι ο Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου και η παρουσία πεπειραμένων Ιεραρχών καθορίζουν εν πολλοίς την ατμόσφαιρα της Συνόδου. Άλλωστε και οι τρεις τελευταίοι Αρχιεπίσκοποι (Σεραφείμ, Χριστόδουλος και Ιερώνυμος) διακρίνονταν από διάφορα χαρίσματα που εν πολλοίς προσδιόριζαν και προσδιορίζουν τις συζητήσεις και τις αποφάσεις. Μπορεί, όμως, ο τρόπος λειτουργίας της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου να βελτιωθή ακόμη περισσότερο για να ανταποκρίνεται τόσο στην παράδοση της Εκκλησίας όσο και στις σύγχρονες συνθήκες ζωής.

Το βασικό θέμα που πρέπει να εξετασθή είναι ο τρόπος συζητήσεων των θεμάτων της Ημερησίας Διατάξεως. Κατά την συνοδική περίοδο του 1996-7, που ήμουν μέλος της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, με πρόταση του Σεβ. Μητροπολίτου Ιωαννίνων κ. Θεοκλήτου, όλα τα θέματα της Ημερησίας Διατάξεως για πρώτη φορά γράφονταν περιληπτικώς, ώστε να γνωρίζουμε για το τι επρόκειτο να συζητηθή στην Σύνοδο. Μέχρι τότε τα θέματα αναγράφονταν στην Ημερησία Διάταξη με γενικό και συνοπτικό τρόπο. Νομίζω ότι και αυτό πρέπει να βελτιωθή ακόμη περισσότερο.

Πρέπει να εξετασθή το ενδεχόμενο, αν όχι για όλα τα θέματα, τουλάχιστον για τα βασικά να αποστέλλεται στους Συνοδικούς, πολλές ημέρες πριν, πλήρης φάκελλος, μαζί με τις ενδεχόμενες γνωμοδοτήσεις και τα σχετικά έγγραφα, ώστε να προετοιμάζονται καλύτερα για την συζήτηση και κατά συνέπεια οι αποφάσεις να είναι, κατά το δυνατόν, τεκμηριωμένες. Αν δεν γίνεται αυτό και επικρατούν διάφορες μεθοδεύσεις για την έκδοση των αποφάσεων, τότε αυτός ο τρόπος δεν εκφράζει το συνοδικό πολίτευμα της Εκκλησίας. Βεβαίως, αυτό ενέχει τον κίνδυνο να διοχετεύονται τα θέματα και οι εισηγήσεις στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο, αλλά αυτό έχει σχέση με το εκκλησιαστικό φρόνημα η μη αυτών που ενεργούν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ούτως η άλλως, όμως, τα θέματα, συνήθως, διαρρέουν στον Τύπο.

Για μείζονος σημασίας θέματα θα είναι καλό, μαζί με τις γνωμοδότησεις των διαφόρων Συνοδικών Οργάνων, ένα μέλος της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου με πρόταση του Αρχιεπισκόπου η της Συνόδου να αναλαμβάνη την εισήγησή τους.

Οι ανακοινώσεις των αποφάσεων της Διαρκούς Συνόδου γίνονται με τα Δελτία Τύπου, αλλά είναι καλό ένα πεπειραμένο μέλος της Συνόδου να αναλαμβάνη να δίνη τις σχετικές διευκρινίσεις, γιατί, αν δεν γίνεται αυτό, τότε θα υπάρχη παραπληροφόρηση της κοινής γνώμης και διαρροή διαφόρων εικοτολογιών. Εννοείται, βεβαίως, ότι ο Αρχιερεύς αυτός δεν πρέπει να αναμειγνύη τις προσωπικές του απόψεις με τις συλλογικές αποφάσεις, ούτε να βρίσκη αφορμή, λόγω της επικοινωνίας του με τους δημοσιογράφους να προβάλλη τον εαυτό του και να ασκή μια προσωπική επικοινωνιακή πολιτική, ούτε να ενεργή με κοσμικό τρόπο.

Κατά τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος λειτουργούν και οι Μόνιμες Συνοδικές Επιτροπές οι οποίες συνιστώνται «προς μελέτην και επεξεργασίαν των θεμάτων της ημερησίας διατάξεως των συνελεύσεων της Ι.Σ.Ι. ως και προς την υποβοήθησιν του εν γένει έργου της Δ.Ι.Σ. και εκτέλεσιν των αποφάσεων αυτών» (αρθ. 10).

Πρόκειται για έναν σημαντικό συνοδικό θεσμό, στον οποίο μετέχουν Αρχιερείς από την Ιεραρχία, Ιερείς και λαϊκοί ειδικοί επιστήμονες που ασχολούνται με σοβαρότητα πάνω σε διάφορα ζητήματα, τα επεξεργάζονται, τα προτείνουν η και μετά από απόφαση της Συνόδου τα υλοποιούν. Αυτός ο θεσμός πρέπει να αξιοποιηθή ακόμη περισσότερο, γιατί εκφράζει το συνοδικό και ιεραρχικό πολίτευμα της Εκκλησίας. Θεωρώ ότι, αν οι Συνοδικές Επιτροπές λειτουργούν αποδοτικά, τότε θα λειτουργούν καλά και τα υπερκείμενα συνοδικά Όργανα, γιατί αυτά είναι τα ζωντανά κύτταρα του όλου πνευματικού οργανισμού της Εκκλησίας.

Υπάρχουν, όμως, δύο σημεία που πρέπει να προσεχθούν ιδιαιτέρως. Το ένα είναι ο τρόπος με τον οποίο συγκροτούνται οι Συνοδικές Επιτροπές, για να είναι αντιπροσωπευτικές των διαφόρων χαρισμάτων που διακρίνουν τους Επισκόπους, τους Κληρικούς και λαϊκούς, ώστε να παράγεται σημαντικό έργο. Το άλλο σημείο είναι το να λαμβάνονται σοβαρά υπ’ όψη οι εισηγήσεις τους και να μη παραθεωρούνται εύκολα από την Ιερά Σύνοδο. Βεβαίως, αρμόδια όργανα να κρίνουν και να λαμβάνουν αποφάσεις είναι η Διαρκής Ιερά Σύνοδος και τελικά η Ιεραρχία, αλλά τα ανώτερα αυτά όργανα διευκολύνονται στις τεκμηριωμένες αποφάσεις τους, αν υπάρχουν τεκμηριωμένες κανονικώς και νομικώς εισηγήσεις.

Εκτός από τις Μόνιμες Συνοδικές Επιτροπές έχουν δημιουργηθή με αποφάσεις της Ιεραρχίας και Ειδικές Συνοδικές Επιτροπές για την αντιμετώπιση διαφόρων συγχρόνων θεμάτων. Θα πρέπει να εξετασθή και να αποφασισθή αν μερικές από αυτές πρέπει να συμπτυχθούν, γιατί ασχολούνται με παράλληλα η σχετικά θέματα και συγχέονται οι αρμοδιότητές τους με τις ανάλογες αρμοδιότητες των Μονίμων Συνοδικών Επιτροπών.

Επί πλέον στο συνοδικό πολίτευμα της Εκκλησίας υπάγονται και άλλοι Εκκλησιαστικοί Οργανισμοί, όπως τα Εκκλησιαστικά Συνοδικά Δικαστήρια, Υπηρεσιακά Συμβούλια, Εκκλησιαστική Κεντρική Υπηρεσία Οικονομικών, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Επικοινωνιακή και μορφωτική υπηρεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος κλπ. Και γι’ αυτά ισχύουν όσα ελέχθησαν για τις Συνοδικές Επιτροπές.

Πρέπει να υπογραμμισθή ότι ο Αρχιεπίσκοπος, ως Πρόεδρος της Ιεραρχίας και της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, έχει μια πρόσθετη ευθύνη για την καλή λειτουργία των Συνοδικών Οργάνων και έργο του είναι αφ' ενός μεν να μην επεμβαίνη άκομψα στην λήψη των αποφάσεων για να τις καθορίζη εν ονόματι της δήθεν ενότητος της Ιεραρχίας, αφ' ετέρου δε να μην αφήνη να δημιουργούνται διάφορα κενά ώστε να αναπτύσσονται άλλα παράκεντρα κέντρα, εν ονόματι της δήθεν ελευθερίας του καθενός. Ο χρυσός κανόνας είναι να ευρίσκεται ο κατάλληλος τρόπος για να επιτυγχάνεται η ενότητα εν τη ελευθερία και η ελευθερία εν τη ενότητι.

  • Προβολές: 1137

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance