Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου: «Η εικόνα στήν ορθόδοξη καί τήν δυτική παράδοση (Α')»

 

(Εισήγηση στόν 2ο Εικαστικό κύκλο τού Πνευματικού Κέντρου τού Δήμου Αγρινίου, βλ. τ. 175)


Ἀπόστολος ΠαῦλοςΕίναι γνωστόν ότι γενικά η τέχνη εκφράζει τόν πολιτισμικό τρόπο ζωής τών ανθρώπων, οπότε καί η θρησκευτική τέχνη κάθε λαού είναι μέρος τού πολιτισμού του. Μέσα στό πλαίσιο αυτό πρέπει νά ενταχθή καί η θεολογία τής εκκλησιαστικής εικόνας, η οποία εκφράζει τήν θεολογική καί πολιτισμική διαφορά μεταξύ Ανατολής καί Δύσεως. Τό θέμα αυτό έχει πολλές διαστάσεις. Θά προσπαθήσω όμως νά παρουσιάσω, όσο τό δυνατόν σύντομα, μερικές από αυτές, πού δέν είναι πολύ συνηθισμένες.

Θά χωρίσω τό θέμα μου σέ τρείς ενότητες. Στήν πρώτη θά γίνη λόγος γιά τήν ορθόδοξη θεολογία τής εικόνας, όπως διατυπώθηκε στήν Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο στήν δεύτερη γιά τό πώς ο Καρλομάγνος καί γενικότερα οι Φράγκοι απέρριψαν καί καταδίκασαν τίς αποφάσεις τής Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, οπότε άρχισε η διαφοροποίηση τής θεολογίας τής εικόνας στήν Δύση καί στήν τρίτη ενότητα θά δούμε τήν διαφορά τής θρησκευτικής εικόνας στήν Δύση από τήν θεολογία τής Ορθοδόξου εικόνας πού επικράτησε στήν Ανατολή.

1. Η απόφαση τής Ζ' Οικουμενικής Συνόδου περί τών ιερών εικόνων

Στό ανατολικό τμήμα τής Χριστιανικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας γιά 120 περίπου χρόνια (726-843) δημιουργήθηκε μεγάλη ένταση γύρω από τίς εικόνες, καί συνεκλήθησαν πολλές Σύνοδοι γιά νά αποφανθούν επί τού θέματος αυτού. Οι Νεστοριανοί καί οι Παυλικιανοί απέρριπταν τίς ιερές εικόνες, ο δέ Νακωλείας τής Φρυγίας Κωνσταντίνος μέ άλλους ανωτέρους Κληρικούς, ήταν εικονομάχοι. Ο Λέων Γ' Ίσαυρος μέ τήν συμβουλή τού Νακωλείας Κωνσταντίνου εξέδωκε δύο διατάγματα τά έτη 726 καί 730 μέ τά οποία διέτασσε τήν καταστροφή τών ιερών εικόνων καί απαγόρευσε τήν προσκύνησή τους ως ειδωλολατρική πράξη. Ο υιός του Κωνσταντίνος Κοπρώνυμος καταπολέμησε οξύτερα τίς εικόνες καί συγκάλεσε τό 754 Σύνοδο στήν Κωνσταντινούπολη, χωρίς τήν συμμετοχή τών Πατριαρχείων Ρώμης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας καί Ιεροσολύμων, μέ συμμετοχή εικονομάχων Επισκόπων, η οποία Σύνοδος καταδίκασε τήν προσκύνηση τών εικόνων καί μάλιστα τήν εικόνα τού Χριστού ως νεστοριανική καί μονοφυσιτική αίρεση.

 

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ ΔαμασκηνόςΟι κάτοικοι τής Αυτοκρατορίας χωρίσθηκαν σέ δύο παρατάξεις, αφού η μία ήταν οι λεγόμενοι εικονόφιλοι πού αγαπούσαν τίς εικόνες καί ήθελαν νά υπάρχουν στούς Ιερούς Ναούς τους καί η άλλη παράταξη ήταν οι λεγόμενοι εικονοκλάστες ή εικονομάχοι πού αρνούνταν τίς εικόνες καί τίς απέβαλαν από τούς Ιερούς Ναούς. Τήν περίοδο εκείνη αναπτύχθηκαν πολλά επιχειρήματα, κυρίως θεολογικά, γιά τήν αξία καί τήν σπουδαιότητα τών ιερών εικόνων εγράφησαν πολλά καί αξιόλογα κείμενα, αναδείχθηκε ως μεγάλη μορφή ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, καθώς επίσης καί ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός. Τελικά, η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος τό 787 μ.Χ. αποφάνθηκε γιά τήν τιμητική προσκύνηση τών ιερών εικόνων. Όμως, χρειάσθηκαν πολλά ακόμη χρόνια γιά νά γίνη η αναστήλωσή τους, πού πραγματοποιήθηκε τό 843 καί έκτοτε τήν εορτάζουμε ως εορτή τής Ορθοδοξίας.

Ο όρος τής Ζ' Οικουμενικής Συνόδου είναι σημαντικός καί συνοψίζει ολόκληρη τήν ορθόδοξη διδασκαλία γιά τίς εικόνες. Θά σημειωθούν δύο βασικά χαρακτηριστικά σημεία τά οποία δείχνουν τήν θεολογία τής ιερής εικόνας, όπως αποφάνθηκε η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος.

Τό πρώτο είναι ότι οι εικόνες, οι οποίες ονομάζονται «ιεραί καί άγιαι», πού κατασκευάζονται από χρώματα, καί ψηφίδες καί από άλλη ύλη, καί οι οποίες τίθενται «παραπλησίως τώ τύπω τού τιμίου καί ζωοποιού σταυρού», θεσπίσθηκε νά τοποθετούνται στίς Εκκλησίες τού Θεού, στά σκεύη καί τά ενδύματα, στούς τοίχους καί τίς σανίδες, στούς οίκους καί τίς οδούς. Πρόκειται γιά τίς εικόνες τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τής Θεοτόκου, τών τιμίων αγγέλων καί «πάντων αγίων καί οσίων ανδρών». Μέ τόν τρόπο αυτό, καθώς οι πιστοί θά βλέπουν «δι’ εικονικής ανατυπώσεως» τόν Χριστό, τήν Παναγία καί τούς Αγίους θά «διανίστανται πρός τήν τών πρωτοτύπων μνήμην τε καί επιπόθησιν».

Τό δεύτερο σημείο είναι ότι στίς ιερές εικόνες απονέμεται «τιμητική προσκύνησις», όχι όμως, καί «αληθινή λατρεία», η οποία αποδίδεται «μόνη τή θεία φύσει». Η τιμή πρέπει νά είναι η ίδια μέ τήν τιμή πού αποδίδεται στόν τύπο τού τιμίου καί ζωοποιού Σταυρού, τά άγια Ευαγγέλια καί τά λοιπά ιερά αναθήματα, θυμιάματα καί φώτα. Καί, βέβαια, η τιμητική προσκύνηση δέν αποδίδεται στήν εικόνα, αλλά στό πρωτότυπο, διότι «ο προσκυνών τήν εικόνα, προσκυνεί εν αυτή τού εγγραφομένου τήν υπόστασιν», αφού, κατά τόν Μέγα Βασίλειο, «η γάρ τής εικόνος τιμή επί τό πρωτότυπον διαβαίνει»

Φώτης Κόντογλου "Ἔκφρασις"Έκτοτε τιμάμε τίς ιερές εικόνες, τίς ασπαζόμαστε καί ζητάμε τό έλεος τού Θεού καί τίς πρεσβείες τής Θεοτόκου καί τών αγίων. Ο αείμνηστος Φώτης Κόντογλου, ο οποίος συνετέλεσε πολύ στήν επαναφορά στήν Ελλάδα τής αγιογραφήσεως τών Ναών μέ βάση τήν βυζαντινή τεχνοτροπία, καί αποβλήθηκαν οι λεγόμενες φράγκικες εικόνες, οι οποίες ζωγραφίζονταν τότε ακόμη καί στό Άγιον Όρος, έχει αναφερθή στήν αξία τών ιερών εικόνων καί στόν τρόπο αγιογραφήσεώς τους. Θά παραθέσω μερικά χαρακτηριστικά του σημεία.

Η λειτουργική εικόνα κατά τόν Φώτη Κόντογλου έχει «θεολογικήν έννοιαν. Δέν είναι, ως είπαμεν, μία ζωγραφία οπού γίνεται διά νά τέρπη τούς οφθαλμούς μας, ή ακόμα διά νά μάς ενθυμίζη απλώς τά άγια πρόσωπα, όπως γίνεται μέ τάς εικόνας οπού έχομεν διά νά φέρνωμεν εις τήν μνήμην μας τούς αγαπημένους συγγενείς καί φίλους μας, αλλά είναι κατά τέτοιον τρόπον ζωγραφισμένη, ώστε νά μάς ανυψώνη από τόν φθαρτόν κόσμον τούτον, καί νά μάς κάμνη νά οσφρανθώμεν εκείνον τόν καινόν αέρα τής Βασιλείας τού Θεού. Διά τούτο δέν έχει καμμίαν ομοιότητα μέ τάς ζωγραφίας οπού παριστάνουν μέ υλικόν τρόπον κάποια πρόσωπα, ακόμα καί Αγίους, όπως γίνεται εις τήν θρησκευτικήν τέχνην τής Δύσεως. Εις τήν λειτουργικήν εικόνα τά άγια πρόσωπα εικονίζονται εν αφθαρσία».

Η τέχνη τών εικόνων στήν Ορθόδοξη Εκκλησία «λέγεται αγιογραφία ως ζωγραφίζουσα άγια πρόσωπα καί αγίας υποθέσεις». Έτσι, «η λειτουργική τέχνη τρέφει τόν πιστόν μέ πνευματικά οράματα καί ακούσματα, διϋλίζουσα τά εισερχόμενα διά τών πυλών τών αισθήσεων, φαιδρύνουσα τήν ψυχήν αυτού μέ τόν ουράνιον οίνον, καί δωρουμένη εις αυτόν τήν ειρήνην τής διανοίας».

Επειδή η τέχνη αυτή είναι λειτουργική καί προορίζεται γιά τήν προσευχή καί τήν λατρεία γι’ αυτό καί ο αγιογράφος «δέν είναι απλώς ένας τεχνίτης οπού κάμνει μίαν αναπαραστατικήν ζωγραφίαν επάνω εις κάποια θέματα θρησκευτικά, αλλά έχει πνευματικόν αξίωμα καί πνευματικήν διακονίαν, τήν οποίαν επιτελεί εις τήν εκκλησίαν, ως ο ιερεύς καί ο ιεροκήρυξ».

Αλλά ο αγιογράφος χρησιμοποιεί καί τά κατάλληλα μέσα γιά νά αγιογραφήση μιά εικόνα. Όλα πρέπει νά είναι διαφορετικά καί όλα πρέπει νά αποβλέπουν στήν λειτουργική ζωή καί τήν πνευματικότητα. «Καί αυτά τά υλικά όπου μεταχειρίζεται ο αγιογράφος, είναι ευλογημένα, ταπεινά, εύοσμα, λεπτά. Ούτω, διά νά κάμη κάρβουνα μέ τά οποία νά σχεδιάζη, μεταχειρίζεται ξύλον άσηπτον ξηράς λεπτοκαρυάς ή μυρσίνης διά νά κάμη σανίδα, επάνω εις τήν οποίαν θά ζωγραφίση τήν εικόνα, μεταχειρίζεται τήν κυπάρισσον, τήν καρυδέαν, τήν καστανέαν, τήν πεύκην ή άλλο δένδρο ευωδιάζον. Τά χρώματα είναι τά περισσότερα χώματα τής γής οπού μοσχοβολούν όταν βραχούν από τό νερόν, ιδίως εις τήν ζωγραφικήν τού τοίχου, καί ευωδιάζουν όπως τά βουνά κατά τά πρωτοβρόχια ή ωσάν ένα καινούριον κανάτι μέ δροσερόν νερόν. Εις τό αυγόν βάζει ο τεχνίτης ολίγον όξος, διά νά τό διατηρήση. Τά δέ βερνίκια μοσχοβολούν ωσάν τό θυμίαμα, καί ο ασπαζόμενος τήν εικόνα αισθάνεται οσμήν ευωδίας πνευματικής. Τά υλικά τής εικόνος είναι τά χρώματα οπού τά περισσότερα είναι χώματα, τό αυγόν μέ τό όξος, τό νερόν, ο κηρός, τό ρετσίνι τών πεύκων, η εύοσμος σαντράκα, τό μαστίχι, τό μέλι, τό κομμίδι τής μυγδαλιάς. Μέ ένα σύντομον λόγον, η αγιασμένη τούτη τέχνη δέν μεταχειρίζεται χονδροειδή καί πηκτά υλικά, όπως η κοσμική ζωγραφική οπού μεταχειρίζεται λινέλαια κάκοσμα καί χρώματα πηκτά καί βούρτσες χονδρότριχες».

Έχει μεγάλη σημασία καί ο τρόπος μέ τόν οποίο αγιογραφεί ο αγιογράφος. Καί αυτός ο τρόπος έχει σχέση μέ τήν όλη εκκλησιαστική παράδοση, αφού «τό κάλλος εις τήν λειτουργικήν ζωγραφικήν είναι κάλλος πνευματικόν, καί ουχί σαρκικόν». Οπότε καί ο αγιογράφος πρέπει νά διαθέτη τό ασκητικό ήθος τής Εκκλησίας.

«Η τέχνη αύτη είναι νηστευτική καί λιτή, εκφράζουσα τή πτωχεία τά πλούσια, καί όπως είναι τό Ευαγγέλιον καί η Παλαιά Διαθήκη συνοπτικά καί συντομόλογα, ούτω καί η Ορθόδοξος αγιογραφία είναι απλή, χωρίς περιττά στολίδια καί ματαίας επιδείξεις.  Οι παλαιοί εκείνοι αγιογράφοι ενήστευαν, δουλεύοντας, καί οπόταν άρχιζαν μίαν εικόνα, άλλαζαν τά εσώρουχά των, διά νά είναι καθαροί έσωθεν καί έξωθεν, καί εργαζόμενοι έψαλλαν, διά νά γίνεται τό έργον των μέ κατάνυξιν καί διά νά μήν μετεωρίζεται ο νούς των εις τά εγκόσμια».

Αλλά καί εκείνος πού ασπάζεται τήν ιερή εικόνα πρέπει νά δαπνέεται από ανάλογα νηστευτικά καί εκκλησιαστικά βιώματα, γιατί η Χάρη τού Θεού ενεργεί διά τών ιερών εικόνων, ανάλογα μέ τήν πνευματική κατάσταση αυτών πού τίς ασπάζονται.

«Όσην ευλάβειαν καί ταπείνωσιν καί πίστιν είχαν οι αγιογράφοι οπού εποίησαν τάς σεβασμίας καί αγίας εικόνας, άλλην τόσην ευλάβειαν καί ταπείνωσιν καί πίστιν πρέπει νά έχωμεν καί ημείς οπού τάς προσκυνούμεν, διά νά αξιωθώμεν τήν μυστικήν χάριν όπου διαχύνεται από αυτάς».

Όσοι δέν διαθέτουν αυτήν τήν κατάσταση δέν μπορούν νά αισθανθούν τήν θεολογία τών ιερών εικόνων. «Δι’ αυτό, αι κατ’ εξοχήν λειτουργικαί καί κατανυκτικώτεραι Εικόνες φαίνονται δύσμορφοι εις όσους έχουν τό πνεύμα τού κόσμου τούτου, τά δέ πρόσωπα δέν έχουν κατ’ αυτούς "είδος ουδέ κάλλος", καθ’ όσον "τό φρόνημα τής σαρκός έχθρα εις Θεόν" (Ρωμ. η', 7)».

Επομένως, η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος θέσπισε τήν θεολογία τών ιερών εικόνων, πού αποτελεί δόγμα στήν Ορθόδοξη Εκκλησία, καί ο Φώτης Κόντογλου, αγιογράφος ο ίδιος, έδειξε πώς εφαρμόζεται στήν πράξη αυτό τό δόγμα, πώς συμπεριφέρονται τόσο ο αγιογράφος όσο καί ο προσκυνητής τών ιερών εικόνων.

2. Τά Libri Carolini καί η Σύνοδος τής Φραγκφούρτης τού 794


Libri CaroliniΓιά νά δούμε τήν διαφορά μεταξύ Ανατολής καί Δύσεως στό θέμα τών ιερών εικόνων πρέπει νά ανατρέξουμε σέ ένα κομβικό σημείο, στό πώς αντέδρασε ο Καρλομάγνος στήν απόφαση τής Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου πού αποκατέστησε τά πράγματα στό θέμα τής τιμητικής καί όχι λατρευτικής προσκυνήσεως τών ιερών εικόνων. Στήν πραγματικότητα ο Καρλομάγνος εκμεταλλεύθηκε τήν ευκαιρία αυτή γιά νά στραφή εναντίον τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Παλαιάς καί Νέας Ρώμης) καί νά υλοποιήση τά δικά του σχέδια γιά τήν επικράτηση τής Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τού Γερμανικού Έθνους. Καί στήν περίπτωση αυτή φαίνεται τό πώς συνδέεται στενά η ιστορία μέ τήν θεολογία.

Γνωρίζουμε από τήν ιστορία ότι μετά τήν μεταφορά τής Πρωτεύουσας τού Ρωμαϊκού Κράτους από τήν Δύση στήν Ανατολή, από τήν Παλαιά Ρώμη στό μέρος εκείνο πού βρισκόταν μιά μικρή πολίχνη μέ τήν ονομασία Βυζάντιο, πού έγινε από τόν Μ. Κωνσταντίνο καί ονομάσθηκε Νέα Ρώμη καί αργότερα Κωνσταντινούπολη, τό δυτικό τμήμα τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αποδυναμώθηκε σταδιακά μέ αποτέλεσμα νά αναπτυχθούν δύο βασικά κέντρα, τό ένα (θρησκευτικό) μέ κέντρο τόν Πάπα, καί μάλιστα ιδρύθηκε καί τό Κράτος τού Βατικανού, καί τό άλλο (πολιτικό) μέ κέντρο τόν Καρλομάγνο (Κάρολος Μέγας) καί τούς απογόνους του.

Στήν πραγματικότητα, από τόν 6o αιώνα καί μετά, πολλά βαρβαρικά φύλα κατέβαιναν από τόν Βορρά καί καταλάμβαναν τμήματα τού δυτικού τμήματος τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπως οι Γότθοι, οι Βησιγότθοι, οι Οστρογότθοι, οι Βάνδαλοι, οι Λογγοβάρδοι, οι Φράγκοι καί κατέστρεφαν μνημεία πολιτισμού, ήτοι Ναούς καί Μοναστήρια, καί αφάνιζαν καί τόν Ρωμαίϊκο-ορθόδοξο πληθυσμό. Οι Γότθοι, Βάνδαλοι, Λογγοβάρδοι ήταν αρειανοί –οπαδοί τού Αρείου– πού πίστευαν ότι ο Χριστός δέν είναι Θεός, αλλά άνθρωπος, τό πρώτο κτίσμα καί δημιούργημα τού Θεού, ενώ οι Φράγκοι ήταν μέν τυπικά ορθόδοξοι, αλλά στήν ουσία είχαν αναμείξει τήν πίστη μέ δεισιδαιμονίες, καί τό βασικότερο είχαν πολιτικές βλέψεις, αφού ήθελαν, όπως καί τό κατόρθωσαν, νά επικρατήσουν στήν Ευρώπη. Έτσι, ο Καρλομάγνος μέ συνεχείς πολέμους κυριάρχησε στό δυτικό τμήμα, ίδρυσε τήν αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία τού Γερμανικού έθνους, καί απέκτησε επιρροή στόν τότε Επίσκοπο Ρώμης. Αργότερα δέ οι Φράγκοι επέβαλαν Φράγκο Επίσκοπο στήν Ρώμη, οπότε εισήλθε η αίρεση τού Filioque στό Σύμβολο τής Πίστεως καί έτσι οι δυτικοί Χριστιανοί απομακρύνθηκαν από τήν Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία.

Αυτή η στάση τού Καρλομάγνου, πού ακόμη θεωρείται ως ο ιδρυτής τής ενιαίας Ευρώπης, είχε συνέπεια καί στίς εικόνες. Στήν πραγματικότητα ο Καρλομάγνος, πού είχε βλέψεις στό δυτικό τμήμα τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, εκμεταλλεύθηκε τήν εικονομαχική έριδα, γιά νά υλοποιήση τά πολιτικά του σχέδια. Έτσι, προέβη σέ δύο ενέργειες. Η πρώτη ήταν νά δώση εντολή στούς θεολόγους του νά αντικρούσουν τίς αποφάσεις τής Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, οπότε εγράφησαν τά λεγόμενα Libri Carolini. Καί η δεύτερη ήταν νά συγκαλέση στήν Φραγκφούρτη τό 794 μ.Χ. Σύνοδο η οποία καταδίκασε τίς αποφάσεις τής Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου. Υπάρχουν αναφορές στά δύο αυτά θέματα σέ βιβλία συγχρόνων ελλήνων ερευνητών, κυρίως στά κείμενα τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη, αλλά θά δούμε τό τί γράφουν γι’ αυτά μερικά δυτικά κείμενα. Είναι σημαντικό νά δούμε τίς απόψεις τών δυτικών ιστορικών καί ερευνητών, ώστε τά όσα θά αναλυθούν νά γίνουν δεκτά από όσους τυχόν αμφιβάλλουν.

Libri CaroliniΤά Libri Carolini είναι τέσσερα βιβλία τά οποία συνετάγησαν στήν αυλή τού Καρλομάγνου καί καταφέρονται εναντίον τών αποφάσεων τής Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου γιά τίς ιερές εικόνες. Οι πράξεις τής Συνόδου αυτής εξετάσθηκαν προσεκτικά στήν αυλή τού Καρλομάγνου «καί καταγράφηκε ένας κατάλογος σημείων στά οποία ο Καρλομάγνος επιθυμούσε νά δώση μιά απευθείας αντίκρουση αυτός ο κατάλογος, προφανώς ίδιος μέ τίς αρχικές επικεφαλίδες τών κεφαλαίων τών Libri Carolini στάλθητε στόν Πάπα». Ο Πάπας Αδριανός, όμως, υπερασπίσθηκε τήν Ζ' Οικουμενική Σύνοδο στήν οποία παρευρέθηκαν καί εκπρόσωποί του, πού υπέγραψαν τά Πρακτικά.

Η Ann Freeman πού θεωρείται ως κορυφαία ερευνήτρια στά Libri Carolini ισχυρίζεται ότι τά βιβλία αυτά δέν είναι πλαστά ή κατασκευασμένα, όπως υποστήριζαν μερικοί, αλλά αυθεντικά. Βέβαια κάποιο χρονικό διάστημα υποστηριζόταν από Καθολικούς ότι ήταν χαλκευμένα κείμενα από σύγχρονους Λουθηρανούς καί μερικοί προσπάθησαν νά υποστηρίξουν ότι τό παρισινό χειρόγραφο πού βρέθηκε τόν 16ο αιώνα, όπως θά γραφή παρακάτω, ήταν έργο ενός πλαστογράφου τού 18ου αιώνος πού είχε τελειοποιήσει τόν τρόπο γραφής τής Καρολίγγειας περιόδου. Όμως, όπως η ίδια ισχυρίζεται, μετά τό 1865 πού επανακαλύφθηκε τό χειρόγραφο τού Βατικανού, τό οποίο αποτελεί τό πρωτότυπο τού παρισινού χειρογράφου, «κανείς δέν έχει επιχειρήσει νά υποστηρίξη οτι τά LC είναι πλαστά ή κατασκευασμένα. Είναι αποδεκτό από όλους ότι τό έργο απορρέει από τόν στενό κύκλο γύρω από τόν Καρλομάγνο δηλαδή στήν πράξη είναι προϊόν τής ‘’Ακαδημίας’’ του». Στήν συνέχεια η ίδια διερευνά τήν ταυτότητα τού συγγραφέα καί καταλήγει στό συμπέρασμα ότι συγγραφέας τών βιβλίων αυτών ήταν ο Θεοντούλφ, ένας λόγιος βησιγοτθικής καταγωγής πού βρισκόταν στήν αυλή τού Καρλομάγνου, πράγμα πού έγινε αποδεκτό ευρύτερα. Όπως υποστηρίζει ο John Contreni τό έργο αυτό χρειάσθηκε γιά νά συνταχθή τρία χρόνια καί δέν δημοσιοποιήθηκε ποτέ, μόνο η δημοσίευσή του έγινε πρόσφατα από τήν Ann Freeman.

Τά Libri Carolini, όπως υποστηρίζει η Ann Freeman, από τήν Σύνοδο τής Φραγκφούρτης καί μετά, περιέπεσαν σέ λήθη έως ότου στά μέσα τού 16ου αιώνα ανακαλύφθηκαν σέ Παρισινό χειρόγραφο σέ ένα γαλλικό καθεδρικό ναό από τόν Ζαν ντε Τιγιέ (Jean de Tillet) μετέπειτα επίσκοπο τού Meaux, ο οποίος τό δημοσίευσε τό 1549 μέ ψευδώνυμο. «Αμέσως οι Προτεστάντες άρπαξαν τό έργο ως μιά εντυπωσιακή πηγή υποστήριξης τής αντίθεσής τους πρός τίς εικόνες, κυρίως ο Καλβίνος, ο οποίος παρέπεμψε σέ αυτό σέ όλες τίς εκδόσεις τών Institutes του πού εξέδωσε στήν Γενεύη. Κυκλοφόρησε μεταξύ τών Προτεσταντών ουμανιστών». Έτσι, οι Καθολικοί απέρριψαν τά Libri Carolini, ενώ οι Προτεστάντες τά αποδέχονταν.

Τά Libri Carolini αρχίζουν ως εξής: «Εις τό όνομα τού Κυρίου καί Σωτήρα μας Ιησού Χριστού αρχίζει τό έργο τού επιφανεστάτου καί ενδοξοτάτου Καρόλου, μέ τό θέλημα τού Θεού βασιλιά τών Φράγκων, τών Γαλατών, τής Γερμανίας κλπ. εναντίον τής Συνόδου η οποία σέ Γραικικά μέρη διακήρυξε σταθερά καί περήφανα υπέρ τής λατρείας (adorandis) τών εικόνων». Είναι περίεργο πού τά Libri Carolini κάνουν λόγο γιά ότι η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος αποφάσισε γιά τήν λατρεία τών ιερών εικόνων, γιατί πουθενά δέν υπάρχει στά Πρακτικά της αυτή η λέξη (λατρεία), αντίθετα γινόταν διάκριση μεταξύ τιμητικής προσκύνησης τών ιερών εικόνων καί αληθινής λατρείας πού αποδίδεται μόνον στήν θεία Φύση, όπως είδαμε πιό πάνω.

Επίσης, στό δεύτερο βιβλίο τών Libri Carolini κατηγορείται η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος ότι δήθεν είπε: «όπως ακριβώς τό σώμα καί τό αίμα τού Κυρίου περνάνε από γεννήματα τής γής σέ ένα επιφανές μυστήριο, τό ίδιο καί οι εικόνες, φτιαγμένες μέ δεξιότητα τού τεχνίτη, περνάνε στό σεβασμό τών προσώπων τήν εικόνα τών οποίων φέρουν». Όπως επισημαίνεται, «αυτό δέν ειπώθηκε ούτε διδάχθηκε ποτέ στή Σύνοδο τής Νικαίας, ενώ κάτι παραπλήσιο μέ αυτό διακηρύχθηκε στή σύνοδο τής Κωνσταντινούπολης τό 754 (πού ήταν η Σύνοδος τών εικονομάχων). Οι ακριβείς λέξεις πού παρατίθενται δέν εμφανίζονται στίς πράξεις ούτε τής μιάς ούτε τής άλλης συνόδου. Πάντως, η υπολανθάνουσα ιδέα εκφράσθηκε καθαρά από τήν εικονομαχική σύνοδο τού 754 καί απορρίφθηκε εξ’ ίσου καθαρά από τήν ορθόδοξη σύνοδο τού 787». Φαίνεται, λοιπόν, ότι έγινε πλαστογράφηση καί αλλοίωση τών Πρακτικών γιά νά είναι ευάλωτα σέ αρνητική κριτική.

Η Καθηγήτρια τού Boston College Willemien Otten στό συλλογικό έργο, μέ επιμελήτρια τήν Irena Backus, «Η πρόσληψη τών Πατέρων τής εκκλησίας στήν δύση από τούς Καρολίγγειους έως τούς Maurists» λέγει ότι στήν Καρολίγγεια περίοδο «βρίσκει κάποιος μιά εκπληκτική άγνοια ορισμένων σημαντικών πατερικών συγγραφέων». Έτσι, «τά Libri Carolini απορρίπτουν τήν μαρτυρία τού Καππαδόκη Πατέρα τής Εκκλησίας Γρηγορίου Νύσσης, απλώς επειδή τά γραπτά του είναι άγνωστα σέ αυτούς, καί συνεπώς τά θεωρούν άσχετα».

Τά Libri Carolini διαιρούνται σέ τέσσερα βιβλία. «Η κεντρική σκέψη στήν αρχή καί στό τέλος τού έργου τονίζει τήν ανάγκη ενότητας στήν Εκκλησία. Οι Καρολίγγειοι θεωρούν τήν εικονόφιλη στάση τού Βυζαντίου απειλή κατ’ αυτής τής ενότητας καί τούς εαυτούς τους υπεύθυνους γιά τήν προστασία της. Είναι σημαντικό ότι τά Libri Carolini αντιμετωπίζουν όχι μόνον τήν δεύτερη Σύνοδο τής Νικαίας τού 787, πού διακήρυξε τήν λατρεία (τήν προσκύνηση) τών εικόνων, αλλά καί τήν Σύνοδο τής Κωνσταντινούπολης τού 754, η οποία απέρριψε τόν σεβασμό πρός τίς εικόνες ως ειδωλολατρική. Απορρίπτοντας τόσο τήν εικονόφιλη όσο καί τήν εικονομαχική θέση, τά Libri Carolini επέλεξαν μιά αμυντική στρατηγική στήν οποία η ενότητα τής Χριστιανικής Εκκλησίας κρίνεται ανάλογα μέ τό κατά πόσο ακολουθείται μιά μέση οδός». Τά Libri Carolini υποστήριζαν τήν άποψη ότι «καθόριζαν μιά μέση οδό, μεταξύ τών δύο άκρων: τής ολικής καταστροφής (εικονομαχία) καί τής χονδροειδούς λατρείας (εικονοφιλία) τά οποία αντιπροσώπευαν οι δύο σύνοδοι τού 754 καί τού 787».

Αφού εγράφησαν τά βιβλία αυτά, καί προετοιμάσθηκε στήν αυλή τού Καρλομάγνου όλο τό σκεπτικό εναντίον τής Ζ' Οικουμενικής Συνόδου μέ παρανοήσεις καί παραποιήσεις-αλλοιώσεις καί μέ σαφείς πολιτικές σκοπιμότητες, στήν συνέχεια ο Καρλομάγνος συγκάλεσε στήν Φραγκφούρτη, τό 794, μιά Σύνοδο η οποία καταδίκασε τήν Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο καί, βεβαίως, καταδίκασε τίς αποφάσεις της γιά τίς ιερές εικόνες. Θά δούμε μερικά χαρακτηριστικά σημεία αυτής τής Συνόδου.

Όπως γράφει η Καθολική Εγκυκλοπαίδεια «η Σύνοδος τής Φραγκφούρτης τό 794 επίσημα καταδικάζει τήν Δεύτερη Σύνοδο τής Νικαίας επιδεικνύοντας ταυτόχρονα ότι παρανοεί εντελώς τήν απόφαση τής Νικαίας. Η ουσία τής απόφασης τής Φραγκφούρτης βρίσκεται στό δεύτερο κανόνα της: " Έχει τεθή τό ερώτημα σχετικά μέ τήν επομένη Σύνοδο τών Γραικών η οποία διεξήχθη στήν Κωνσταντινούπολη (σημείωση τής Καθολικής Εγκυκλοπαιδείας "οι Φράγκοι δέν γνωρίζουν κάν πού διεξήχθη η Σύνοδος τήν οποία καταδικάζουν", αφού συνεκλήθη στήν Νίκαια), αναφορικά μέ τήν λατρεία τών εικόνων, στήν οποία σύνοδο γράφεται ότι όσοι δέν απονέμουν λατρεία στίς εικόνες τών αγίων ίση μέ αυτήν πού απονέμουν στήν Αγία Τριάδα θά αναθεματίζονται. Αλλά οι αγιότατοι Πατέρες μας τών οποίων τά ονόματα παρατέθηκαν πιό πάνω αρνούνται τήν λατρεία καί καταφρονούν καί καταδικάζουν αυτήν τήν σύνοδο», εννοείται η Σύνοδος τής Φραγκφούρτης.

Η Judith Herrin παρατηρεί ότι τό 794 στήν Φραγκφούρτη «οι εκκλησίες τής επικράτειας τού Καρόλου πέτυχαν τήν αυτονομία η οποία τίς χώρισε τόσο από τή Ρώμη όσο καί από τήν Κωνσταντινούπολη. Όταν προσυπέγραψαν τά Libri Carolini καταδίκασαν καί τήν Σύνοδο τού 787 καί τήν υποστήριξη τού Πάπα Αδριανού πρός αυτήν, καί έτσι κέρδισαν στά εκκλησιαστικά ζητήματα μιά φωνή κριτική γιά τήν παπωσύνη, άν καί ακόμη μέ σεβασμό πρός τήν Πέτρεια εξουσία».

Δέν διασώζονται τά πλήρη Πρακτικά τής Συνόδου τής Φραγκφούρτης τού 794, αλλά από διάφορα άλλα διασωθέντα κείμενα μπορούμε νά συνάγουμε μερικές σημαντικές πληροφορίες. Από αυτά «είναι σαφές ότι ο Κάρολος είχε ηγετικό ρόλο. Συγκάλεσε καί προήδρευσε στήν συνάντηση, η οποία φαίνεται νά περιελάμβανε αντιπροσώπους από όλους τούς επισκόπους στίς απόμακρες περιφέρειές τους, συμπεριλαμβανομένων αυτών από τήν Ακουηλία καί δύο παπικών εκπροσώπων πού έστειλε ο Αδριανός. Αυτοί οι Κληρικοί συναντιόνταν χωριστά στήν μεγάλη αίθουσα τού Παλατιού στήν Φραγκφούρτη καί ο Κάρολος τούς έβαζε νά ακούσουν τήν διακήρυξη τού Έλιπαντ γιά τόν Adoptionsim (Μιά από τίς αιτίες τής σύγκλησης τής Συνόδου ήταν η καταδίκη τού αdoptionsim, αίρεσης πού ισχυριζόταν ότι ο Χριστός «υιοθετήθηκε» από τόν Θεό) καί νά τήν συζητήσουν. Ο ίδιος δέν εξέφερε κρίση. Τά Libri Carolini διαβάστηκαν πιθανώς κατά τόν ίδιο τρόπο, έτσι ώστε οι φραγκικές αντιρρήσεις απέναντι τόσο τήν veneration (λατρεία) τών εικόνων όσο καί στήν καταστροφή τους, καθώς καί διάφορα άλλα ζητήματα, νά γίνουν δημοσίως γνωστά».

Στήν Σύνοδο τής Φραγκφούρτης όχι μόνον καταδικάσθηκαν οι αποφάσεις τής Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, αλλά καί ο χαρακτήρας τής οικουμενικότητας τής Συνόδου, οπότε τήν εξέλαβαν ως Τοπική Σύνοδο. Οι Φράγκοι ανέπτυξαν μιά θεωρία πού ήταν αντίθετη μέ τήν αρχαία εκκλησιαστική παράδοση, πού καθορίσθηκε από τίς Οικουμενικές Συνόδους, περί τής πενταρχίας, σύμφωνα μέ τήν οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία διοικείται συνοδικώς από τούς πέντε Θρόνους (Παλαιάς Ρώμης, Νέας Ρώμης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων). Η νέα θεωρία πού ανέπτυξε η Σύνοδος τής Φραγκφούρτης «υποστήριζε ότι υπήρχαν δυό κρίσιμες πλευρές σέ μιά αληθινά οικουμενική σύναξη: η πρώτη ήταν η συγκατάθεση όλων τών Χριστιανών (μιά οριζόντια συναίνεση), η δεύτερη ήταν η συνέχεια μέ τίς προηγούμενες συνόδους, τών διαβουλεύσεων, παραδόσεων, καί κανόνων τους (κάθετη συναίνεση). Σέ κανένα από τά δύο δέν ικανοποιούσε τά κριτήρια τής οικουμενικότητας η Σύνοδος τού 787, διότι δέν είχε διαβουλευθή μέ όλες τίς Εκκλησίες γιά τό ζήτημα τής veneration (λατρείας) τών εικόνων, ούτε είχε διατηρήσει τίς αποφάσεις τών προηγουμένων συνόδων».

Ο Chris Murray συνοψίζει γιά τό ποιά τελικά ήταν η Καρολίγγεια άποψη γιά «τήν θρησκευτική εικονιστική τέχνη». «Οι εικόνες είναι υποδεέστερες από τήν γλώσσα ως μέθοδος διατύπωσης καί μετάδοσης τών αληθειών τής πίστης, αλλά είναι χρήσιμες γιά τήν διδασκαλία τών αγραμμάτων. Οι εικόνες είναι επίσης χρήσιμες ως τρόπος απεικόνισης καί εορτασμού σημαντικών γενονότων τής Αγίας Γραφής καί τού βίου τών αγίων. Οι εικόνες στολίζουν καί ομορφαίνουν τόν Οίκο τού Θεού. Οι εικόνες δέν πρέπει νά λατρεύονται, αλλά είναι αποδεκτές καί τιμώνται επειδή βοηθούν νά φέρνουν στήν μνήμη τίς αλήθειες τής θρησκείας. Συνεπώς δέν πρέπει νά καταστραφούν».

Σαφέστατα εδώ τίθεται η λογική ως κέντρο γνώσεως τού Θεού καί θεωρείται ότι η αρτιότερη γνώση καί κοινωνία μέ τόν Θεό είναι η διανόηση-λογική, καθώς επίσης ότι οι εικόνες είναι απλώς η διδασκαλία τών αγραμμάτων. Προφανώς οι εγγράμματοι, οι θεολόγοι, δέν έχουν ανάγκη τής παρουσίας τών εικόνων καί φυσικά σέ αυτήν τήν περίπτωση οι εικόνες απλώς στολίζουν τούς Ιερούς Ναούς. Απορρίπτεται, δηλαδή, όλη η ορθόδοξη θεολογία τών εικόνων περί τής τιμής πού ανάγεται στό πρωτότυπο. Από εδώ αρχίζει ο φραγκολατινικός σχολαστικισμός καί αργότερα ο προτεσταντικός ευσεβισμός.

Η Judith Herrin παρατηρεί ότι η Σύνοδος τής Φραγκφούρτης τό 794 δημιούργησε άλλα δεδομένα στό δυτικό τμήμα τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Τελικά, οι Φράγκοι δέν διαφώνησαν μόνον γιά τίς εικόνες, αφού δέν κατάλαβαν ή ενσυνείδητα παραποίησαν, τήν απόφαση τής Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου περί εικόνων, αλλά διαφώνησαν καί γιά άλλα ζητήματα τά οποία σχετίζονται μέ τήν Σύνοδο αυτή. Διαφώνησαν «ιδιαίτερα μέ τούς ισχυρισμούς γιά τήν αυτοκρατορική εξουσία καί γιά τήν ανάρρηση τού Ταρασίου (στόν Πατριαρχικό θρόνο) από λαϊκό. Τό ότι οι ανατολικοί αυτοκράτορες "βασίλευαν εν Θεώ" καί προήδρευαν τής Συνόδου μέ εξουσία ίση μέ αυτήν τών αποστόλων ("ισαπόστολος") αποτελούσε απαράδεκτη αλαζονεία γιά τή δύση. Ο ρόλος τού Καρόλου ως "υπερασπιστή τής εκκλησίας" αποτελούσε μιά πιό ταιριαστή σεμνότητα. Γινόταν επίθεση στήν Κωνσταντινούπολη μέ όρους πολύ όμοιους μέ αυτούς πού χρησιμοποιούσε ο Ισίδωρος Σεβίλης (ως άντρο αιρέσεων), ενώ τό βασίλειο τών Φράγκων εξυμνείτο ως αυτό πού ήταν προικισμένο μέ όλες τίς χριστιανικές αρετές. Η αίσθηση μιάς καινούργιας χριστιανικής πρακτικής στήν Ευρώπη προβαλλόταν σέ κοντράστ μέ τήν παγανιστική δεισιδαιμονία άψυχων αντικειμένων τήν οποία ακολουθούσε η ανατολή».

Η χρησιμοποίηση τού παραδείγματος τού Ταρασίου, πού ανέβηκε στόν θρόνο από λαϊκός, δέν είναι εύστοχη, γιατί ο Καρλομάγνος αυτό τό έπραττε συχνά, αφού «πολλοί λαϊκοί διορίζονταν σέ υψηλά Εκκλησιαστικά αξιώματα στήν Δύση, καί μάλιστα από τόν ίδιο τόν Καρλομάγνο», γι’ αυτό καί «οι αμφισβητήσεις γιά τήν ακαταλληλότητα τού Ταρασίου ήταν αρκετά αμυδρές». Μέ όλα αυτά, όπως υποστηρίζει η Judith Herrin, «η φραγκοσύνη καθιέρωσε ένα ρήγμα όχι μόνο μεταξύ Δύσης καί Ανατολής, αλλά καί μέσα στήν Δύση. Διότι ο διαχωρισμός τής Κωνσταντινούπολης από τίς εκκλησίες υπό τόν έλεγχο τού Καρόλου, ενθαρρυμένες από τό παράδειγμα τής ανεξάρτητης Βησιγοτθικής πρακτικής καί θεωρίας (στήν Ισπανία) μείωσε επίσης τόν έλεγχο τής Ρώμης επί τής Δύσεως. Η Σύνοδος στάθηκε μάρτυς τού τέλους μιάς εποχής παπικής ηγεμονίας στίς δυτικές εκκλησίες. Από εκεί καί ύστερα, οι φράγκοι ηγεμόνες υιοθέτησαν μιά λιγότερη καί περισσότερη αυταρχικά σχέση μέ τήν παπωσύνη. Είχαν ανακαλύψει μιά αυτονομία η οποία θά καθόριζε τίς μεταγενέστερες χριστιανικές εξελίξεις στήν Ευρώπη».

Αυτό σημαίνει ότι ο Καρλομάγνος μέ τήν Σύνοδο τής Φραγκφούρτης καί τήν καταδίκη τής Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, έκανε μιά ιδιαίτερη πρακτική, δηλαδή καταδίκασε τήν Ζ' Οικουμενική Σύνοδο καί έτσι αυτονομήθηκε τόσο από τόν Πάπα όσο καί από τόν Ρωμαίο Αυτοκράτορα. Ακόμη, καθιέρωσε νά αποκαλούνται οι Ορθόδοξοι Ρωμαίοι ως Γραικοί, τούς θεώρησε αιρετικούς, καί τέθηκαν τά βάθρα γιά τήν ίδρυση τής λεγομένης αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τού Γερμανικού έθνους. Αργότερα, όταν οι Φράγκοι τό 1009 κατέλαβαν καί τόν παπικό θρόνο, τότε καί η Παλαιά Ρώμη αποκαμακρύνθηκε από τήν Ορθόδοξη Εκκλησία μέ τήν εισαγωγή τού filioque.

Τό σημαντικό είναι ότι μέχρι τήν Σύνοδο τής Φραγκφούρτης τό 794 οι Φράγκοι αποκαλούσαν τήν Αυτοκρατορία Ρωμαϊκή. Στά Libri Carolini γιά τελευταία φορά μνημόνευαν τήν αυτοκρατορία ως Imrerium Romanum. Έκτοτε, κυρίως από τήν Σύνοδο τής Φραγκφούρτης, έγινε η πλαστογραφία καί οι Φράγκοι χρησιμοποιούν γιά πρώτη φορά τά ονόματα Graeci καί Graecia, μέ τήν έννοια τού ειδωλολάτρου καί τού αιρετικού. Αργότερα, οι συνεχιστές τής φραγκικής αυτής νοοτροπίας αντικατέστησαν τό «Γραικός» μέ τό «Βυζαντινός» καί τό «αιρετικός» μέ τήν «αλλαγήν Πολιτισμού».. Είναι δέ γνωστόν ότι από τότε εγράφησαν διάφορα βιβλία μέ τίτλο: Condra errores Graecorum (κατά τών αιρέσεων τών Γραικών). Μέ αυτήν τήν εσκεμμένη πλαστογραφία τών ονομάτων διαφοροποιήθηκε η πολιτισμική παράδοση τού δυτικού τμήματος από τό ανατολικό τμήμα τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας πού φθάνει μέχρι τίς ημέρες μας.

Πάντως, κατά τήν Σύνοδο τής Φραγκφούρτης ο Πάπας μέ τούς αντιπροσώπους του αντέδρασαν στίς αποφάσεις της καί αντέκρουσαν τά Libri Carolini, αλλά ο Καρλομάγνος επέβαλε τίς απόψεις του στήν περιφέρεια πού κυριαρχούσε. Φαίνεται περίτρανα ότι ενεργούσε σκόπιμα, γιατί ήθελε νά κατοχυρώση τήν κυριαρχία του σέ Δύση καί Ανατολή. Αυτός είναι ο λόγος γιά τόν οποίο παραποίησε τά Πρακτικά τής Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, χαρακτήρισε τούς Ορθοδόξους Ρωμαίους ως αιρετικούς γραικούς. Η πολιτική του σκοπιμότητα είναι πασιφανής.

( Β μέρος: Η εικόνα στήν ορθόδοξη καί τήν δυτική παράδοση (Β'))

  • Προβολές: 1306

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance