Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου: Η νηπτική καί κοινωνική διδασκαλία τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είναι ένας από τούς μεγάλους Πατέρες τής Εκκλησίας καί μέχρι σήμερα ο λόγος του είναι αρκετά επίκαιρος. Η διαχρονικότητα τού λόγου του δέν οφείλεται μόνον στά μεγάλα χαρίσματα πού είχε, τήν ρητορική του δεινότητα, τήν εξυπνάδα του, τίς φιλοσοφικές, κοινωνιολογικές γνώσεις κλπ., αλλά κυρίως στήν εξαγιασμένη ζωή του. Άλλωστε ο ίδιος στά κείμενά του έκανε λόγο γιά τήν διάκριση καί τήν διαφορά μεταξύ τού στοχαστού - φιλοσόφου καί τού προφήτου. Ο στοχαστής - φιλόσοφος ομιλεί από τό μυαλό του, ενώ ο Προφήτης αναφέρει στόν λαό τίς αποκαλύψεις πού δίνει τό Άγιον Πνεύμα.

Πολλοί μελετούν τήν κοινωνική διδασκαλία τού ιερού Πατρός, καταγράφουν τίς παιδαγωγικές του απόψεις, ενθουσιάζονται από τήν ιεραποστολική του δράση, εκπλήσσονται από τό απαράμιλλο θάρρος του κατά τήν άδικη έκπτωση καί εξορία, στέκονται μέ δέος μπροστά στό ρητορικό του χάρισμα καί τήν δράση του ως ιεροκήρυκος κλπ. Βεβαίως, όλες αυτές οι πλευρές ανευρίσκονται στήν διδασκαλία καί τό έργο τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου. Εκκλησιαστικοί άνδρες, πού είχαν αυτά τά εκπληκτικά προσόντα, υπήρξαν πολλοί μέσα στήν ιστορία, όμως, εκείνο πού έχει μεγάλη σημασία είναι ότι ο λόγος τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου είναι απαύγασμα τής βαθειάς νηπτικότητάς του.

Παρατηρεί κανείς σέ πολλούς μελετητές, ακόμη καί σέ θεολόγους, ότι χωρίζουν τούς Πατέρες σέ κοινωνικούς καί νηπτικούς, καί στήν πρώτη θέση μεταξύ τών κοινωνικών τοποθετούν τόν ιερό Χρυσόστομο. Μιά τέτοια, όμως, διάκριση ανατρέπει τήν πατερική διδασκαλία καί τό οικοδόμημα αυτής τής ίδιας τής Εκκλησίας, αφού η κοινωνική διδασκαλία τών Πατέρων είναι διάσταση τής νηπτικότητάς τους καί η νηπτική τους ζωή είναι απόρροια τής κοινωνίας τους μέ τόν Θεό καί τόν άνθρωπο, γι αυτό καί είναι κατ εξοχήν κοινωνική.

Αυτό θά τό δούμε μελετώντας τήν διδασκαλία τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου μέσα από αυτήν τήν προοπτική.

Ορισμός νηπτικότητας καί κοινωνικότητας

Ο όρος νηπτικότης προέρχεται από τό ρήμα νήφω από τό οποίο παράγεται καί η λέξη νήψη. Στήν αρχαία Ελλάδα τό ρήμα νήφω δηλώνει σωφρονώ, προσέχω, είμαι νηφάλιος κλπ. γι αυτό καί η λέξη νήψη σημαίνει τήν νηφαλιότητα, τήν σωφροσύνη. Όμως, στήν εκκλησιαστική παράδοση η λέξη νήψη - νηπτικός απέκτησε μιά βαθύτερη έννοια καί σημασία καί δηλώνει τήν προσοχή τού νού, τό νά μή δέχεται ο νούς πειρασμικές ενοχλήσεις καί λογισμούς πού δημιουργούν προβλήματα στόν εσωτερικό χώρο, τήν καρδιά.

Γενικότερα, νήψη στήν ασκητική μας παράδοση σημαίνει τό νά προσέχη κανείς νά μή εισέλθουν οι λογισμοί στόν εσωτερικό χώρο τής καρδιάς. Οι Πατέρες αποδέχθηκαν τήν άποψη τών αρχαίων Ελλήνων γιά τήν διαίρεση τής ψυχής σέ λογιστικό, επιθυμητικό καί θυμικό. Στήν διδασκαλία τους συναντούμε τήν άποψη ότι οι λογισμοί πρέπει νά παραμένουν στήν λογική, γιά νά μπορή ο άνθρωπος νά εργάζεται στήν καθημερινή του ζωή, νά μή κατέρχωνται όμως στό παθητικό μέρος τής ψυχής (επιθυμητικό, θυμικό) σέ αυτό πού μπορεί νά ονομασθή καρδιά. Έτσι, νήψη είναι η προσπάθεια πού καταβάλλει ο άνθρωπος νά μή κατέλθουν οι λογισμοί στήν καρδιά, δηλαδή στό παθητικό μέρος τής ψυχής.

Βέβαια, όταν ένας λογισμός από τό λογιστικό προχωρή καί αιχμαλωτίζη τόν νού καί στήν συνέχεια γίνεται πάθος, οπότε ασθενεί τό παθητικό μέρος τής ψυχής, τότε χρειάζεται εντατικός αγώνας γιά τήν θεραπεία τού ανθρώπου. Στό σημείο αυτό γίνεται λόγος γιά τήν κάθαρση τής καρδιάς από τά πάθη, δηλαδή γιά τήν θεραπεία τής ηδονής καί τής οδύνης, τόν φωτισμό τού νοός, δηλαδή τήν ενεργοποίηση τής νοεράς ενεργείας, τήν απαλλαγή από τήν λήθη καί τήν άγνοια, οπότε αναπτύσσεται η αδιάλειπτη νοερά προσευχή, καί μερικές φορές μπορεί νά φθάση ο άνθρωπος στήν θέωση, όταν αξιωθή τής θέας τού ακτίστου Φωτός. Καί αυτή η εργασία θεραπείας τού ανθρώπου λέγεται νηπτική ζωή.

Η λέξη κοινωνικότης προέρχεται από τό ρήμα κοινωνώ, πού αποδίδεται μέ τίς έννοιες πράττω κάτι από κοινού μέ άλλον, μετέχω κάποιου γεγονότος μέ κάποιον άλλον, συμμετέχω. Από τό ρήμα κοινωνώ προέρχεται καί η λέξη κοινωνία, πού δηλώνει τήν συμμετοχή, τήν ένωση, τήν ομιλία, τήν συναναστροφή κλπ. Κοινωνικοί είναι εκείνοι πού ζούν στήν κοινωνία καί, κυρίως, εκείνοι πού ασχολούνται μέ τά προβλήματα πού αναφύονται μέσα στίς κοινωνίες καί επιδιώκουν τήν επίλυσή τους.

Όπως γίνεται αντιληπτό υπάρχει μεγάλη σχέση μεταξύ νηπτικότητας καί κοινωνικότητας. Στόν άνθρωπο πού δέν προσέχει τήν καρδιά αναπτύσσεται τό πάθος τής φιλαυτίας καί από αυτό τό πάθος προέρχεται η φιλοδοξία, η φιληδονία καί η φιλαργυρία. Στήν συνέχεια αναπτύσσονται πολλά κοινωνικά προβλήματα, όπως οι ιδεολογίες, ο πανσεξουαλισμός καί η εκμετάλλευση τών συνανθρώπων. Αντίθετα, όποιος προσέχει τούς λογισμούς, αυτός από φίλαυτος γίνεται φιλόθεος καί φιλάνθρωπος, μέ αποτέλεσμα νά μή διακρίνεται γιά τά πάθη πού αναφέραμε καί νά ζή τήν υπακοή - ταπείνωση, τήν παρθενία - σωφροσύνη καί τήν ακτημοσύνη - κοινοκτημοσύνη.

Είναι επόμενο ότι η νηπτική ζωή επιδρά στήν κοινωνική ζωή καί όποιος επιδιώκει τήν απόκτηση τής πραγματικής κοινωνίας μέ τούς άλλους πρέπει νά είναι νηπτικός. Εκείνος πού είναι ανοικτός καί καθαρός στόν εσωτερικό του χώρο, τήν καρδιά του, αφ ενός μέν δέν δημιουργεί κοινωνικά προβλήματα, αφ ετέρου δέ μπορεί νά κοινωνή μέ τόν συνάνθρωπό του. Αυτό τό βλέπουμε καθαρά στούς Πατέρες πού συναντούμε στά Ορθόδοξα Μοναστήρια, οι οποίοι, επειδή είναι καθαροί στήν ψυχή, μπορούν νά επικοινωνήσουν μέ τούς άλλους, νά εισδύσουν στόν εσωτερικό μας χώρο καί νά μάς θεραπεύσουν, καί γενικά είναι ευεργετικοί παράγοντες μέσα στήν κοινωνία.

Γιά τήν νήψη γίνεται πολύς λόγος στήν Αγία Γραφή, τούς λόγους τού Χριστού καί τίς επιστολές τών Αποστόλων. Είναι γνωστές οι προτροπές τών Αποστόλων γιά τό νήφειν [«σύ δέ νήφε εν πάσιν» (Β', Τιμ. δ' 5), «νήψατε εις προσευχάς» (Α', Πέτρ. δ' 7), «νήψατε, γρηγορήσατε» (Α' Πέτρ ε', 8)] γιά τό γρηγορείν [«γρηγορείτε ούν ότι ουκ οίδατε» (Ματθ. κδ',42), «γρηγορείτε καί προσεύχεσθε» (Ματθ. κστ' 41), «γρηγορείτε, στήκετε εν τή πίστει» (Α' Κορ. ιστ', 13), «τή προσευχή προσκαρτερείτε γρηγορούντες εν αυτή εν ευχαριστία» (Κολ. δ', 2) «γίνου γρηγορών» (Αποκ. γ', 2)] γιά τό προσέχειν [«προσέχετε εαυτοίς μήποτε βαρυνθώσιν» (Λουκ. κα', 34), «προσέχετε εαυτοίς καί παντί τώ ποιμνίω» (Πράξ. κ'28)].

Γενικά, όλο τό «πνεύμα» τής Αγίας Γραφής, ο λόγος τού Χριστού, τών Προφητών καί τών Αποστόλων είναι λόγος νηπτικός πού προτρέπει τόν άνθρωπο νά προσέχη τόν εσωτερικό του χώρο νά διακρίνη τούς λογισμούς, νά διακρίνη τά πνεύματα «ει εκ τού Θεού εστίν» (Α' Ιω. δ',1) νά απομακρύνη τούς λογισμούς πού προέρχονται από τόν διάβολο καί τά πάθη καί νά καλλιεργή τήν αγάπη πρός τόν Θεό καί τόν άνθρωπο μέ τό λογιστικό, τό επιθυμητικό καί τό θυμικό, κατά τόν λόγο «αγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου εν όλη τή καρδία σου καί εν όλη τή ψυχή σου καί εν όλη τή διανοία σου» (Ματθ. κβ', 37) «αγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου εξ όλης τής καρδίας σου καί εξ όλης τής ψυχής σου καί εξ όλης τής διανοίας σου καί εξ όλης τής ισχύος σου» (Μάρκ. ιβ' 30), «αγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου εξ όλης τής καρδίας σου καί εξ όλης τής ψυχής σου καί εξ όλης τής ισχύος σου καί εξ όλης τής διανοίας σου» (Λουκ. ι', 27) νά αισθάνεται ότι ο παρών βίος είναι εξορία καί ότι πρέπει νά αναμένη καί νά νοσταλγή τό ουράνιο πολίτευμα, ότι δέν πρέπει νά διακατέχεται από τήν μένουσα πόλη, αλλά νά αναζητά τήν μέλλουσα πόλη κλπ. Μέσα από αυτήν τήν προοπτική καί οι άγιοι Πατέρες έβλεπαν καί τήν κοινωνικότητα, τήν ζωή τών Χριστιανών μέσα στήν κοινωνία.

Στήν Αγία Γραφή καί τήν πατερική παράδοση δέν συναντούμε κάποιο κοινωνιολογικό σύστημα, δέν έχει αναπτυχθή κάποια κοινωνιολογική διδασκαλία γιά τήν μεταμόρφωση τής κοινωνίας, αλλά η αλλαγή στήν κοινωνία γίνεται μέσα από τήν μεταμόρφωση καί τήν θέωση τού ανθρώπου. Τό μεγαλύτερο κοινωνικό πρόβλημα είναι ο αμεταμόρφωτος καί εμπαθής άνθρωπος. Αυτός δημιουργεί τά μεγαλύτερα κοινωνικά προβλήματα. Αντίθετα, οι άγιοι μέ τήν μεταμορφωμένη τους ζωή άλλαξαν καί τούς κοινωνικούς θεσμούς, χωρίς επαναστάσεις, μέ τήν δική τους ανάσταση από τά έργα τής αμαρτίας.

Ο «Προφήτης τής φιλανθρωπίας»

Όταν μελετήση κανείς προσεκτικά τά κείμενα τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου, θά διαπιστώση ότι ο άγιος δέν ήταν κάποιος κοινωνιολόγος καί, επομένως, δέν μπορεί τά κείμενά του νά χαρακτηρισθούν ως κοινωνικά, αλλά ήταν κατ εξοχήν φιλάνθρωπος Πατέρας τής Εκκλησίας, όπως τό παρατηρούμε σέ όλους τούς αγίους Πατέρες. Άλλωστε υπάρχει διαφορά μεταξύ κοινωνικής προσφοράς καί φιλανθρωπίας. Η κοινωνική προσφορά μπορεί νά γίνεται μέσα από κοινωνιολογικές θεωρίες καί αλτρουϊστικούς σκοπούς καί προσφέρεται γενικά στήν απρόσωπη κοινωνία, αλλά η φιλανθρωπία είναι απόρροια τής αγάπης γιά τόν άνθρωπο καί βλέπει τόν άνθρωπο μέσα από τήν ορθόδοξη ανθρωπολογία.

Αυτό σημαίνει ότι φιλάνθρωπος είναι εκείνος πού έχει αποβάλει τήν φιλαυτία καί έχει αποκτήσει τήν φιλοθεΐα καί τήν φιλανθρωπία. Ο φίλαυτος δέν αγαπά τόν Θεό καί τόν άνθρωπο, ενώ αυτός πού δέν είναι φίλαυτος, γίνεται φιλόθεος καί φιλάνθρωπος. Καί, όπως γνωρίζουμε, η μετατροπή τής φιλαυτίας σέ φιλοθεΐα καί φιλανθρωπία είναι αυτό πού χαρακτηρίζουμε ως θεραπεία, η οποία γίνεται μέ τήν μυστηριακή καί νηπτική ζωή τής Εκκλησίας.

Ο αείμνηστος π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ σέ ειδική μελέτη του αναφέρεται στήν φιλανθρωπία τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου, τήν οποία θεωρεί ότι είναι απόρροια τής πίστεώς του στόν Θεό. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο τίτλος τού συγκεκριμένου κειμένου του είναι: «Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο προφήτης τής φιλανθρωπίας». Βλέπει τό φιλανθρωπικό έργο τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου μέσα από τήν βίωση τής προφητείας, καί όχι μέσα από κοινωνιολογικές θεωρίες καί ιδεολογίες.

Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ υποστηρίζει ότι ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος έζησε σέ μιά περίοδο πού η Εκκλησία κατακλύσθηκε από Χριστιανούς πού ήταν κατ όνομα Χριστιανοί καί, όπως φαίνεται στίς ομιλίες του, «είχε τήν εντύπωση ότι κήρυττε σέ νεκρούς». Ακόμη ο κόσμος στόν οποίο έζησε «ήταν σάν τό δικό μας, ένας κόσμος εντάσεων, ένας κόσμος άλυτων προβλημάτων σ όλους τούς τομείς». Μέσα σέ έναν τέτοιο κόσμο αγωνίσθηκε γιά νά βοηθήση τόν άνθρωπο, γι αυτό «κήρυττε καί ασκούσε φιλανθρωπία, ιδρύοντας νοσοκομεία καί ορφανοτροφεία, βοηθώντας τούς φτωχούς καί τούς ενδεείς». Βασικά, όμως, τό έργο του στηριζόταν πάνω στήν πίστη καί ο ίδιος «ήταν προφήτης ενός ολοκληρωμένου Χριστιανισμού», «κήρυττε τό Ευαγγέλιο τής σωτηρίας, τό Ευαγγέλιο τής καινούργιας ζωής. Δέν ήταν κήρυκας μιάς αυτόνομης ηθικής. Κήρυττε τόν Χριστόν, καί τούτον εσταυρωμένον καί αναστάντα, τόν αμνόν καί τόν αρχιερέα. Η ορθή ζωή ήταν γι αυτόν η μόνη επαρκής απόδειξη τής ορθής πίστεως». Αντιμετωπίζοντας τό θέμα τού πλούτου ήταν «πολύ ευαγγελικός». Μάλιστα δέ ο Χρυσόστομος «δέν θεωρούσε τή μοναστική ζωή απλώς ως μία ανώτερη οδό πού προοριζόταν γιά τούς εκλεκτούς, αλλά μάλλον ως ένα κανονικό ευαγγελικό υπόδειγμα ζωής πού δόθηκε γιά όλους».

Μέσα από αυτήν τήν προοπτική πρέπει νά δούμε τό κοινωνικό - φιλανθρωπικό του έργο. «Ο Χρυσόστομος δέν πίστευε σέ αφηρημένα σχήματα είχε μιά φλογερή πίστη στή δημιουργική δύναμη τής χριστιανικής αγάπης. Γι αυτόν τόν λόγο έγινε ο διδάσκαλος καί ο προφήτης γιά όλες τίς εποχές μέσα στήν Εκκλησία. Κατά τή νεότητά του έζησε μερικά χρόνια στήν έρημο, αλλά δέ θά ήθελε νά παραμείνη εκεί. Γι αυτόν η μοναστική απομόνωση ήταν μόνο μιά περίοδος καταρτισμού. Γύρισε στόν κόσμο νά κηρύξη τή δύναμη τού Ευαγγελίου. Ήταν ένας κεκλημένος από τόν Θεό ιεραπόστολος είχε αποστολικό καί ευαγγελικό ζήλο. Ηθελε νά μοιρασθή τήν έμπνευσή του μέ τούς αδελφούς του. Ήθελε νά εργασθή γιά τή στερέωση τής βασιλείας τού Θεού».

Αναλύοντας δέ ο Φλωρόφσκυ όλη αυτήν τήν υποδομή τού φιλανθρωπικού έργου τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου, πού τό έκανε ως προφήτης καί απόστολος, καταλήγει:
«Αλλά η σπουδαιότερη συμβουλή του είναι μιά πρόσκληση πρός πραγμάτωση τού ολοκληρωμένου Χριστιανισμού, στόν οποίο πίστη καί φιλανθρωπία, πίστη καί πρακτική εφαρμογή, συνδέονται οργανικά σέ μιά απόλυτη εγκατάλειψη τού ανθρώπου στήν καταπληκτική αγάπη τού Θεού, σέ μιά απόλυτη εμπιστοσύνη στό έλεός του, σέ μιά απόλυτη προσήλωση στήν υπηρεσία του, διά τού Ιησού Χριστού, τού Κυρίου μας».

  • Προβολές: 1405

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance