ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ

Πρωτ. π. ∆ηµητρίου Κουτσούρη: Οἱ ἡσυχαστικές Σύνοδοι

 

Οἱ ἡσυχαστικές Σύνοδοι

ὡς ἑρµηνευτικό κλειδί τῆς  σύνολης πατερικῆς Παράδοσης σέ ἀντίθεση µέ τήν σχολαστική θεολογία

Πρωτοπρεσβύτερου π. ∆ηµητρίου Κουτσούρη

ἐπίκουρου Καθηγητή Ἀνωτάτης Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκαδηµίας Ἀθηνῶν

Εἰσήγηση στό Θεολογικό Συνέδριο «Θέματα Ἐκκλησιολογίας» πού πραγματοποιήθηκε στήν Ναύπακτο τήν 1 Ὀκτωβρίου 2016 (βλέπε τεῦχος 243).

Παρακολουθεῖστε τὴν εἰσήγηση (βίντεο)

 


Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες, κυρίες καί κύριοι.

Πρωτ. π. ∆ηµητρίου Κουτσούρη: Οἱ ἡσυχαστικές ΣύνοδοιΟἱ δυτικοί ἐρευνητές τοῦ ἡσυχασμοῦ νομίζουν ὃτι ὁ ἡσυχασμός εἶναι ἁπλά και μόνο μιά θεολογική διαμάχη τοῦ ΙΔ´αἰώνα μεταξύ τοῦ παλαμισμοῦ καί τοῦ ἀντιπαλαμισμοῦ. Γιά ἐμᾶς τούς ὀρθοδόξους εἶναι μιά στάση ζωῆς, ἀποτελεῖ τό ἀκριβέστερο τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας καί ἁπλῶς συστηματοποιεῖται αὐτόν τόν αἰώνα.

Ἀφορμή γιά τήν συνοδική θεμελίωση τῆς ἲδιας τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ  τό πρόσωπο τοῦ Βαρλαάμ  τοῦ Καλαβροῦ,  Ἓλληνα μοναχοῦ, «αὐτόπλαστου ἢ ἐπίπλαστου».

Ὁ Καλαβρός φιλόσοφος ἀρνεῖται τήν πληρότητα τῆς σωτηριώδους ἀλήθειας πού φέρει ἡ  ἐκκλησιαστική παράδοση καί κρίνει ἀναγκαῖο ὃτι αὐτή πρέπει νά συμπληρωθῆ μέ τήν ἒξω σοφία, τήν ὁποία καί θεωρεῖ ὡς ἰσόκυρο δῶρο τοῦ Θεοῦ. Στήν συνέχεια καταστρέφει τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ἀρνούμενος τήν δυνατότητα τελείωσής του μέ τήν ἡσυχαστική ἂσκηση. Τέλος, καταλήγει σέ καθαρή ἀντίθεση ἀναφορικά μέ τόν  χαρακτήρα τῆς θεολογίας ὡς θεοπτίας.

Ἐξαιτίας τῶν παραπάνω, ἡ Ἐκκλησία ἀναγκάζεται νά συγκαλέσει Σύνοδο τόν Ἰούνιο τοῦ 1341. Ὁ Βαρλάαμ «ἐπηλέγχθη βλασφήμως καί κακοδόξως λαλῶν περί τε τοῦ ἐν θαβωρείῳ θείου φωτός καί ὧν κατά τῶν μοναχῶν περί τῆς μελετωμένης αὐτοῖς καί προφερομένης συχνῶς ἱερᾶς εὐχῆς συνεγράφετο»· ὃποιος, μάλιστα, φανεῖ νά κατηγορῆ τούς μοναχούς, θά εἶναι «ἀποκήρυκτος καί ἀποτετμημένος» τῆς ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας.

Τήν σκυτάλη τῆς κακοδοξίας ἀναλαμβάνει ὁ μοναχός Ἀκίνδυνος, ὁ ὁποῖος κυριευμένος ὁλοκληρωτικά ἀπό τήν ἑλληνική πλάνη, μολονότι φαίνεται ὑπερασπιστής τῆς πνευματικότητας τῶν μοναχῶν, δέν μπορεῖ νά τήν κατανοήση, γιατί ἦταν «παντελῶς τῶν θείων περικείμενος ἂγνοιαν καί ἀμύητος». Γνωρίζει κάποιες μορφές τῆς παράδοσης αὐτῆς, ἀλλά τίς ἀποσυνδέει ἀπό τά ἀποτελέσματά της, πού εἶναι οἱ δωρεές τῆς χάριτος. Ἀκολουθεῖ τόν ἀντίστροφο δρόμο ἀπό τόν Βαρλαάμ. Ξεκινάει ἀπό τό δόγμα καί καταλήγει στήν πνευματικότητα.

Ἡ Σύνοδος τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1341 τόν καταδικάζει, ἐπειδή φρονεῖ τά ἲδια μέ τόν Βαρλάαμ καί ἀντίκειται στήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Πατριάρχης Ἰωάννης Καλέκας συκοφαντεῖ τό συνοδικό Τόμο τοῦ 1341 καί ἐπαναλαμβάνει τίς δογματικές βλασφημίες τοῦ Ἀκινδύνου, ἀφοῦ ἀποκαλεῖ τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ «ὂχλους θεοτήτων» καί, ὃσους βεβαιώνουν ὃτι εἶναι ἂκτιστες, τούς κατηγορεῖ ὡς πολυθέους.

Ἡ Σύνοδος τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1347 ἀποφασίζει νά  ἀπογυμνώση ἀπό κάθε ἱερατική ἀξία καί νά καθαιρέση τόν Πατριάρχη Καλέκα, γιατί παρέμεινε στό ἒκφυλο δόγμα τοῦ Ἀκινδύνου καί τόν ἀπέβαλε ὁλοκληρωτικά ἀπό τήν Ἐκκλησία.

 

 

Οἱ δυτικοί ἐρευνητές τοῦ ἡσυχασμοῦ νομίζουν ὃτι ὁ ἡσυχασμός εἶναι ἁπλά και μόνο μιά θεολογική διαμάχη τοῦ ΙΔ´αἰώνα μεταξύ τοῦ παλαμισμοῦ καί τοῦ ἀντιπαλαμισμοῦ. Γιά ἐμᾶς τούς ὀρθοδόξους εἶναι μιά στάση ζωῆς, ἀποτελεῖ τό ἀκριβέστερο τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας καί ἁπλῶς συστηματοποιεῖται αὐτόν τόν αἰώνα.

 


Οἱ παρασυναγωγές, ὃμως, τῶν ἐπισκόπων Ματθαίου Ἐφέσου, Ἰωσήφ Γάνου καί Νεοφύτου Φιλίππων, ἡ ἀπουσία τους ἀπό τήν Σύνοδο τοῦ Αὐγούστου 1347, ἡ ἂρνησή τους νά δηλώσουν μετάνοια, ἀλλά καί οἱ δογματικές τους ἐκτροπές, ὁδηγοῦν στήν συνοδική καταδίκη τους ἀπό τήν προειρημένη Σύνοδο.

Τόν  Μάϊο τοῦ 1351 συγκαλεῖται μεγάλη Σύνοδος σέ πέντε συνεδρίες. Ἐπικυρώνει τούς προγενέστερους συνοδικούς τόμους , κρατᾶ ἀποκλεισμένους ἀπό τήν Ἐκκλησία ὃσους ἀνήκουν ἀποδεδειγμένα στήν παράταξη Βαρλαάμ καί Ἀκινδύνου, ἀφοῦ δέν μετανοοῦν, καί συντάσσει τούς σχετικούς ἀναθεματισμούς πού διαβάζονται τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐκεί καταδικάζεται καί ὁ φιλόσοφος Γρηγορᾶς, ὁ ὁποῖος δέν μπορεῖ νά κατανοήση τήν διάκριση καί τήν διαφορά « τοῦ ἡνωμένου καί διακεκριμένου τῆς θείας φύσεως καί ἐνεργείας» μέ θεοπρεπῆ τρόπο, καί εἰσάγει σαφῶς πολυθεΐα καί ἀθεΐα.

Τέλος, ἡ Σύνοδος τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1368  καταδικάζει τον μοναχό τῆς Λαύρας Πρόχορο Κυδώνη, ὂχι μόνο γιατί φρονεῖ τά ἲδια μέ τόν Βαρλαάμ καί Ἀκίνδυνο, ἀλλά καί γιατί ἒγινε « πατήρ καί ἐφευρέτης πολλῶν αἱρέσεων». Τίποτα κοινό δέν ὑπάρχει μεταξύ τοῦ Προχόρου καί τῶν Εὐαγγελικῶν καί Ἀποστολικῶν λόγων. Ἡ ἲδια Σύνοδος διακήρυξε τήν ἁγιότητα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ.

Κατά τήν περίοδο αὐτήν τῆς ἒριδας, ὁ  ἃγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ὑπῆρξε ὁ κορυφαῖος θεολόγος πού διαδραμάτισε ἀποφασιστικό ρόλο στήν ὑπέρβαση τῆς κρίσεως. Αὐτός ἀνέλυσε στούς πιστούς τήν αἳρεση πού ἐμφανίσθηκε καί αὐτός κατόρθωσε τήν ἀνατροπή της. Εἶναι ὁ Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας πού μέ τήν πολυετῆ προσπάθειά του (διήρκησε τοὐλάχιστον εἲκοσι χρόνια) μόχθησε γιά τήν ἒκφραση τῆς γνήσιας ἀλήθειας, τήν ὁποία ἐπικύρωσαν οἱ Σύνοδοι τῆς ἐποχῆς αὐτῆς. Στό πρόσωπο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἐπιβεβαιώνεται ἡ ἀλήθεια ὃτι ὃποτε προκύπτει θεολογική κρίση μέ σωτηριολογικές συνέπειες, ὁ Θεός φροντίζει νά παρουσιάζεται κάποιος πνευματοφόρος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ἀντιμετώπισή της. Τό ἒργο τῶν Συνόδων καί ἡ ἀναίρεση τῆς κακοδοξίας βρίσκεται σέ ἂμεση σχέση μέ τό πρόσωπο καί τό ἒργο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.

Ἀπό τήν ἒρευνα τῶν συνοδικῶν διαδικασιῶν καί τῶν ἀπόψεων τῶν κακοδόξων διαπιστώνουμε τά παρακάτω  κοινά  χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα.

α) Ἡ ὑποκριτική εὐσέβεια στά θεῖα.

Ἡ εὐσέβειά τους ἀποτελοῦσε δημιούργημα δικῆς τους προσπάθειας καί ἒρευνας καί ὂχι ἀποτέλεσμα υἱοθέτησης τῆς ζωντανῆς παραδόσης «ἐξ ὑπακοῆς καί ἐν ὑπακοῇ καί ἂνωθεν ἐκ διαδοχῆς κατιοῦσαν θειωδῶς εἰρημένην ὑπό θείων ἀνδρῶν». Οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ ἀντιησυχασμοῦ φαινομενικά ἐμμένουν στήν ἲδια ἐκκλησιαστική παράδοση. Στήν πραγματικότητα ἀκολουθοῦν τίς ἐπιταγές τοῦ πλανεμένου λογικοῦ τους. Ἐπομένως, τό νά εἶναι κανείς κληρικός ἢ μοναχός ἢ κατά δήλωσή του ὀρθόδοξος, δέν ἀρκεῖ γιά νά εἶναι φορέας τῆς γνήσιας Παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό ἀπαιτεῖ καθαρότητα καρδιᾶς καί χαρισματική κίνηση τοῦ νοῦ.

 

 

Τό νά εἶναι κανείς κληρικός ἢ μοναχός ἢ κατά δήλωσή του ὀρθόδοξος, δέν ἀρκεῖ γιά νά εἶναι φορέας τῆς γνήσιας Παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό ἀπαιτεῖ καθαρότητα καρδιᾶς καί χαρισματική κίνηση τοῦ νοῦ.

 

 

β) Ἡ ἀνυπερβλητη ἀλαζονεία  πηγάζει ἀπό τήν ἀνθρώπινη μωρία.

Τό πνεῦμα τῆς πλάνης βρίσκει τήν εὐκαιρία νά παρεισδύσει στίς ψυχές τῶν αἱρετικῶν πού δέν εἶναι ὀχυρωμένοι μέ τήν ταπεινοφροσύνη καί ἐμμένουν στό φρόνημα τῆς ὑπερηφάνειας. Τό προοΐμιο τοῦ συνοδικοῦ τόμου εἶναι ἓνας ὓμνος στήν ταπείνωση. «Ἀληθινά εἶναι ἐπαινετός αὐτός πού λέγει ὃτι ἡ ταπείνωση βοηθάει στήν ἐπίγνωση τῆς ἀλήθειας. Μέ αὐτήν κατανοεῖ κανείς τό μέτρο καί ὁδηγεῖται στούς καρπούς τῆς εἰρήνης πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον. Αὐτός πού τήν κατέχει πείθεται νά προσέχη τόν ἑαυτό του καί νά ἀποτρέπη τίς παρεκτροπές, τίς ὑπερβολές καί τίς ἐλλείψεις καί νά βαδίζη τήν βασιλική ὁδό, πού μέ ἀσφάλεια καί χωρίς πλάνη ὁδηγεῖ στόν οὐρανό καί στόν Θεό.

γ) Ἡ ἀπολυτοποίηση τῆς θύραθεν σοφίας.

Τό χρήσιμο στήν φιλοσοφία ἒχει σχέση μέ τή διαδικασία τῆς διάκρισης. Τό διαθέτουν ἐκεῖνοι πού ἒχουν γυμνασμένα τά αἰσθητήρια τῆς ψυχῆς. Ἡ σοφία ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ εἶναι φυσική, ἀλλά οἱ ἂνθρωποι τήν χρησιμοποίησαν κακῶς παρά φύση. Ἒτσι ὁ νοῦς τῶν φιλοσόφων, κατά συνέπεια καί τῶν ἀντιησυχαστῶν «δόμα θεῖον, ἒμφυτον ἒχοντα τήν ἒμφρονα σοφίαν, παρατραπείς δέ ταῖς ὑποβολαῖς τοῦ πονηροῦ, εἰς μωράν καί πονηράν καί ἂνουν μεταποίησεν». Ἀντίθετα, πνευματικό δῶρο εἶναι «ἡ καθ᾽ ἡμᾶς θεοσοφία, ἣ κἂν ἁλιεῦσιν ἂνωθεν ἐπιπτῇ, βροντῆς υἱούς ἀπεργάζηται...κἂν τελώναις, ψυχῶν ἐμπόρους δημιουργεῖ, κἂν διώκταις θερμοῖς τόν ζῆλον, μετατίθησι καί ποιεῖ Παύλους ἀντί Σαύλων, ἀπό γῆς μέχρις οὐρανοῦ τρίτου φθάνοντας καί ἀκούοντας ἂρρητα».

Οἱ μορφές τῆς κακοδοξίας πού καταδικάστηκαν εἶναι πολυειδεῖς:

α) Ἡ πλατωνική καί νεοπλατωνική φυσιοκρατική καί νοησιαρχική ἀντίληψη τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ.

Οἱ κακόδοξοι ἒχουν ὡς βάση τήν θεολογία τοῦ Αὐγουστίνου γιά ὃσα ἀποκαλύπτονται ἀπό τόν Θεό: « πιστεύω ἳνα κατανοήσω» (credo ut intelligam). Ὁ  πιστός πρῶτα ἀποδέχεται τά δόγματα τῆς πίστεως καί στήν συνέχεια, ἂν ἒχη φιλοσοφική κατάρτιση, καταβάλλει κάθε προσπάθεια νά μεταβάλη τήν ἁπλή πίστη σέ γνώση.  Ἀκόμη καί τά πνευματικά πράγματα δέν ὑπερβαίνουν τόν ἀνθρώπινο λογισμό.

Ἡ ὀρθόδοξη, ὃμως, θεολογία τῆς θεοπτίας, στηριζόμενη στήν προγενέστερη πατερική παράδοση, εἶναι ἡ μυστική, ἡ ἀπόρρητη καί ἂρρητη θεολογία τῶν θεοπτῶν θεολόγων, πού μιλοῦν ἀπό προσωπική ἐμπειρία καί κοινωνία μέ τόν ζῶντα Θεόν  καί  ἐνεργεῖ  καί ἐγκαθιδρύει τόν Θεό μέ μυσταγωγίες μή διδακτές.  Ὃσα χαρίζονται ἀπό τόν Θεό τά κατανοοῦμε ὂχι μέ τούς λογισμούς, ἀλλά διά τοῦ ἐντός ἡμῶν Ἁγίου Πνεύματος.

β) Ἡ αὐγουστίνεια θεολογία  « περί μή διακρίσεως οὐσίας καί ἐνεργείας » καί ἡ μέθεξη τοῦ Θεοῦ μέ κτιστά μέσα.

Ὁ Βαρλαάμ ἀποδέχεται μέσῳ τοῦ Αὐγουστίνου τήν πλατωνική διδασκαλία ὃτι «τά ἐν τῷ κόσμῳ» εἶναι εἰκόνες ὑπερβατικῶν ἀρχετύπων. Στόν θεῖο καί δημιουργικό νοῦ ὑπάρχουν «λόγοι», τῶν ὁποίων εἰκόνες ὑφίστανται στήν ἀνθρώπινη ψυχή. Αὐτή ἡ διδασκαλία πού καταργεῖ οὐσιαστικά τήν θεία ἐλευθερία, εἶναι ἡ ὃλη γνωσιολογική βάση τῆς λεγόμενης σχολαστικῆς θεολογικῆς καί φιλοσοφικῆς παραδόσεως. Πιστεύουν οἱ κακόδοξοι ὃτι ὑπάρχει μία ἀναλογία τοῦ ὂντος καί τῆς πίστεως μεταξύ τῶν κτιστῶν οὐσιῶν καί τῶν ἐν θεῷ ἀκτίστων ἀρχετύπων εἰδῶν ἢ ἰδεῶν ἢ λόγων. Ἒτσι μπορεῖ κανείς νά ἐξιχνιάση τά περί τῆς θείας οὐσίας μέ τήν διείσδυση μέσῳ τοῦ ἀνθρώπινου λόγου στήν οὐσία καί τήν καθόλου ἒννοια τῶν ὂντων. Γι᾽αὐτό πίστευαν ὃτι ἡ ἀλήθεια περί Θεοῦ καί κόσμου εἶναι μία ἑνιαία ἑνότητα καί ἀνήκει σέ ἑνιαῖο σύστημα ἀλήθειας.

 

 

Μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου καμία ὁμοιότητα δέν ὑπάρχει ὂχι μόνο στήν θεία οὐσία, ἀλλά καί στήν ἐνέργεια. Εἶναι οἱ ἐνέργειες ἀνείδεοι καί ἀσχημάτιστοι καί δέν ἒχουν καμία σχέση μέ τίς κτιστές οὐσίες.

 

 

Ἡ πατερική Παράδοση, ὃπως ἐκφράζεται στούς συνοδικούς Τόμους τοῦ ΙΔ´αἰώνα ἐπισημαίνει ὃτι μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου καμία ὁμοιότητα δέν ὑπάρχει ὂχι μόνο στήν θεία οὐσία, ἀλλά καί στήν ἐνέργεια. Εἶναι οἱ ἐνέργειες ἀνείδεοι καί ἀσχημάτιστοι καί δέν ἒχουν καμία σχέση μέ τίς κτιστές οὐσίες. Ὁ Θεός εἶναι δημιουργός καί προνοητής τῆς φύσεως τῶν ὂντων, ἀλλά κατ᾽ οὐδένα τρόπο ὁμοιάζει πρός τά κτίσματά του, οὒτε συγκαταλέγεται μεταξύ οἱωνδήποτε κατηγορημάτων.  

Ἀπό τήν ἐμπειρία τῶν θεουμένων γνωρίζουμε ὃτι ο Θεός «μερίζεται ἀμερίστως ἐν μεριστοῖς καί ἀπολλαπλασιάστως πολλαπλασιάζεται ἐν ταῖς ἀκτίστοις δυνάμεσι και ἐνεργείαις Αὐτοῦ» καί ὑπάρχει ὂχι «κατ᾽ οὐσίαν» ἀλλά «κατά βούλησιν» ὁλόκληρος. Αὐτός πού μετέχει χωρίς νά μετάσχη στήν οὐσία ἢ στίς ὑποστάσεις τῆς Ἀγίας Τριάδος, μετέχει σέ ὁλόκληρη την θεότητα. Δέν ὑπάρχει στόν Θεό ἀρχέτυπος ἰδέα τῆς ἀνθρωπότητας, τῆς ὁποίας κάθε ἂνθρωπος εἶναι μία εἰκόνα ἢ ἀντιγραφή.

γ) Ἡ ἀριστοτελική θωμιστική ἀντίληψη ταύτισης οὐσίας καί ἐνεργείας καί ἡ δυνατότητα θέασης τῆς θείας οὐσίας. Ἡ θεώρηση τοῦ Θεοῦ ὡς καθαρῆς ἐνέργειας.

Σχολαστική εἶναι καί ἡ διδασκαλία ὃτι ἡ ἂκτιστη δόξα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ θεία οὐσία, ἡ ὁποία, ἂν καί εἶναι ἀόρατη στίς φυσικές δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου, καθίσταται ὁρατή μέσῳ κάποιου κτιστοῦ φωτός πού δίνεται στούς δικαίους γιά νά δοῦν καί νά γνωρίσουν τήν θεία οὐσία.

Ὁ ἱερός Γρηγόριος Παλαμᾶς καί ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μᾶς  βεβαιώνει γιά τό ἀπρόσιτο τοῦ Θεοῦ καί τήν ἐξ ἲσου ἰσχυρή κατάφαση τῆς θέωσης και τῆς συμμετοχῆς στήν ζωή τοῦ Θεοῦ, ὡς τοῦ ἀρχικοῦ προορισμοῦ καί στόχου τῆς ἀνθρώπινης ὓπαρξης. Καθιστᾶ, μάλιστα,  πλήρως ἀληθινή τήν διάκριση ἀνάμεσα στήν  ἀμέθεκτη οὐσία  καί τίς μεθεκτές ἐνέργειες στόν Θεό.

Κατά τόν Παλαμᾶ, οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ἀλλότριες τῆς θεϊκῆς οὐσίας καί δέν ὀφείλουν τήν ὑπαρξή τους στήν βούληση τοῦ Θεοῦ καί αὐτό ἐπειδή ἡ βούληση, τό θέλημα, ἡ πρόνοια καί ὃλα αὐτά εἶναι ἂκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Εἶναι φυσικοί πρόοδοι τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ πού ἀποτελοῦν ἓναν ἀπόρρητο τρόπο ὓπαρξης, μέσα ἀπό τόν ὁποῖο ὁ Θεός δέν ὑπάρχει ἐγκλωβισμένος μόνο στήν θεία οὐσία, ἀλλά ὑπάρχει καί κινεῖται καί ἒξω ἀπό αὐτήν.  Ὁ ἃγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς σέ πάρα πολλά σημεῖα ὑπογραμμίζει ὃτι οἱ ἂκτιστες ἐνέργειες εἶναι φυσικές καί οὐσιώδεις. Οὐσιώδεις, ὂχι παραβαλλόμενες μέ τήν ὑπερούσια μία οὐσία, ἀπό τήν ὁποία πηγάζουν, ἀλλά ὡς πρός τά ἀποτελέσματα καί τά κτίσματα τά ὁποῖα οὐσιοποιοῦν.  Αὐτή ἡ διδασκαλία του ἐπιβεβαιώθηκε στίς Συνόδους τοῦ ΙΔ´αἰώνα.

δ) Ἡ θωμιστική θεωρία τῆς ἂκτιστης χάριτος ὡς κτιστῆς ἓξης.     

Ὁ Βαρλαάμ φρονεῖ ὃτι ἡ χάρη εἶναι μία κτιστή ἓξη πού ἑνώνεται μέ τήν ψυχή καί κατευθύνει τό θέλημα τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τά μεταβλητά πρός τόν ἀμετάβλητο Θεό καί ἐκεῖ βρίσκει τήν εὐδαιμονία μέ τήν ἱκανοποίηση τῶν ἐπιθυμιῶν. Ἡ θέωση εἶναι φυσικό δῶρο καί ἡ θεοποιός χάρη ἓξη τῆς λογικῆς φύσης καί οἱ καθαροί στήν καρδιά βλέπουν τόν Θεό  κατά ἀναλογία ἢ κατά αἰτία ἢ κατά ἀφαίρεση.

Στήν ὀρθοδόξη Παράδοση ἡ ἐμπειρία ἡ ἀποκαλυπτική ὑπερβαίνει τούς ἀνθρώπινους λόγους καί τίς κτιστές εἰκόνες, ἀφοῦ πρόκειται περί θεαμάτων καί ἀκουσμάτων ὑπέρ τήν ἀκοή καί τήν ὃραση. Ἡ θέωση δέν  εἶναι ἀποτέλεσμα φυσικῆς δυνάμης, ἀλλά κατάσταση θεοπτίας καί ἁρπαγῆς, ἂριστη δυνατή γνώση τοῦ Θεοῦ.. Γίνεται, ὃμως, ὁ ἂνθρωπος ἂκτιστος κατά χάριν, «χωρίς τῆς κατ οὐσίαν ταυτότητος», καί αὐτό ἐπειδή δέν εἶναι δυνατόν «συνελθεῖν εἰς μίαν θεότητα τὸ ἄκτιστον καὶ τὰ κτιστά». Σέ ἓνα υπέροχο χωρίο, ἀκολουθώντας τόν Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, ὁ Παλαμᾶς γράφει ὃτι ἡ ἂκτιστη χάρη ἒχει ὡς ἀποτέλεσμα νά καθιστᾶ τόν καθένα ἀπό τούς κεχαριτωμένους θεωμένους ἀπό τόν Θεό, ἂναρχο, ἀΐδιο, ἀτελεύτητο, δηλαδή ἂκτιστο, κατά χάρη. Στή συνέχεια μᾶς δίνει καί δύο ζωντανά παραδείγματα, τόν  Ἀπόστολο Παῦλο καί τόν Μελχισεδέκ, οἱ ὁποῖοι, ἂν καί κτιστοί, μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ ἒγιναν ἂκτιστοι.

 

 

Ἡ ἂκτιστη χάρη ἒχει ὡς ἀποτέλεσμα νά καθιστᾶ τόν καθένα ἀπό τούς κεχαριτωμένους θεωμένους ἀπό τόν Θεό, ἂναρχο, ἀΐδιο, ἀτελεύτητο, δηλαδή ἂκτιστο, κατά χάρη.

 

 

Ἡ θέα τοῦ ἀκτίστου φωτός εἶναι ἡ ὓψιστη ἐπί γῆς ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ. Τό φῶς τῆς Μεταμόρφωσης δέν εἶναι οὒτε φάντασμα, οὒτε κτίσμα καί κάτι κατώτερο ἀπό τήν ἀνθρώπινη νόηση, ἀλλά οὒτε πάλι οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά φῶς ἂκτιστο, οὐσιώδης ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, θεότητα καί βασιλεία καί λαμπρότητα καί ὃσα ἂλλα θεοπρεπῆ ὀνόματα τοῦ ἒδωσαν οἱ θεολόγοι Πατέρες.   

ε)  Ἡ παραδοσιαρχία ἐκφράζει μιά λαθεμένη παράδοση καί ἀρνεῖται νά ἐγερθεῖ πάνω ἀπό τό γράμμα καί νά ἀσχοληθεῖ «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι»  μέ τά πράγματα, τήν ἀλήθεια.     

Στίς συνοδικές διαδικασίες τοῦ ΙΔ´ αἰώνα διαπιστώνεται ὃτι τό πρόβλημα δέν εἶναι οἱ λέξεις, ἀλλά ἡ στρεβλή διάνοια τῶν κακοδόξων. Ἀκόμη καί ὃταν διαβάζουν τό Σύμβολο Νικαίας Κωνσταντινουπόλεως, τήν ὀρθόδοξη ὁμολογία, δέν ἒχουν τίς προϋποθέσεις νά κατανοήσουν τόν σκοπό τῶν λέξεων.  

Ἐκεῖνο πού ἰδαίτερα σκανδαλίζει τούς κακοδόξους, ἦταν ἡ χρήση τῶν λέξεων «ὑπερκείμενον» καί «ὑφειμένον». Ὁ ἃγιος Γρηγόριος δέν εἶχε χρησιμοποιήσει τούς ὅρους «ὑπερκειμένη καί ὑφειμένη» θεότητα. Τούς δανείζεται ἀπό τόν Βαρλαάμ, πού τούς χρησιμοποιεῖ πρῶτος, ἀλλά κακῶς καί μέ δυσσεβῆ ἒννοια, καθ᾽ ὃσον ἐπιχειρεῖ, ἰδαίτερα μέ τόν ὃρο «ὑφειμένον» νά ὑποβιβάση σέ κτίσμα τήν θεία ἐνέργεια καί χάρη τοῦ Θεοῦ. Τούς χρησιμοποιεῖ, ὃμως, μέ εὐσέβεια ὁ ἱερός Γρηγόριος. Κι ἂν δεχθοῦμε, γράφει, «ὃτι ὑπάρχει «ὑπερκειμένη» θεότητα,  χρησιμοποιοῦμε τόν ὃρο αὐτό γιά τήν οὐσία, ἡ ὁποία οὒτε γνωρίζεται, οὒτε μετέχεται, οὒτε μπορεῖ νά γίνη γι αὐτήν λόγος, ἐπειδή εἶναι ἡ αἰτία καί ἀρχή τῶν ἐνεργειῶν.  ῍

Αν δεχθοῦμε ὃτι ὑπάρχει «ὑφειμένη» θεότητα, ἐννοοῦμε τήν ἐνέργεια, ἡ ὁποία  γνωρίζεται καί μετέχεται καί γίνεται γνωστή ἀπό τόν ἂνθρωπο». Δέχεται ὁ ἃγιος Γρηγόριος τήν διάκριση  αὐτή ὂχι κατά τό κτιστό καί ἂκτιστο, ἀλλά μέ τήν ἒννοια τῆς αἰτίας καί τοῦ αἰτιατοῦ. «Ὑπέρκειται» ὁ Θεός ὂχι  ὀντολογικά, ἀλλά μόνο ὡς πρός τά φυσικά ἰδιώματα ὡς αἰτία αὐτῶν· ὃπως, ἐπίσης, ἡ θεία φύση «ὑπέρκειται» τῶν θείων ἐνεργειῶν, γιατί εἶναι ἀμέθεκτη,  ἐνῶ οἱ ἐνέργειες μεθεκτές.

Ἡ τρίτη συνεδρία τῆς Συνόδου τοῦ 1351 ἀποφάνθηκε ὃτι ὃλος ὁ ἀγώνας γίνεται γιά τά πράγματα καί τά δόγματα καί ὂχι γιά τίς λέξεις. Καί ἂν κάποιος ὁμοφωνεῖ γιά τά πράγματα, δέν θά διαφέρη καί στίς λέξεις.

στ) Ἡ σχολαστική ἀντίληψη ταύτισης τῆς ἀδιάλειπτης μέ τήν νοερά προσευχή ἡ ὁποία εἶναι κατάσταση ἒκστασης τοῦ νοῦ ἀπό τό σῶμα, τήν ὓλη καί τόν χρόνο καί συνοδεύεται ἀπό τήν λήθη κατά τρόπο νεοπλατωνικό.

Γιά  τόν Παλαμᾶ, λοιπόν, καί τήν ἐκκλησιαστική Παράδοση, ἒκσταση τοῦ νοῦ εἶναι ἡ ἀνάσταση τοῦ νοῦ. Ὃταν μέσῳ τῆς εὐχῆς ἀναστηθῆ, γίνεται ἀπαθής, ἀνείδεος, ἄϋλος, ἒξω ἀπό τήν σάρκα καί τόν κόσμο καί ἀδειαλείπτως προσεύχεται, δηλαδή ἀποκτᾶ ἀδιάλειπτη μνήμη Θεοῦ καί ἀέναα μνημονεύει τόν Θεό. Ἡ προσευχή δέν ἐμποδίζει τήν φυσική λειτουργία τοῦ σώματος καί τῆς λογικῆς, ἀλλά τήν καθιστᾶ πραγματικά φυσική κατά τόν ἀρχικό προορισμό τοῦ ἀνθρώπου.

Καθαρίζει τά πάθη καί φωτίζει τόν λόγο καί τόν καθιστᾶ ἑρμηνευτή τῶν φυσικῶν κινήσεων, ὄχι ὃμως στήν κατανόηση τῆς οὐσίας ἢ τοῦ νόμου τῶν ὂντων. Ὁ ἡσυχαστής δέν καθίσταται ἐπιστήμων ἐπί τῆς οὐσίας τῶν ὂντων, ἀλλά γνώστης τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ.

 

 

Ἔκσταση τοῦ νοῦ εἶναι ἡ ἀνάσταση τοῦ νοῦ. Ὃταν μέσῳ τῆς εὐχῆς ἀναστηθῆ, γίνεται ἀπαθής, ἀνείδεος, ἄϋλος, ἒξω ἀπό τήν σάρκα καί τόν κόσμο καί ἀδειαλείπτως προσεύχεται, δηλαδή ἀποκτᾶ ἀδιάλειπτη μνήμη Θεοῦ καί ἀέναα μνημονεύει τόν Θεό. Ἡ προσευχή δέν ἐμποδίζει τήν φυσική λειτουργία τοῦ σώματος καί τῆς λογικῆς, ἀλλά τήν καθιστᾶ πραγματικά φυσική.

 

 

Κάθαρση σημαίνει ἀποσόβηση ὂχι μόνο των παθῶν, ἀλλά καί ὃλων τῶν λογισμῶν καλῶν καί κακῶν. Εἶναι κατάσταση ἀπάθειας. Ἀπάθεια δέν εἶναι νέκρωση τοῦ παθητικοῦ, ἀλλά στροφή πρός τήν θεογνωσία, μεταμόρφωση καί ἐξαγιασμός τοῦ παθητικοῦ τῆς ψυχῆς. Ἡ πνευματική ζωή εἶναι ἐνέργεια καί ὂχι ἀνενεργησία καί ἀπραξία. Ἡ  ἱερή ἡσυχία, μάλιστα, δέν εἶναι ψυχολογική, ἀλλά ὀντολογική κατάσταση πού γίνεται ἀνησυχία γιά νά συναντήσει τόν Χριστό.

Ἡ προσευχή εἶναι ἐνεργή κατάσταση, στήν ὁποία συμμετέχει ὃλο τό σῶμα. Ἐπομένως ὃταν ἀφηνιάζη, τόν συγκρατοῦμε, ἐνῶ ὃταν βαδίζη  ὃπως πρέπει, τοῦ τό ἐπιτρέπουμε.  Ὃλες οἱ αἰσθήσεις καί ὃλος ὁ ἂνθρωπος ὡς ψυχοσωματική ἑνότητα μετέχουν στήν προσευχή.

Ὁ καθαιρόμενος καί ἁγιαζόμενος πιστός λαμβάνει ἐμπειρία τῆς χάριτος ὂχι μόνο στήν ψυχή, ἀλλά καί στό σῶμα. Οἱ  πνευματικές ἀλλοιώσεις στό σῶμα εἶναι «ὑπόμνησις ἀπλανής τῆς ἀφθάρτου βιότητος». Δέν πρόκειται γιά καταστάσεις ἒκστασης καί ἀναισθησίας τῶν ἐνεργειῶν τοῦ σώματος, ἀλλά δυνατότητα πού ἐπιτυγχάνεται μέ τήν σάρκωση τοῦ Χριστοῦ μας. Διότι ἡ συγγένεια πρός τόν Θεό εἶναι τόση, ὣστε νά μπορεῖ νά συνενωθῆ μέ αὐτόν σέ μιά ὑπόσταση.    

Τήν κίνηση τοῦ νοῦ πρός τόν Θεό βοηθᾶ ἡ νοερά καρδιακή προσευχή πού χρησιμοποιεῖ καί τήν εἰσπνοή-ἐκπνοή. Πρόκειται γιά τήν παραδεδομένη ἀπό ἁγίους ἂνδρες μέθοδο προσευχῆς. Σύμφωνα μέ τήν πατερική καί νηπτική ἀνθρωπολογία, ἡ οὐσία τοῦ νοῦ εἶναι στήν καρδιά, ἀλλά ἡ ἐνέργειά του εἶναι στόν ἐγκέφαλο.  Ἂρα ἡ κυκλική κίνηση τοῦ νοῦ δέν κάνει τίποτε ἂλλο παρά ἐπαναφέρει τήν ἐνέργεια τοῦ νοῦ στήν οὐσία του καί ἒτσι ἑνοποιεῖ τόν νοῦ καί τόν ἂνθρωπο καί νά τόν βοηθᾶ νά ἐγκαθιστᾶ στό κέντρο τῆς ὑπάρξεως του τόν Χριστό. Ὃταν ὁ καθαρός νοῦς τμηθῆ ἀπό τό φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδας, τότε εἰσέρχεται σέ κατάσταση ἀνώτερη καί  ἀπό αὐτήν τῆς καθαρῆς προσευχῆς, τήν κατάσταση τῆς ἁρπαγῆς καί τῆς ἒκστασης. Τήν ἐμπειρία αὐτή τῆς χάριτος τήν οἰκειούμεθα μέ τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Δέν εἶναι ἀτομική ἐμπειρία, ἀλλά καθολική ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας.

 

 

 

Καθαρίζει τά πάθη καί φωτίζει τόν λόγο καί τόν καθιστᾶ ἑρμηνευτή τῶν φυσικῶν κινήσεων, ὄχι ὃμως στήν κατανόηση τῆς οὐσίας ἢ τοῦ νόμου τῶν ὂντων. Ὁ ἡσυχαστής δέν καθίσταται ἐπιστήμων ἐπί τῆς οὐσίας τῶν ὂντων, ἀλλά γνώστης τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ.

 

 

 

Μέσα ἀπο τά παραπάνω μποροῦμε νά ἐντοπίσουμε ἓνα θεολογικό βάθος, ἓνα θεολογικό ὑπόβαθρο, τὁ ὁποῖο καθορίζει καί προκαλεῖ τήν παραγωγή τῆς ἡσυχαστικῆς θεολογίας, ἡ ὁποία εἶναι ἀπόλυτα συνεπής μέ τήν ἲδια τήν ὓπαρξη καί τήν ἲδια τήν ζωή τοῦ ἡσυχαστῆ θεολόγου. Οὐσιαστικά, ἀναφερόμαστε σέ ἓνα εἶδος ὀντολογίας καί θεωροῦμε ὃτι  ἀκριβῶς σέ αὐτήν τήν βάση ὀφείλουμε νά ἀντιμετωπίσουμε τόν ἡσυχασμό. Θά μπορούσαμε νά ἀφιερώσουμε πολύ χρόνο στήν ἀνάπτυξη αὐτῆς τῆς ὀντολογίας καί κατ᾽ ἐπέκταση στήν ἀντιδιαστολή της μέ τήν σχολαστική Παράδοση. Πάραυτα, καθώς ἐλέῳ χρόνου πρέπει ἀναγκαστικά νά περιοριοριστοῦμε, θά ἑστιάσουμε τήν προσοχή μας στό κεντρικότερο καί καθοριστικότερο τμῆμα τῆς ἡσυχαστικῆς θεολογίας, τό ὁποῖο, ὃμως, ἀποτελεῖ καί τόν ἂξονα γύρω ἀπό τόν ὁποῖο περιστρέφεται ἡ ἀντιδιαστολή της μέ τόν σχολαστικισμό. Ἀναφερόμαστε, βέβαια, στήν διάκριση τῆς οὐσίας καί τῶν ἐνεργειῶν στόν Θεό, ἢ μέ ἂλλα λόγια στόν τρόπο τῆς μετοχῆς στόν Θεό.

Ἀν καί ὁριστικά, λοιπόν, βεβαιώθηκε ἀπό τίς Συνόδους τοῦ ΙΔ´αἰώνα μέ ἓνα στόμα καί μέ ἓνα πνεῦμα, « μετά τοῦ ἡνωμένου καί θεοπρεπῆ διάκρισιν καί διαφοράν τῆς θείας οὐσίας καί ἐνεργείας φανερῶς, τοῖς θεολόγοις ἑπόμενοι, ἂκτιστόν τε τήν θείαν ἐνέργειαν καθά δῆτα καί τήν οὐσίαν ἒστερξαν· καί θεότητα καί ταύτην δή τήν θείαν ἐνέργειαν ὀνομάζεσθαι παρά τῶν αὐτῶν θεολόγων ἀκούσαντες, ἀσμένως ἐδέξαντο»  καί σήμερα παραμένει ἐπίκαιρο τό πρόβλημα μέ ποιό τρόπο μετέχει ὁ ἂνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Οἱ Δυτικοί ἐγκλωβισμένοι μέσα στίς ἀρχές τοῦ σχολαστικισμοῦ  θεωροῦν τήν θεολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ περί διακρίσεως οὐσίας καί ἐνεργείας ὡς μία καινοτομία χωρίς θεμελίωση στήν θεολογία τῶν Πατέρων. Κάτι τέτοιο, ὃμως, ἒχει καταστροφικές συνέπειες στήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, γιατί δημιουργεῖ μέγα χάσμα ἀνάμεσα στήν δημιουργία καί τόν δημιουργό:  «Ἂν ἐσύ καταργήσεις αὐτό πού εἶναι ἀνάμεσα στό ἀμέτοχο καί στούς μετέχοντες, τί ζημιά! Μᾶς ἀποκόπτεις ἀπό τόν Θεό καί καταστρέφεις τόν δεσμό καί τοποθετεῖς μεγάλο καί ἀδιάβατο χάσμα ἀνάμεσα σ᾽ Αὐτόν ἀπό τήν μιά μεριά καί τήν δημιουργία καί τά δημιουργήματα ἀπό τήν ἂλλη…Ἐμεῖς ἒχουμε ἀνάγκη νά ἀναζητήσουμε ἓνα Θεό στόν ὁποῖο εἶναι δυνατόν νά μετέχουμε μέ τόν ἓνα ἢ τόν ἂλλο τρόπο, ὣστε μετέχοντας σ᾽ Αὐτόν, ὁ καθένας ἀπό μᾶς νά ἀπολαύσει κατά ἰδιαίτερο τρόπο καί ἀνάλογα μέ τήν συμμετοχή του τήν πραγματική ζωή καί θέωση».     

 

 

Ἡ πνευματική ζωή εἶναι ἐνέργεια καί ὂχι ἀνενεργησία καί ἀπραξία. Ἡ  ἱερή ἡσυχία, μάλιστα, δέν εἶναι ψυχολογική, ἀλλά ὀντολογική κατάσταση πού γίνεται ἀνησυχία γιά νά συναντήσει τόν Χριστό.

 

 

Οἱ θεολόγοι, ὃμως, τοῦ σχολαστικισμοῦ ἀποκλείουν αὐτόν τόν ὀντολογικό καί πραγματικό χαρακτήρα τῆς θέωσης καί ὁδηγοῦνται σέ ἓναν τυπικό συντηρητισμό καί χριστεπώνυμο ἀνθρωπισμό πού ἐξαντλεῖται σέ μιά ἠθική τελείωση. Δέν πρόκειται γιά μιά διαφορά μεθοδολογίας, ἀλλά γιά γεγονός πού ἀφορᾶ στό μυστήριο τῆς κοινωνίας Θεοῦ καί ἀνθρώπου, τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ θεολογία πού ἀπορρίπτει τήν ἐμπειρική γνώση τοῦ Θεοῦ, γίνεται διανοητική,  ἀναγνωρίζεται μόνο ὡς συμβολική μεταφυσική ἒννοια καί καταντᾶ πιθανολογία. Ὁ ἂνθρωπος δέν σώζεται ὃταν βελτιώνεται ἠθικά, ἀλλά ὅταν ἐλευθερώνεται ὀντολογικά ἀπό τήν φθορά καί τόν θάνατο. Ἡ πραγματική μετοχή στήν ἀφθαρσία καί τήν ἀθανασία δέν πραγματοποιεῖται μέ ἠθικές νουθεσίες ἢ δογματικές θεωρίες, ἀλλά μέ προσωπική μετοχή στήν ἂκτιστη θεία ζωή. Δέν γνωρίζεται ὁ Θεός, ἀπολαμβάνεται· καί αὐτή ἡ ἐμπειρία δίνεται σέ ὃλους τούς Χριστιανούς πού προκόπτουν πνευματικά, μέσῳ τοῦ βαπτίσματος, τῆς μετοχῆς στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας ὡς κοινότητας (προσευχή), τῶν μυστηρίων ( κάθαρση ἀπό τά πάθη), καί ἰδιαίτερα μέσῳ τῆς συνεχοῦς συμμετοχῆς στήν ζωή τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ στήν θεία Εὐχαριστία. 

Χωρίς τήν διάκριση οὐσίας καί ἐνεργείας ὁδηγούμαστε σέ φιλοσοφική μεταφυσική καί καταλήγουμε στήν ἐκκοσμίκευση. Ἡ δυνατότητα θέωσης τοῦ ἀνθρώπου  προασπίζεται τόν διαρκῶς ἐλλοχεύοντα κίνδυνο τῆς αὐτοθέωσης. Αὐτός ὁ κίνδυνος ἐνισχύθηκε μέσα στήν ἱστορία ἀπό τήν ἀνθρωπιστική καί σχολαστική θεολογία καί ὁδηγεῖ σέ παγκόσμια τραγωδία. Ἡ ταπείνωση καί ἡ ἀπεριόριστη ἀγάπη εἶναι  τά αὐθεντικά ἀντίδοτα γιά τήν ἀλαζονεία καί τόν ἐγωκεντρισμό τῶν ἀνθρώπων. Ὁ δρόμος τῆς θέωσης εἶναι ἐκεῖνος πού μπορεῖ νά μετατρέψη τήν σύγχυση καί τήν πολυδιάσπαση τοῦ κόσμου σέ ἑνοποίηση καί συγχώρησή του στό ἀνθρώπινο πρόσωπο κατά τό πρότυπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Βασική διαφορά ἀνάμεσα σέ ἓναν πιστό καί ἓναν ἂπιστο δέν εἶναι ἠθικῆς, ἀλλά ὀντολογικῆς τάξης. Ὁ πιστός μετέχει στήν θεία ζωή, βαδίζει πρός τήν θεώση, βιώνοντας ἀπόλυτα καί καθολικά τήν διάκριση οὐσίας καί ἐνέργειας, ἐνῶ ὁ ἂπιστος, μένοντας μακριά ἀπό τήν πηγή τῆς ζωῆς, ζεῖ τήν τραγικότητα τοῦ θανάτου.

 

 

Ἡ οὐσία τοῦ νοῦ εἶναι στήν καρδιά, ἀλλά ἡ ἐνέργειά του εἶναι στόν ἐγκέφαλο.  Ἂρα ἡ κυκλική κίνηση τοῦ νοῦ δέν κάνει τίποτε ἂλλο παρά νά ἐπαναφέρη τήν ἐνέργεια τοῦ νοῦ στήν οὐσία του καί ἒτσι ἑνοποιεῖ τόν νοῦ καί τόν ἂνθρωπο καί νά τόν βοηθᾶ νά ἐγκαθιστᾶ στό κέντρο τῆς ὑπάρξεως του τόν Χριστό.

 

 

Γίνεται, ἒτσι, ἓνας αὐτονομημένος ἂνθρωπος μέ κέντρο τόν ἑαυτό του, τίς ἀνάγκες του, τά μεταφυσικά του ἐνδιαφέροντα. Δημιουργεῖ, ἒτσι, ἓναν ἀπρόσωπο Θεό, μιά ἀνώτερη δύναμη, ἡ ὁποία κατευθύνει τήν ζωή του ἀπό τήν ἀσφάλεια μιᾶς ἀχανοῦς καί ἀπροσδιόριστης ἀπόστασης. Αὐτός ἀκριβῶς εἶναι ὁ Θεός τοῦ σχολαστικοῦ. Ἓνας Θεός αὐτονομημένος, ἐγκλωβισμένος στήν ἀτομική του ἀπολυτότητα. Ὁ Θεός, ὃμως, τῆς Ἀποκάλυψης εἶναι ὁ προσωπικός Θεός πού γίνεται ἂνθρωπος γιά νά γίνουμε ἐμεῖς κατά χάρη θεοί. Ὁ Θεός δέν εἶναι τό ἀπρόσωπο "ὄντως ὄν", ἀλλά "ὁ  Ὤν", ὁ ὁποῖος ὡς πρόσωπο μέ τίς οὐσιώδεις ἐνέργειές Του ἀναπτύσσει προσωπικές και σωτηριώδεις σχέσεις μέ τόν ἀνθρωπο.

Ἡ διαμάχη τοῦ ΙΔ΄ αἰώνα παραμένει ζωντανή μέχρι τίς μέρες μας. Τό σχολαστικό πνεῦμα τῆς νέκρωσης τῆς θεολογίας καί τῆς ἐν γένει ἀπόρριψης τῆς ἡσυχαστικῆς Παραδόσεως διαπνέει τόσο τήν Δύση ὃσο καί την Ἀνατολή. Μποροῦμε, λοιπόν, νά τονίσουμε τήν ὓπαρξη δύο ρευμάτων. Τοῦ ἀνθρωπισμοῦ διαφόρων ἀποχρώσεων καί τοῦ Θεανθρωπισμοῦ ὡς βιβλικοπατερικῆς ἀπάντησης. Τό διάφορο ὑπόβαθρο τῶν δύο ρευμάτων δέν εἶναι πάντοτε εὒκολο νά ἐντοπισθῆ, καθότι κινοῦνται στά ἲδια θεολογικά καί ἐκκλησιαστικά πλαίσια καί φαινομενικά ἐμμένουν στήν ἲδια παράδοση. Ἀπό τή μιά ὁ ἀφηρημένος στοχασμός, ἡ θρησκευτικοποίηση τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἡ ἠθική βελτίωση τῶν ἀνθρώπων. Ἀπό τήν ἂλλη ἡ ἐκκλησιαστική ἐμπειρία, ἡ δυνατότητα ἐμπειρικῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ, ἡ θεοποιός μέθεξη στήν πραγματική θεοφάνεια καί θεογνωσία. Τό χάσμα τοῦτο ἐμφανίζεται ἀγεφύρωτο, ὂχι μόνο στό ἐπίπεδο διατυπώσεων, ἀλλά στήν ζωή καί στήν πράξη. Τό πρόβλημα ἒγκειται ἀκριβῶς στήν ἒννοια τῆς διάκρισης οὐσίας καί ἐνεργειῶν. Μέ ἂλλα λόγια, στό πῶς τῆς μετοχῆς τοῦ Θεοῦ. Ἡ βιωμένη ἡσυχαστική Παράδοση μέσα στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας δέν μᾶς ἀφήνει περιθώρια γιά ὁποιεσδήποτε εἶδους ἀμφιταλαντεύσεις ἀναφορικά μέ τόν τρόπο και τό εἶδος αὐτῆς τῆς μετοχῆς. Αὐτῆς πού βίωνε ὁ Ἃγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, αὐτῆς τήν ὁποία βίωναν οἱ ἃγιοι τῆς Ἐκκλησίας μέσα σέ κάθε ἐποχή καί ὑπό  ὁποιεσδήποτε συνθῆκες.

Ἡ πατερική Παράδοση ἐκφράσθηκε μέ τρόπο ἐναργῆ μέσα ἀπό τίς διαδικασίες τῶν Συνόδων. Ἡ βιωμένη ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας φανερώθηκε μέ τρόπο συγκεκριμένο καί ἐπίκαιρο τῶν ζητουμένων τῆς ἐποχῆς. Το ζητούμενο τότε ἦταν ὁ πρώϊμος σχολαστικισμός τῆς Δύσης, ὁ ὁποῖος προσπάθησε νά δηλητηριάση τό ἐκκλησιαστικό καί πατερικό φρόνημα τῆς Ἀνατολῆς. Ἀπέτυχε. Ὠστόσο, μᾶλλον ὂχι γιά πολύ. Ὁ σχολαστικισμός τῆς Δύσης εἶναι παρών σήμερα. Εἶναι παρών τόσο στίς ἐκφάνσεις του, στίς ἐπιφανειακές του ἀναπτύξεις, ἀλλά πολύ περισσότερο εἶναι παρών στήν πλήρη ὀντολογική μεταφυσική του διάσταση. Ἡ αὐτονόμηση τῆς χριστιανικῆς ζωῆς ἀπο τήν Ἐκκλησία καί ἡ ἀποσύνδεση τῆς θεολογίας ἀπό τήν ἐμπειρία εὐνόησαν τήν ἐκκοσμίκευση καί παραμόρφωσαν τόν Χριστιανισμό. Αὐτό πού παράγεται εἶναι μιά μεταφυσική ἐγκλωβισμοῦ πού ἀναζητᾶ διεξόδους στήν ἱστορική καί φιλοσοφική της πραγμάτωση. Ἒπειτα, ἂν θέλουμε νά εἲμαστε εἰλικρινεῖς μέ τούς ἑαυτούς μας, τό σημερινό μας κατάντημα - ἐκκλησιαστικό καί κοινωνικό - ἒχει τίς ρίζες του σέ μιά σχετική τελματική μεταφυσική. Γι’ αὐτό οἱ ἡσυχαστικές Σύνοδοι εἶναι τό κλειδί, τό ἑρμηνευτικό κλειδί μας ἀπέναντι στόν σχολαστικισμό. Γιατί μᾶς  ἀποκαλύπτουν στό  βάθος τήν θεολογική του αὐτονόμηση καί τίς προβληματικές του προϋποθέσεις. Καί ἐπιτρέψτε μου: Ὃσο ἀντιμετωπίζουμε τόν σχολαστικισμό στίς ἐπιφανειακές του δομές, στίς φανερώσεις του, ἀναγκαστικά θά παράγουμε νέους σχολαστικισμούς. Ἡ μόνη ἐλπίδα μας βρίσκεται στήν ἀνάδειξη τῆς ἡσυχαστικῆς Παράδοσης καί στήν κατανόηση τῶν θεολογικῶν της προϋποθέσεων. Στήν μεταβολή, δηλαδή, τῆς ὀντολογίας μας.

 

 

Ἡ θεολογία πού ἀπορρίπτει τήν ἐμπειρική γνώση τοῦ Θεοῦ, γίνεται διανοητική,  ἀναγνωρίζεται μόνο ὡς συμβολική μεταφυσική ἒννοια καί καταντᾶ πιθανολογία. Ὁ ἂνθρωπος δέν σώζεται ὃταν βελτιώνεται ἠθικά, ἀλλά ὅταν ἐλευθερώνεται ὀντολογικά ἀπό τήν φθορά καί τόν θάνατο.

 

 

Κλείνοντας, μέ ὃλα τά παραπάνω καταδεικνύεται ὃτι ἡ οἰκουμενικότητα τῶν Συνόδων αὐτῶν εἶναι ἀδιαμφισβήτητη, γιατί ἡ ἀλήθεια  πού παρήχθη, ἰδιαίτερα  στήν Σύνοδο τοῦ 1351 καί αἰώνια εἶναι καί ὑποχρεωτικό χαρακτήρα ἒχει- ἀφοῦ χωρίς αὐτήν διακυβεύεται ἡ σωτηρία- καί ἢδη βιώνεται στήν Ἐκκλησία ἀνά τήν οἰκουμένη. Οἱ συνοδικοί, μάλιστα, τόμοι ἀποτελοῦν

  • α) πληρέστερη κατανόηση καί πρόοδο τῆς ἲδιας πάντοτε ἀλήθειας ,
  • β) συλλογή σέ μιά ἑνότητα ὃσων γράφτηκαν σποραδικά ἀπό τούς ἂλλους θεολόγους Πατέρες καί
  • γ) μεθερμήνευση μέ εὐσεβέστερη διατύπωση ὃσων φαίνονταν ἀμφιβόλου  ὀρθοδοξίας ἢ ἐπιλήψιμα στούς κακοδόξους.

Ἡ πρόσληψη, τέλος, τῆς ἀλήθειας πού αὐτές φέρουν, ἀποτελεῖ τό μόνο ἐχέγγυο καί τό κατ᾽ ἐξοχήν ἑρμηνευτικό κλειδί μέ τό ὁποῖο μποροῦμε νά κατανοήσουμε τήν ἀντιδιαστολή τῆς πατερικῆς Παράδοσης ἀπό τό πνεῦμα τοῦ σχολαστικισμοῦ, τὁ ὁποῖο, ὃσο καί νά ἐθελοτυφλοῦμε, τρέφουμε καθημερινά ὃλοι μας στά σπίτια μας, στίς ἐνορίες μας, στά πανεπιστήμια, στήν κοινωνία ὁλόκληρη.
    
  

© 2015 Ἱερὰ Μητρόπολις Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου.