ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ

Οἱ ποιμαντικές ἐπισκέψεις στίς οἰκίες τῶν Ἐνοριτῶν γιά Ἱερές Ἀκολουθίες.

τοῦ Πρωτοπρεσβύτερου Θωμᾶ Βαμβίνη

Εἰσήγηση στό ΣΤ΄ Ἱερατικό Συνέδριο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας, τό ὁποῖο πραγματοποιήθηκε στόν Ἅγιο Παντελεήμονα Ἀντιρρίου (25-9-2001), με γενικό θέμα: «Ἡ Καθημερινή Ποιμαντική». Ἐδῶ τό κείμενο δημοσιεύεται μέ ὁρισμένες ἀναγκαῖες διορθώσεις καί συμπληρώσεις.

Σεβασμιώτατε,
Σεβαστοί Πατέρες καί Ἀδελφοί.

Κέντρο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς εἶναι ὁ Ἱερός Ναός, ὅπου τελοῦνται ὅλα τά βασικά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας (Βάπτισμα, Χρίσμα, Θ. Εὐχαριστία) καί ὅπου –κυρίως λόγῳ τῆς Θ. Εὐχαριστίας– γίνεται πιό αἰσθητό, ὅτι ὅλοι οἱ πιστοί ἀπαρτίζουμε ἕνα Σῶμα, τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, πού ἔχει Κεφαλή του τόν Χριστό καί εἶναι διαρθωμένο ἱεραρχικά μέ διακρίσεις διακονιῶν καί χαρισμάτων. Στόν χῶρο αὐτό, στόν Ἱερό Ναό δηλαδή, ἔχει τήν ἕδρα του καί τήν ἀφετηρία του τό ποιμαντικό ἔργο τοῦ Ἱερέως, τό ὁποῖο ἐπεκτείνεται σέ ὅλα τά σπίτια τῶν Ἐνοριτῶν. Βασικό περιεχόμενο αὐτοῦ τοῦ ἔργου εἶναι ἡ διδασκαλία τῆς πίστεως καί ὁ ἁγιασμός τοῦ λαοῦ διά τῶν μυστηρίων. Ἡ ἐκκλησιαστική διδασκαλία, ὅπως ἔχει ἐπισημανθῆ, δέν ταυτίζεται μέ τό κήρυγμα· «τό κήρυγμα εἶναι ὁ πρόλογος τῆς διδασκαλίας». Ἐξαγγέλλει ὁρισμένες ἀλήθειες, ὥστε νά προκαλέση τό ἐνδιαφέρον τῶν ἀκροατῶν. Ἀπό ἐκεῖ καί πέρα ἡ διδασκαλία συνεχίζεται μέ τήν προσωπική ἐπικοινωνία τοῦ Ποιμένα μέ τούς πιστούς, κυρίως μέ αὐτούς πού ἐκδηλώνουν ἐνδιαφέρον καί ἐπιζητοῦν τήν συνάντηση μαζί του. Σημαντική ἀφορμή διδασκαλίας –ὄχι ἀπό καθέδρας, ἀλλά μέσα σέ κλίμα εἰλικρινοῦς ἀνθρώπινης ἐπαφῆς– εἶναι ἡ τέλεση μυστηρίων στά σπίτια τῶν Ἐνοριτῶν. Ὅταν κάποιος ζητᾶ νά τελεσθῆ στό σπίτι του Εὐχέλαιο ἤ Ἁγιασμός, σημαίνει ὅτι μέσα στήν καρδιά του ὑπάρχει πόρτα ἀνοιχτή γιά τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, γιά τήν ἀκρόαση καί πρόσληψη τοῦ «λόγου τῆς ἀληθείας».

Ἀπό τήν ἀρχή, ὅμως, πρέπει νά τονισθοῦν ὁρισμένες βασικές ἀρχές τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου τοῦ Ἱερέως, πού ἔχουν ἄμεση ἤ ἔμμεση σχέση μέ τήν παρουσία του στά σπίτια τῶν Ἐνοριτῶν.

1. Ὁ κατ’ ἐξοχήν Ποιμήν μιᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος. Ὁ Πρεσβύτερος εἶναι ἱερουργός ὅλων τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐκτός ἀπό τό μυστήριο τῆς Χειροτονίας καί τοῦ Ἐγκαινιασμοῦ νέου Ἱεροῦ Ναοῦ, νέου Θυσιαστηρίου. Ἡ Ἱερωσύνη εἶναι τοῦ Χριστοῦ (τοῦ Μεγάλου Ἀρχιερέως) καί μεταδίδεται διά τῶν Ἐπισκόπων στούς κεκλημένους (ἀπό τόν Θεό ἤ τόν λαό) «πρός τόν καταρτισμόν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομήν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ»(Ἐφ. 4,12). Αὐτό δείχνει τήν πρωτεύουσα εὐθύνη τοῦ Ἐπισκόπου στήν «οἰκοδομή» τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Στήν πραγματικότητα ὁ Πρεσβύτερος δέν ἔχει ποίμνη, ἀλλά Θυσιαστήριο. Ἡ ποιμαντική του διακονία εἶναι εὐθύνη τοῦ Ἐπισκόπου, γι’ αὐτό πρέπει νά γίνεται μέσα στό πλαίσιο τῆς δικῆς του εὐλογίας καί σύμφωνα μέ τήν δική του γνώμη. Αὐτό διασώζει τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί εὐλογεῖ τό ἔργο τοῦ Ἱερέως. «Ὅθεν πρέπει ἡμῖν», γιά νά χρησιμοποιήσω τόν λόγο τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, «συντρέχειν τῇ τοῦ Ἐπισκόπου γνώμῃ». Πρέπει νά συμβαδίζουμε, δηλαδή, μέ τήν γνώμη τοῦ Ἐπισκόπου. «Καί γάρ Ἰησοῦς Χριστός, τό ἀδιάκριτον ἡμῶν ζῆν (ἡ ἀχώριστη, δηλαδή, ζωή μας) τοῦ Πατρός ἡ γνώμη, ὡς καί οἱ Ἐπίσκοποι, οἱ κατά τά πέρατα ὁρισθέντες, ἐν Ἰησοῦ Χριστοῦ γνώμῃ εἰσίν», ὅπως γράφει στήν πρός Ἐφεσίους ἐπιστολή του. Ἡ ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν, πού βρίσκονται στά πέρατα τῆς οἰκουμένης, στηρίζεται στήν σύμπτωση ὅλων τῶν Ἐπισκόπων «ἐν Ἰησοῦ Χριστοῦ γνώμῃ». Ὄχι, δηλαδή, ἁπλῶς καί μόνο στήν ὀρθή πίστη, πού εἶναι τό ἐλάχιστο προαπαιτούμενο, ἡ ὁποία (πίστη) μπορεῖ νά ἐξαντληθῇ καί σέ μιά διανοητική ἀποδοχή τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων, ἀλλά στόν συντονισμό ὅλης τῆς ζωῆς καί πολιτείας τῶν Ἐπισκόπων μέ τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ (Ἰησοῦ Χριστοῦ γνώμῃ), πού εἶναι φῶς θεῖο, τό ὁποῖο ἀναζωπυρώνει τήν Χάρη τοῦ Βαπτίσματος, τοῦ Χρίσματος καί τῆς Ἱερωσύνης, φωτίζει τόν νοῦ καί βεβαιώνει στήν καρδιά (κατά τό «χάριτι βεβαιοῦσθαι τὴν καρδίαν») τήν ἀλήθεια τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων. Ἀκολούθως, ἡ ἑνότητα μιᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας πραγματοποιεῖται, ὅταν οἱ Πρεσβύτεροι καί οἱ Διάκονοι καί μέ τήν καθοδήγησή τους ὁ λαός συμβαδίζουν «τῇ τοῦ Ἐπισκόπου γνώμῃ». Στίς ἀντίθετες περιπτώσεις ἔχουμε σχίσματα καί ἀκαταστασίες, πού ἀποκόπτουν ἀπό τήν Ἐκκλησία αὐτούς πού δέν θέλουν νά εἶναι «ἐν Ἰησοῦ Χριστοῦ γνώμῃ», ἀλλά στηρίζονται ἐγωϊστικά στήν δική τους ἄποψη, παραθεωρώντας τήν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἀποστόλων ἤ πού πηγαίνουν (Πρεσβύτεροι ἤ Διάκονοι) ἀναιτιολόγητα καί ἀντικανονικά ἀντίθετα πρός τήν γνώμη τοῦ Ἐπισκόπου.

Τό «συντρέχειν τῇ τοῦ Ἐπισκόπου γνώμῃ» ἔχει σημαντικές πρακτικές διαστάσεις, πού εἶναι σχετικές μέ τό θέμα μας. Ἐπισκεπτόμενοι τά σπίτια τῶν Ἐνοριτῶν μας, προκειμένου νά τελέσουμε διάφορα μυστήρια, βρισκόμαστε ἀπέναντι σέ πολλά προβλήματα, ἡ ἀντιμετώπιση τῶν ὁποίων δέν πρέπει νά στηρίζεται σέ προσωπικές ἀπόψεις, ἀλλά στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ προσαρμογή τῆς ὁποίας στά νέα κάθε φορά δεδομένα ἤ στίς συγκεκριμένες τοπικές συνθῆκες (γιά ὅ,τι, ἐννοεῖται, ἐπιδέχεται προσαρμογές κατ’ οἰκονομίαν) εἶναι εὐθύνη πρωτίστως τοῦ Ἐπισκόπου. Θά ἀναφέρουμε ἐρωτηματικά δύο προβλήματα, ὡς παραδείγματα, τά ὁποῖα εἶναι πολύ πιθανό νά συναντήσατε ἤ νά συναντήσετε στό ἁγιαστικό ποιμαντικό σας ἔργο: Τελοῦμε Ἁγιασμό σέ σπίτι στό ὁποῖο συζῆ ζευγάρι τό ὁποῖο δέν τέλεσε θρησκευτικό γάμο; Χρίουμε μέ τό λάδι τοῦ Εὐχελαίου πρόσωπα πού δέν ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία μας, τά ὁποῖα ἔτυχε νά παρευρίσκονται στό μυστήριο, προσκεκλημένα ἀπό τούς Ἐνορίτες μας; Αὐτό εἶναι ἕνα πολύ πιθανό ἐνδεχόμενο μέ τήν ἔνταξη πολλῶν ἑτεροδόξων καί ἀλλοθρήσκων οἰκονομικῶν προσφύγων στήν χώρα μας καί στήν περιοχή μας. Ἡ ὕπαρξη τέτοιων καί παρόμοιων προβλημάτων σημαίνει ὅτι πρέπει νά γνωρίζουμε ἐπαρκῶς τούς ἱερούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας, σύμφωνα μέ τούς ὁποίους τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μόνον γιά τά μέλη Της (ὄχι δηλαδή γιά ἑτεροδόξους καί ἀλλοθρήσκους), ἀλλά νά γνωρίζουμε καί τίς τοποθετήσεις τοῦ Ἐπισκόπου μας σέ βασικά ποιμαντικά θέματα, ὅπως εἶναι ὁ τρόπος ἀντιμετώπισης Ὀρθόδοξων Χριστιανῶν πού ἔχουν παρεκτραπῆ ἀπό τήν ἀκρίβεια τῆς ζωῆς Της, κυρίως λόγῳ ἄγνοιας, ὅταν ἐκδηλώνουν ἔστω καί μιά μικρή διάθεση ἐπανασύνδεσης μέ τό μυστήριό Της. Μέριμνά μας πρέπει νά εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων καί ὄχι μονομερῶς οἱ καλές κοινωνικές σχέσεις. Σέ αὐτό τό πλαίσιο δέν ἀποδεχόμαστε τήν ἁμαρτία, οὔτε ὅμως ἀπογοητεύουμε τούς ἁμαρτήσαντες, ὅταν ἀρχίζουν νά συνειδητοποιοῦν τίς συνέπειες τῆς ἁμαρτίας τους. Στηριζόμαστε στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί στήν ποιμαντική πείρα τοῦ Ἐπισκόπου προκειμένου νά ἐνεργοῦμε μέ τρόπο πού δέν ἀνακόπτει τήν ἴσως ἄτολμη καί ἀργή πορεία σύνδεσης μέ τήν Ἐκκλησία, κάποιων πού πρός καιρόν παραθεώρησαν βασικά στοιχεῖα τῆς ζωῆς Της, ἀλλά θερμαίνουμε καί ξυπνοῦμε τήν ψυχή τους κινητοποιώντας τήν ἀδρανῆ συνείδησή τους σέ πνευματική προκοπή, στήν ἐν Χριστῷ ζωή.

Στήν περίπτωση πού τίθεται ἐνώπιόν μας κάποιο πρόβλημα, γιά τό ὁποῖο δέν γνωρίζουμε τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, δέν πρέπει νά ἀποφαινόμαστε ἀμέσως, ἀλλά νά ἀναβάλλουμε μέ διάκριση τήν ἀπάντησή μας, μέχρι νά ἐπικοινωνήσουμε μέ ἐμπειρότερους ἀπό ἐμᾶς συμπρεσβυτέρους μας καί κυρίως μέ τόν Μητροπολίτη μας, ὥστε νά πάρουμε ἀπό αὐτόν καθοδήγηση.

Εἶναι φανερό ὅτι ἡ μέριμνα γιά τό «συντρέχειν τῇ τοῦ Ἐπισκόπου γνώμῃ», σέ καθημερινά ποιμαντικά προβλήματα, δίνει τό πραγματικό νόημα στήν σχέση Ἐπισκόπου καί Πρεσβυτέρων. Ὑπερβαίνει τήν ἀναγκαία, δυστυχῶς, διοικητική καί γραφειοκρατική σχέση καί πλουτίζεται ἀπό τήν ποιμαντική μέριμνα γιά τήν σωτηρία τοῦ λαοῦ.

2. Πρέπει νά ἔχουμε ὑπόψη μας ὅτι ὅλα τά μυστήρια συνδέονται ἀμέσως ἤ ἐμμέσως μέ τήν Θεία Εὐχαριστία καί πρέπει νά παραπέμπουν σ’ αὐτήν. Τά μυστήρια πού τελοῦνται πιό συχνά στά σπίτια εἶναι ὁ Μικρός Ἁγιασμός καί τό Εὐχέλαιο. Καί τά δύο, σύμφωνα μέ τόν καθηγητή Ἰωάννη Φουντούλη, κατ’ ἀρχήν ἦταν συνδεδεμένα τελετουργικά μέ τήν Θ. Εὐχαριστία. Στό Εὐχέλαιο αὐτό εἶναι φανερό ἀκόμη καί σήμερα ἀπό τήν ἐναρκτήρια εὐλογία τῆς Ἁγίας Τριάδος, τό «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός...», πού ἐκφωνεῖται στήν ἀρχή τῆς μεγάλης συναπτῆς, ἡ ὁποία προηγεῖται τῆς καθαγιαστικῆς εὐχῆς τοῦ Ἐλαίου. Δυστυχῶς, αὐτή ἡ ἐναρκτήρια εὐλογία ἀπουσιάζει ἀπό τό Μικρό Εὐχολόγιο τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας, ὅπως ἄλλωστε ἀπουσιάζει, ἀπό τό ἴδιο Εὐχολόγιο (ἔγιναν κάποιες βελτιώσεις σέ τελευταῖες ἐκδόσεις), καί ἡ καθαγιαστική εὐχή τοῦ ὕδατος, στήν ἀκολουθία τοῦ Μικροῦ Ἁγιασμοῦ. Σύμφωνα μέ τήν ἀρχαία τάξη ὁ ἀσθενής ἐρχόταν στόν Ναό προκειμένου νά χρισθῆ μέ τό ἅγιο Ἔλαιο καί κατόπιν νά κοινωνήση κατά τήν Θ. Λειτουργία, πού τελειωνόταν στή συνέχεια. Ἐκτός ἀπό τό Εὐχέλαιο, ὅμως, καί ὁ Μικρός Ἁγιασμός ἀρχικά ἦταν συνδεδεμένος μέ τήν Θ. Λειτουργία. Συνέπεια αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, σύμφωνα πάντα μέ τόν καθηγητή κ. Ἰωάννη Φουντούλη, εἶναι ἡ καταγραφή στόν κώδικα 105 τῆς Πάτμου, ὡς ἐναρκτήριας εὐλογίας τοῦ Ἁγιασμοῦ τῆς ἐκφώνησης «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία...». Ἐπίσης, ὅταν ἀποσπάσθηκε ἀπό τήν Θ. Λειτουργία καί ἀναπτύχθηκε αὐτοτελῶς, ἐξ ἐπιδράσεως τῆς προελεύσεώς του, παρενεβλήθη στήν τελετουργική του τάξη ἡ ἐκφώνηση «Ὅτι Ἅγιος εἶ ὁ Θεός ἡμῶν...», καθώς καί ὁ τρισάγιος ὕμνος, τά εἰρηνικά, τά ἀναγνώσματα καί, στό τέλος, ἡ ἐκτενής, ὅλα στοιχεῖα εἰλημμένα ἀπό τήν Λειτουργία τῶν Κατηχουμένων, τό πρῶτο, δηλαδή, τμῆμα τῆς Θ. Λειτουργίας.

Ἀναφέραμε τό τελετουργικό γιά νά τονίσουμε ὅτι μέ ὅλα τά κατ’ οἶκον τελούμενα μυστήρια πρέπει νά παραπέμπουμε τούς Ἐνορίτες μας στό μυστήριο τῆς Θ. Εὐχαριστίας. Δέν πρέπει νά τούς ἀφήνουμε νά ἀναπαύονται μέ τήν ψευδαίσθηση ὅτι ὁ Ἁγιασμός ἤ τό Εὐχέλαιο ἐξαντλεῖ τίς ὑποχρεώσεις τους ὡς μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπάρχουν, δυστυχῶς, πολλοί πού ἔχουν κρατήσει τήν συνήθεια ἀπό τούς παλαιοτέρους νά τελοῦν τό Εὐχέλαιο κατά τήν Μ. Τεσσακοστή, ἀλλά δέν δείχνουν τήν ἴδια πιστότητα καί γιά τόν ἐκκλησιασμό κατά τήν κυριακάτικη κυρίως Θ. Λειτουργία. Ἐπίσης, θέλουν τόν Ἁγιασμό κατά τήν εἴσοδο στό καινούργιο τους σπίτι, ὄχι μέ εὐχαριστιακό πνεῦμα, μέ διάθεση, δηλαδή, ἀποθέσεως στά χέρια τοῦ Θεοῦ τῆς ζωῆς τους στό νέο τους σπίτι, ἀλλά θέλουν τό μυστήριο γιά νά ἐξορκίσουν τό ἐνδεχόμενο κακό καί νά καταπραΰνουν στήν ψυχή τους τό ἄγχος πού τούς δημιουργεῖ ὁ φόβος πνευματιστικῶν ἐπιβουλῶν. Ζητοῦν, δηλαδή, τήν Χάρη τοῦ Ἁγιασμοῦ μέ συνείδηση ἐπηρεασμένη ἀπό «πνεύματα μαγείας». Οἱ περισσότεροι ἀπό αὐτούς δέν ἔχουν οὐσιαστική σχέση μέ τήν Θ. Λειτουργία. Καί ἄν κάποτε ἐκκλησιάζονται, βρίσκονται πολύ μακριά ἀπό τό πνεῦμα τῆς Ὀρθόδοξης Θ. Λειτουργίας. Γι’ αὐτό εἶναι ἐνδεχόμενο νά ἔχουν ὁρίσει τήν τέλεση τοῦ μυστηρίου στίς 11 τό πρωί τῆς Κυριακῆς, καί πηγαίνοντας στό σπίτι τους νά διαπιστώσετε ὅτι ἀπό αὐτούς πού σᾶς προσκάλεσαν κανένας δέν ἐκκλησιάστηκε, κανένας δέν λειτουργήθηκε. Κι’ αὐτό φυσικά εἶναι κάτι πού δέν κοστίζει στούς ἴδιους, ἀφοῦ πιστοποιοῦν τήν χριστιανικότητά τους, ἀπέναντι στήν μᾶλλον σιγῶσα ἐκκλησιαστική τους συνείδηση, μέ τεκμήριο τόν Ἁγιασμό πού τέλεσαν καί μέ τήν πιθανή γενναιοδωρία πού ἔδειξαν ἀμείβοντας πλούσια τόν κόπο σας.

Πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι μέ τά μυστήρια αὐτά διαπορθμεύεται μέσω ὑλικῶν στοιχείων ἡ ἰαματική καί ἁγιαστική Χάρη τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο· λύνονται τά ἔργα τοῦ διαβόλου, ἐνισχύονται οἱ ψυχές καί τά σώματα τῶν μετεχόντων, «ἵνα καί διά στοιχείων, καί δι’ ἀγγέλων, καί δι’ ἀνθρώπων, καί διά ὁρωμένων, καί δι’ ἀοράτων δοξάζηται» τό πανάγιο ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ὅπως διαβάζουμε στήν εὐχή τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ. Ἡ ἀληθινή ὅμως δοξολογία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ δέν εἶναι κάποιες τυπικές τελετουργίες· εἶναι ἡ ζωοποίηση τοῦ «κατ’ εἰκόνα», ἡ καθαρότητα, δηλαδή, τοῦ θεοειδοῦς κατόπτρου τῆς ὑπάρξεώς μας, ὥστε νά κατοπτρίζεται μέσα του καί νά ἀνακλᾶται στήν δημιουργία ἡ δόξα τῆς θεότητος. Δοξάζεται ὁ Θεός, ὅταν ἡ καθημερινή ζωή μας, τό ἦθος μας, ἡ ἐπιφάνεια, ἀλλά καί τό νοερό βάθος τῆς ὑπάρξεώς μας, ἀποκαλύπτουν ὡς ἐν κατόπτρῳ τήν δόξα τοῦ Θεοῦ. Αὐτό, φυσικά, δέν μπορεῖ νά γίνη, ἄν ὁ Θεός δέν κατοικῆ μέσα μας διά τῆς Χάριτός Του, διά τοῦ Φωτός Του. Κι’ αὐτή ἡ ἐνοίκηση τοῦ Θεοῦ μέσα μας εἶναι ἀδύνατον νά πραγματοποιηθῆ ἔξω ἀπό τό μυστήριο τῆς Θ. Εὐχαριστίας, μέ ὅλες –ἐννοεῖται– τίς προϋποθέσεις πού θέτει γι’ αὐτό ὁ ἀπ. Παῦλος καί ὅλη ἡ πατερική μας παράδοση.

Τά κατ’ οἶκον τελούμενα μυστήρια προκαταρτίζουν τούς πιστούς γιά τό μυστήριο τῆς Θ. Εὐχαριστίας. Αὐτό τό θεμελιῶδες νόημά τους πρέπει νά τό μεταδίδουμε στούς Ἐνορίτες μας.

3. Ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Ἱερέα στά σπίτια τῶν Ἐνοριτῶν του πρέπει νά ἐμφυσᾶ καί νά ἐνισχύη τήν αἴσθηση ὅτι μέσα στήν Ἐκκλησία ζοῦμε, μεθηλικιωνόμαστε πνευματικά καί σωζόμαστε «σύν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις». «Ἅγιοι» στόν στίχο αὐτό τοῦ ἀπ. Παύλου, ἀπό τό 3ο Κεφάλαιο τῆς πρός Ἐφεσίους ἐπιστολῆς, εἶναι ἀφ’ ἑνός μέν ὅλα τά ζῶντα μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί οἱ ἀπ’ αἰῶνος κεκοιμημένοι φίλοι τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἰδιωτικός χαρακτήρας τῶν μυστηρίων, πού τελοῦνται στά σπίτια, δέν πρέπει νά ἀπομονώνη, αὐτούς γιά τούς ὁποίους τελοῦνται, ἀπό τό ὑπόλοιπο Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Πρέπει νά ἑδραιώνουμε τήν αἴσθηση ὅτι μποροῦμε καί μετέχουμε στά μυστήρια αὐτά ἐπειδή εἴμαστε μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό αἰσθητοποιεῖται τελετουργικά μέ τήν μνημόνευση πολλῶν Ἁγίων, πού εἶναι τά δοξασμένα μέλη τῆς Ἐκκλησίας, τῶν ὁποίων ζητοῦμε τήν πρεσβεία, πράξη πού σημαίνει ὅτι ἐκεῖ (στό σπίτι πού τελοῦμε τό μυστήριο) ἐπιθυμοῦμε νά εἶναι παροῦσα ἡ ἐν οὐρανοῖς Ἐκκλησία· πρέπει, ὅμως, νά ἐπιδιώκουμε νά ἀντιπροσωπεύεται ἱκανοποιητικά καί ἡ ἐν τῷ κόσμῳ Ἐκκλησία. Τό κάθε μυστήριο στό σπίτι πρέπει νά εἶναι ἕνα ἐκκλησιαστικό γεγονός καί ὄχι μιά ἰδιωτική τελετή, γι’ αὐτό εἶναι καλό νά συνηθίσουμε τούς Ἐνορίτες μας, νά καλοῦν στά μυστήρια πού τελοῦν στά σπίτια τους φίλους καί γείτονες, ὥστε, παραφράζοντας κάπως τόν λόγο τοῦ ἀπ. Παύλου, «διά πολλῶν προσώπων τό εἰς [αὐτούς] χάρισμα διά πολλῶν εὐχαριστηθῇ ὑπέρ [αὐτῶν]».

* * *

Θά προχωρήσουμε τώρα σέ ὁρισμένα κατά τήν γνώμη μας πρακτικότερα θέματα. Καί πρίν ἀπ’ ὅλα νά ἐπισημάνουμε ποιά μυστήρια ἤ ἀκολουθίες καί τελετές μᾶς καλοῦν συνήθως οἱ Ἐνορίτες μας νά τελέσουμε στά σπίτια τους.

Αὐτά εἶναι:

1. Ὁ Ἁγιασμός, μέ ἀφορμή εἴτε τήν εἴσοδο σέ νέο σπίτι, εἴτε κατά τήν ἀρχή τοῦ μηνός, εἴτε λόγῳ τοῦ φόβου δαιμονικῶν ἐπιβουλῶν, ὁπότε συνδέονται μέ τούς Ἐξορκισμούς.

2. Τό Εὐχέλαιο, μέ ἀφορμή κάποια ἀσθένεια, ἤ κατά τήν περίοδο τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, στό πλαίσιο τῆς προετοιμασίας γιά τό Πάσχα. Ὁρισμένοι, μάλιστα, ἴσως ἐξ ἐπιδράσεως τῆς συνήθειας πού ὑπάρχει κατά τήν Μ. Τεσσαρακοστή, τελοῦν τό Εὐχέλαιο καί στίς περιόδους τῶν νηστειῶν τοῦ Δεκαπενταυγούστου καί τῶν Χριστουγέννων.

3. Ἡ Ἱερά Παράκληση, εὐχές εἰς ἀσθενεῖς καί ἡ ἀκολουθία εἰς ψυχορραγοῦντα. Εἰδικά ἡ τελευταία εἶναι ἀκολουθία ἡ ὁποία σπανιώτατα τελεῖται. Εἶναι ἀκολουθία πού δείχνει τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας μας στήν μετά θάνατο ζωή καί ταυτόχρονα τήν μέριμνά της γιά τήν ἀνακούφιση τῶν ψυχορραγούντων. Ἐνέχει, ὅμως, σοβαρούς κινδύνους. Γι’ αὐτό, ὅταν μᾶς ζητοῦν νά τήν τελέσουμε, πρέπει νά εἴμαστε πολύ προσεκτικοί, προκειμένου νά μή δημιουργήσουμε προβλήματα στήν σχέση μας μέ τόν ἀσθενή, ὁ ὁποῖος πιθανῶς ἀκούει καί καταλαβαίνει καί δέν εἶναι ἀπίθανο νά ξεπεράση τό πρόβλημα καί νά ἐπιζήση.

4. Σπανιώτερες, δυστυχῶς, στίς μέρες μας εἶναι οἱ εὐχές «εἰς γυναίκα λεχώ, τῇ πρώτῃ ἡμέρᾳ τῆς γεννήσεως τοῦ παιδίου αὐτῆς», τῶν ὁποίων ἡ ἀνάγνωση στό σπίτι εἶχε νόημα, ὅταν οἱ τοκετοί γίνονταν στά σπίτια. Εἶναι, πάντως, καλό, ἄν δέν διαβάσθηκαν οἱ εὐχές αὐτές στό Νοσοκομεῖο, νά διαβασθοῦν στό σπίτι, ἔστω καί μέ κάποιες μέρες καθυστέρηση.

Ἡ παρουσία τοῦ Ἱερέα στό σπίτι ἑνός Ἐνορίτη εἶναι ἕνα πολύ σημαντικό γεγονός. Ὁ Ἱερέας, ἀκόμη καί σήμερα, εἶναι γιά τόν λαό μας ἕνα πρόσωπο ἱερό. Ἡ βαθμιαία ἐξασθένηση τοῦ σεβασμοῦ ἀπέναντι σέ ὅ,τι εἶναι ἱερό –γεγονός πού φείλεται στήν πνευματική ἀφυδάτωση τῆς ἐποχῆς μας– ἔχει, ὁπωσδήποτε, ἐπιδράσει καί στή σχέση –κυρίως τῶν νέων– μέ τούς Ἱερεῖς, δέν ἔχει ὅμως σβήσει τελείως τήν παραδοσιακή εὐλάβεια πρός τήν Ἱερωσύνη. Αὐτό ἀπαιτεῖ τήν ἰδιαίτερη δική μας προσοχή. Ἡ εὐλάβεια καί ὁ σεβασμός τῶν ἀνθρώπων δέν μπορεῖ στίς μέρες μας νά εἶναι ἀπαίτηση ἡμῶν τῶν Ἱερέων. Ὁ σεβασμός δέν ἐπιβάλλεται, ἐμπνέεται ἀπό τόν τρόπο ζωῆς, ἀπό τήν πολιτεία καί ἀπό ὁλόκληρη τήν ὕπαρξη τοῦ Ἱερέως.

Ὁ Ἱερέας εἶναι εὐχέτης ὑπέρ ὅλης τῆς Ἐνορίας του, ἀλλά ὡς λειτουργός καί ὑπέρ τοῦ σύμπαντος κόσμου. Γι’ αὐτό καί πρέπει νά εἶναι μιά ὕπαρξη προσευχόμενη, πού θά περικλείη μέσα της τά βάσανα καί τά δεινά τοῦ κόσμου, τίς συνέπειες τῆς ἀποστασίας τῶν ἀνθρώπων, μέ τά ὁποῖα «βεβαρημένος» θά στέκεται μετανοῶν καί ἱκέτης ὑπέρ τοῦ ἑαυτοῦ του καί ὅλου τοῦ λαοῦ ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ, εἰκόνα τοῦ ὁποίου εἶναι τό ἱερό Θυσιαστήριο. Ἡ ἄσκηση σέ αὐτήν τήν προσευχή συνηθίζει τήν ψυχή νά σκέπτεται τό καλό τοῦ κόσμου χωρίς καμμιά ἰδιοτέλεια. Ἡ ἀνιδιοτέλεια στή σχέση μέ τούς ἀνθρώπους, συνδυασμένη μέ τήν προσευχή ὑπέρ ὅλου τοῦ λαοῦ, μεταδίδει πνεῦμα εἰρήνης καί ἀληθείας, πού προσελκύει τόν εἰλικρινῆ σεβασμό τοῦ κόσμου. Σέ αὐτήν τήν βασική πτυχή τῆς ἱερατικῆς διακονίας σημαντικό ρόλο παίζει ἡ προσευχή τοῦ Ἱερέα κατά τήν διάρκεια τῆς τελέσεως διαφόρων μυστηρίων στά σπίτια τῶν Ἐνοριτῶν. Γι’ αὐτό χρειάζεται ἀπό μέρους μας μεγάλη προσοχή καί συναίσθηση τῆς ἀποστολῆς μας.

Θά προσπαθήσουμε πολύ σύντομα νά ἐπισημάνουμε ὁρισμένα πράγματα τά ὁποῖα μποροῦν νά κάνουν οὐσιαστικότερη τήν ποιμαντική μας παρουσία στά σπίτια τῶν Ἐνοριτῶν μας.

1. Βασική προϋπόθεση γιά νά τελεσθῆ ἕνα μυστήριο στό σπίτι κάποιου Ἐνορίτη μας εἶναι ἡ ποιότητα τῆς πίστης του γιά τό συγκεκριμένο μυστήριο. Μέ αὐτό ἐννοοῦμε ὅτι πρέπει νά διερευνοῦμε τόν λόγο γιά τόν ὁποῖο θέλει νά τελέση τό μυστήριο. Δυστυχῶς, ὅπως ἐπισημάνθηκε προηγουμένως, πολλοί ζητοῦν τήν τέλεση τῶν μυστηρίων δέσμιοι σέ μιά νοοτροπία πού προσιδιάζει μέ ὅσων προστρέχουν στούς μάγους. Θεωροῦν, δυστυχῶς, χωρίς νά τό ὁμολογοῦν, καί τά μυστήρια σάν κάποιες τελετουργικές πράξεις, πού γίνονται γιά τό καλό, καί ἔχουν ἀποτελέσματα ἀνεξάρτητα ἀπό τήν προσωπική τους ζωή, τήν ὀρθότητα ἤ μή τῆς πίστης τους καί τήν σχέση πού αὐτοί ἀναπτύσσουν μέ τόν Θεό. Αὐτή ἡ κατηγορία τῶν Ἐνοριτῶν μας εἶναι, δυστυχῶς, ἐπιρρεπής στήν μαγεία. Καί εἶναι γεγονός ὅτι κάποιες φορές τελοῦμε μυστήρια, ὄχι γιατί τό θέλησαν μόνοι τους οἱ Ἐνορίτες μας, ἀλλά γιατί τούς τό εἶπε κάποιος «καλός» ἄνθρωπος, πού ἔχει στό σπίτι του εἰκόνες, καί καταλαβαίνει τά μάγια πού κάνουν κάποιοι κακοί μάγοι.

Δέν πρέπει νά γινόμαστε ἐντολοδόχοι τῶν λεγομένων «λευκῶν μάγων». Ὅταν ἀντιληφθοῦμε κάτι τέτοιο –πού δέν εἶναι πολύ σπάνιο– πρέπει μέ ἀγάπη καί, ὅπου χρειάζεται μέ αὐστηρότητα, νά ἐπισημαίνουμε τό μέγεθος τοῦ ἁμαρτήματος καί τούς μεγάλους πνευματικούς κινδύνους πού κρύβει ἡ ἐπικοινωνία μέ αὐτούς τούς πνευματικά ἐπικίνδυνους ἀνθρώπους.

Πολλή προσοχή χρειάζεται, ἐπίσης, ὅταν μᾶς καλοῦν νά διαβάσουμε Ἐξορκισμούς. Πρέπει νά ἐξετάζουμε τούς λόγους. Σέ αὐτήν τήν περίπτωση εἶναι ἴσως πιό σημαντική μιά συζήτηση μέ αὐτούς πού μᾶς κάλεσαν, ἡ ὁποία θά ἀνοίξη τίς καρδιές τῶν τρομοκρατημένων ἀνθρώπων, παρά ἡ τυπική ἀνάγνωση τῶν Ἐξορκισμῶν. Πολλά προβλήματα πού ἀποδίδονται σέ μάγια καί κακούς καί φθονερούς ἀνθρώπους ὀφείλονται σέ ἀνθρώπινα πάθη, πού κουβαλοῦν μέσα τους αὐτοί πού ζητοῦν τούς Ἐξορκισμούς. Τά πάθη αὐτά δέν θέλουν νά τά παραδεχθοῦν, θέλουν νά τά ἀγνοοῦν. Τά μάγια εἶναι ἕνα ἄλλοθι, γιά νά μήν ἀναγκασθοῦν νά ὁμολογήσουν ὅτι φταῖνε, γιά νά μήν ταπεινωθοῦν, ἐπειδή αἰσθάνονται πολύ βαρύ τό νά μετανοήσουν καί τό νά ἐξομολογηθοῦν.

Ὅταν, βέβαια, ὑπάρχη λόγος, δέν ἀρνούμαστε, μέ φόβο Θεοῦ καί ταπεινό πνεῦμα, τήν ἀνάγνωση τῶν Ἐξορκισμῶν πού βρίσκονται στό Μικρό καί τό Μεγάλο Εὐχολόγιο τῆς Ἐκκλησίας.

2. Πρίν ἀπό τό μυστήριο καί μετά ἀπό αὐτό ἡ ἀτμόσφαιρα πού θά δημιουργῆ ἡ παρουσία μας, δέν πρέπει νά εἶναι ἄσχετη μέ τήν ἱερότητα τοῦ μυστηρίου. Εἶναι προτιμότερο νά μήν ἀνοίξουμε κουβέντες μέ ἄσχετα θέματα πρίν ἀπό τήν ἀκολουθία, ἀλλά νά τελέσουμε πρῶτα τό μυστήριο καί μετά νά κουβεντιάσουμε διάφορα θέματα μέ τούς παρόντες, κατά προτίμηση θέματα πού κατέχουμε καλά καί ἔχουν σχέση μέ τήν ἰδιότητά μας. Ἡ συζήτηση πρέπει νά γίνεται μέ ἁπλότητα καί εἰλικρίνεια, προσπαθώντας νά μή προκαλέσουμε μέ τό λόγο μας τραύματα στούς συνομιλητές μας. Πρέπει νά προχωροῦμε μέ διακριτικές ἐρωτήσεις, οἱ ὁποῖες θά μᾶς δίνουν τήν δυνατότητα νά καταλαβαίνουμε κάπως τήν ἀτμόσφαιρα, τά προβλήματα καί τίς πνευματικές ἀντοχές πού ἔχει ἡ ὁμήγυρη στήν ὁποία βρισκόμαστε, ὥστε ἀνάλογα νά ἐπεκτείνουμε τόν λόγο μας. Χωρίς νά φαίνεται ὅτι κάνουμε διδασκαλία –ὁ κόσμος δέν ἀντέχει σήμερα ἠθικοθρησκευτικές διδασκαλίες– μέσα στήν κουβέντα εἶναι καλό νά περνᾶμε τό νόημα τοῦ μυστηρίου πού τελέσαμε καί νά ἀνατρέπουμε τυχόν λανθασμένες ἀντιλήψεις πού διαπιστώσαμε.

Γενικά, ἡ παρουσία μας πρέπει νά εἶναι εὐχάριστη, ὄχι προκλητικά ἤ ὑποκριτικά χαρούμενη, ἰδιαίτερα σέ σπίτι πού ἀντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα, ἀλλά μιά ἐνισχυτική, θετική παρουσία, πού θά δίνη ἔμπνευση γιά τήν ζωή, κάτι πού ζητάει κάθε ἄνθρωπος, σάν ἀναπνοή, μέσα στά ὀξυμένα προβλήματά του ἤ τήν πεζή καθημερινότητά του.

3. Ὁ λόγος καί ἡ ἐμπνευσμένη παρουσία μας ἔχουν ἄμεση σχέση μέ τήν ὀρθή τέλεση τοῦ μυστηρίου. Οἱ προσεκτικές κινήσεις, ἡ κατανυκτική καί εὐκρινής ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν, ἡ προσευχητική ψαλμωδία τῶν τροπαρίων –ταπεινά, σχετικά σύντομα, ἀλλά ὄχι βεβιασμένα– δίνουν ἐγκυρότητα στήν παρουσία καί τόν λόγο μας. Ὁ Ἱερέας εἶναι κυρίως εὐχέτης –δηλαδή λογική ὕπαρξη προσευχόμενη– δέν εἶναι συζητητής τοῦ αἰῶνος τούτου. Ὁ λόγος του πρέπει νά εἶναι «ἅλατι ἠρτυμένος», καί ὄχι «καρυκευμένος» μέ πολιτικολογίες ἤ ἐλαφρούς ἀστεϊσμούς. Τό καλό ἁλάτι στήν προκειμένη περίπτωση εἶναι ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ μυστηρίου, πού πρέπει νά συντηρῆται ἀπό τήν ἀληθινή ἀγάπη τοῦ Ἱερέα γιά τίς ψυχές τῶν Ἐνοριτῶν του.

Σημαντικό ρόλο στήν ὑποβλητικότητα, ἱεροπρέπεια καί δραστικότητα τῆς τελετῆς τοῦ μυστηρίου παίζει καί ἡ ἐξωτερική ἐμφάνιση τοῦ Ἱερέα, ἡ καθαρότητα τῶν ἐνδυμάτων του, ἡ εὐγένεια τῶν τρόπων του, ἀκόμη καί τά σκεύη πού θά χρησιμοποιήση, καθώς καί ὁ χῶρος πού θά δεχθῆ νά τελεσθῆ τό μυστήριο. Τό δοχεῖο στό ὁποῖο θά μπῆ τό νερό γιά τόν Ἁγιασμό ἤ τό ἀλεύρι κατά τό Εὐχέλαιο παίζουν ἀνάλογα θετικό ἤ ἀρνητικό ρόλο. Δέν πρέπει νά εἴμαστε ἀγχώδεις καί σχολαστικοί σέ τέτοιες λεπτομέρειες καί δημιουργοῦμε γύρω μας ἔνταση καί παράλογο φόβο, ἀλλά οὔτε καί ἀδιάφοροι, καταφρονητές αὐτῶν τῶν σημαντικῶν λεπτομερειῶν.

4. Ἕνα τελευταῖο, ὄντως λεπτό θέμα, εἶναι ἡ ἀμοιβή πού δίνουν οἱ Ἐνορίτες στόν Ἱερέα τους, γιά τόν «κόπο» του πού τέλεσε στό σπίτι τους μυστήριο. Γιά τό θέμα αὐτό ἀρκεῖ νά θυμόμαστε τήν διδασκαλία τοῦ ἀπ. Παύλου: «Ἄξιος ὁ ἐργάτης τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ». Ἀλλά ὁ Ἀπόστολος, πού τό ἔλεγε αὐτό, ἐπειδή φοβόταν τόν σκανδαλισμό τῶν πιστῶν, ἀντί νά «τρέφεται ἀπό τό Εὐαγγέλιο», προτιμοῦσε νά δουλεύη χειρωνακτικά γιά νά βγάζη ἔτσι μέ ἄλλον τρόπο τήν δική του τροφή καί τήν τροφή τῶν συνοδῶν του.

Πρέπει νά ὁμολογηθῇ ὅτι παραμονεύει (κληρικούς καί λαϊκούς) πάντοτε ὁ πειρασμός τῆς σιμωνίας. Δηλαδή, ὁ πειρασμός νά ἀποτιμᾶται μέ χρήματα ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ πού παρέχεται στόν λαό μέσῳ τῶν μυστηρίων. Δέν εἶναι Χάρη τῶν Ἱερέων. Ἀκόμη καί ἡ Ἱερωσύνη μέ τήν ὁποία τελοῦνται τά μυστήρια δέν εἶναι τῶν Ἱερέων, εἶναι τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό χρειάζεται πολλή ἐσωτερική προσοχή, κυρίως σέ δύο σημεῖα. Πρῶτον, οἱ Ἱερεῖς νά μήν ἐξαρτοῦν ποτέ τήν τέλεση τῶν μυστηρίων ἀπό τά χρήματα πού εἶναι ἐνδεχόμενο νά τούς δοθοῦν. Νά μή συνδέουν μέσα τους τό μυστήριο μέ τήν ἀμοιβή. Οὔτε κατόπιν νά σχολιάζουν τό ποσό πού ἐνδεχομένως τούς δόθηκε. Οἱ ἔνδοθεν ἐπαγγελματικοί, περί τῆς τιμῆς τῶν μυστηρίων, λογισμοί δέν μένουν κρυφοί ἀπό τούς πιστούς Ἐνορίτες· τούς διαισθάνονται καί δηλητηριάζουν ἤ, τό λιγότερο, ὑποβαθμίζουν τήν σχέση τοῦ Ἱερέα μαζί τους. Δεύτερον, δέν πρέπει νά ἐνισχύεται ἡ ἀντίληψη ὁρισμένων Ἐνοριτῶν μας, ὅτι τό μυστήριο γιά νά ἔχῃ ἀποτέλεσμα πρέπει νά πληρώσουν. Τούς ὁδηγοῦμε ἔτσι σέ σιμωνιακή συνείδηση. Πληρώνουν καί παίρνουν τήν Χάρη τῶν μυστηρίων. Ἡ Χάρη ὅμως εἶναι Χάρη ἐπειδή δίνεται δωρεάν. Ἡ ἀμοιβή πού δίνουν στόν Ἱερέα εἶναι μιά ἑκούσια προσφορά, μέ εὐχαρίστηση, γιά τόν «κόπο» του· ὄχι ὅμως γιά νά ἔχῃ ἀποτέλεσμα τό μυστήριο.

Κλείνοντας πιστεύουμε ὅτι ὅλο τό νόημα τῆς ποιμαντικῆς μας παρουσίας στά σπίτια τῶν Ἐνοριτῶν μας, ὅταν καλούμαστε νά τελέσουμε κάποιο μυστήριο, βρίσκεται στό τέλος τῆς πρώτης εὐχῆς τῶν πιστῶν τῆς Θ. Λειτουργίας τοῦ ἁγ. ’Ιωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.

«...ἱκάνωσον ἡμᾶς, οὕς ἔθου εἰς τήν διακονία σου ταύτην ἐν τῇ δυνάμει τοῦ Πνεύματός σου τοῦ Ἁγίου, ἀκαταγνώστως καί ἀπροσκόπτως, ἐν καθαρῷ τῷ μαρτυρίῳ τῆς συνειδήσεως ἡμῶν, ἐπικαλεῖσθαί σε ἐν παντί καιρῷ καί τόπῳ, ἵνα, εἰσακούων ἡμῶν, ἵλεως ἡμῖν εἴης, ἐν τῷ πλήθει τῆς σῆς ἀγαθότητος». Ἀμήν.

© 2015 Ἱερὰ Μητρόπολις Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου.