Χριστίνας Καρανικόλα-Σχοινά: “Ρεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταύγουστου (Β)”

Μία προσέγγιση στο έργο του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη

της φιλολόγου Χριστίνας Καρανικόλα-Σχοινά

Κι όμως όλα αυτά θα μπορούσε να τα αντέξη ο Φραγκούλας. Το τελευταίο όμως χτύπημα που δέχθηκε ήταν ασήκωτο, αβάσταχτο, καταλυτικό. Τον έχει συνθλίψει, τον έχει τσακίσει.

“-Τώχασα το καϋμένο μ το ευάγωγο” μονολογεί θρηνώντας και στη σκέψη του ζωγραφίζεται το όμορφο πρόσωπο της χαριτωμένης μικρής θυγατέρας του, που τόσο πρόωρα, μόλις 14 ετών, έφυγε απ τη ζωή.....

Τόσες φορές στο παρελθόν είχε καταφύγει στο εκκλησάκι της Παναγίας της Πρέκλας κυνηγημένος από προβλήματα οικονομικά, οικογενειακά ή παρασυρμένος από το πείσμα και το θυμό του δύσκολου χαρακτήρα του. Τότε η καλύβα του προαυλίου ήταν η επιλογή του. Τώρα όμως είναι αλλιώς. Ο πόνος ξεχειλίζει από την καρδιά του και το φορτίο της θλίψης είναι πολύ βαρύ στους ώμους του. Τώρα δεν έχει περιθώρια επιλογής, τώρα ψάχνει διέξοδο, καταφύγιο, παρηγοριά και στήριγμα, που μόνο η γλυκειά Παναγιά μπορεί να του δώση. Άλλωστε, στο παρελθόν, πριν ερειμωθή το χωριό, όλοι οι καταπονημένοι της ζωής, οι θλιμμένοι και οι “πεφορτισμένοι” σ αυτό το εκκλησάκι έρχονταν και στην εικόνα της Παναγίας της Πρέκλας ακουμπούσαν τους καημούς, τα βάσανα και τις ελπίδες τους “να εύρωσι δια της εγκρατείας και της προσευχής και του ιερού άσματος αναψυχήν και παραμυθίαν..... ν ακούσωσιν τας ψαλλομένας Παρακλήσεις καθ όλον τον Δακαπενταύγουστον......”

Είναι και τώρα παραμονές του Δεκαπενταύγουστου κι ο Φραγκούλας με ασήκωτο το πένθος της ψυχής του, γερασμένος απότομα και κουρασμένος όσο ποτέ, θυμάται αυτή την ίδια χρονιάρα μέρα, πριν 15 χρόνια, τότε που είχε συμφιλιωθή με τη γυναίκα του μετά τον πρώτο χωρισμό τους. Είχε και τότε αποσυρθή χολωμένος στο σπιτάκι του προαυλίου και στον Εσπερινό της μεγάλης γιορτής, μαζί με όλους τους πανηγυριώτες είχε έρθει και η Σινιώρα του με τα τέσσερα τότε παιδιά τους. “Ήτο 40 χρονών τότε ο Φραγκούλας. Έτρεφε πείσμα και χολήν, αλλ είχεν πολύ περισσότερον και βαθύτερον συζυγικόν έρωτα και μόνον νύξιν ήθελεν· ήτο έτοιμος να συγχωρήση και ν αγαπήση.... Τω όντι, όταν εβραδύασε καλά και άρχισε να σκοτεινιάζη, η κυρά Σινιώρα ήλθε........ Από πολλών μηνών δεν είχεν ιδεί τον σύζυγόν της, όστις είχε κατοικήσει χωριστά, εις ευτελές δωμάτιον, χάριν ταπεινώσεως, το οποίον ωνόμαζε “το κελλί του” και έζη από μηνών ως καλόγηρος. Επλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα. Ο Φραγκούλας ίστατο εκεί παραπέρα από την θύραν της εκκλησίας και έκαμνεν πώς έβλεπεν αλλού και πώς επρόσεχεν είς τινα ομιλίαν περί αγροτικών υποθέσεων μεταξυ δυο ή τριών χωρικών. Η Σινιώρα εισήλθεν εις τον ναΐσκον, επροσκύνησεν, εκόλλησε κηρία και ησπάσθη τας εικόνας. Είτα μετά τινα ώραν εξήλθεν. Επλησίασε συνεσταλμένη και εχαιρέτησε τον σύζυγόν της. Ούτος έτεινε προς αυτήν την χείρα και ησπάσθη φιλοστόργως τα τέκνα του”.

Ήταν πολύ χαρούμενος εκείνο το βράδυ και στην αγρυπνία που ακολούθησε και κράτησε 8 ώρες, όλα τα διάβασε μόνος του, όλα τα έψαλε “μόλις επιτρέπων εις τον κυρ Δημητρόν, τον κάτοχον του αριστερού χορού, να λέγη κι αυτός από κανένα τροπαράκι, δια να ξενυστάξη” και θυμάται, σαν νάταν χθες, τις γυναίκες, που στη Λιτή δυσφορώντας γκρίνιαζαν τον νεωκόρο, γιατί έπιασε τα κεριά που είχαν λαμπαδιάσει και τα πατούσε στο έδαφος για να σβήσουν. Καθώς κι έναν νεαρό νεόπλουτο, που έβλεπε ως σπατάλη το άναμμα πολλών κεριών κι ακούστηκε να μιλά για “οικονομία στα κηρία!”..... Αλλά οι γυναίκες, μολονότι ήξεραν πολύ καλά τί θα πη οικονομία, δεν καταλάβαιναν “τί θα πη οικονομία στα κηρία”, που ήταν ταμένα να καούν στη χάρη της Παναγίας. Θυμάται καλά και το άλλο περιστατικό με τον κυρ Δημητρό, ο οποίος πειραγμένος που του άρπαζε συνεχώς την πρωτοφωνία στο ψάλσιμο, του συνέστησε να ψάλλη πιο σιγανά το “Κύριε ελέησον”, διότι οι γυναίκες ήθελαν ν ακούνε τα ονόματα, ζωντανά και πεθαμένα, που είχαν υπαγορεύσει από βραδύς στον ιερέα. Κι ο Φραγκούλας, για να τον ταπεινώση, τον άφησε να ψάλλη 40 φορές το “Κύριε ελέησον”, γνωρίζοντας ότι ο κυρ Δημητρός δεν ήξερε καλά τα τυπικά, πότε λέγεται 3 φορές το “Κύριε ελέησον” και πότε 40 φορές. Κι ενώ άρχισε να το λέγη 40 φορές, “ο παπάς εβιάσθη ν απαγγείλη ραγδαίως και αθρόα τα τελευταία ονόματα, και, δια να είναι σύμφωνος με τον ψάλτην, ήρχισε προ της ώρας να λέγη “....υπέρ του διαφυλαχθήναι, από λιμού, λοιμού, σεισμού, καταποντισμού, πυρός, μαχαίρας.....”

(συνεχίζεται στο επόμενο)

  • Προβολές: 1473

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἱστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance