Δεκαετία στην Μητρόπολη Ναυπάκτου (Α)

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Όπως αναφέραμε σε προηγούμενο τεύχος, τον Ιανουάριο, κατά την καθιερωμένη κοπή της Βασιλόπιττας για τους Ναυπακτίους της Αθήνας, ο Σεβασμιώτατος μίλησε στην ομήγυρη με θέμα “Δεκαετία αρχιερατείας στην Ναύπακτο”, επειδή εφέτος συμπληρώνονται δέκα χρόνια από την εκλογή, χειροτονία και ενθρόνισή του στην ιστορική Μητρόπολη Ναυπάκτου. Τμήματα της ομιλίας αυτής θα δημοσιεύσουμε στην “Ε.Π.”.

* * *

Αισθάνομαι ιδιαίτερη τιμή που με καλέσατε και εφέτος σ’ αυτήν την ετήσια συνάντηση στην οποία κόβεται η “Ναυπακτιακή πίττα” και έχουμε την δυνατότητα να επικοινωνήσουμε μεταξύ μας. Και αυτή η επικοινωνία, όταν μάλιστα λειτουργεί ως κοινωνία μεταξύ μας, είναι η αλήθεια και η φυγάδευση του ψεύδους. Αυτό συνιστά όλη την παράδοση που αναπτύχθηκε σε αυτόν τον τόπο.

Για παράδειγμα να θυμηθούμε το σοφό απόφθεγμα του μεγάλου προσωκρατικού φιλοσόφου Ηρακλείτου: “διό καθ’ ό,τι αυτού της μνήμης κοινωνήσωμεν, αληθεύομεν, ά δε αν ιδιάσωμεν ψευδόμεθα” (Ηράκλειτος άπαντα, Τάσος Φάλκος-Αρβανιτάκης, εκδόσεις Ζήτρος Θεσσαλονίκη 1999, σελ. 64)

Βεβαίως στο απόφθεγμα αυτό ο Ηράκλειτος ομιλεί για την μετοχή του κοινού λόγου και θείου, που βρίσκεται σε όλη την φύση και κατά συνέπεια αληθεύουμε όσο κοινωνούμε και αναπνέουμε αυτόν τον θείο λόγο. Ο κοινός λόγος είναι η υπερτάτη αρχή που διέπει τα πάντα. Λέγοντας ο Ηράκλειτος για τον κοινό λόγο σκόπιμα χρησιμοποιεί την λέξη “ξυνόν” λόγον που προέρχεται από το “ξυν-νόω”, δηλαδή εννοεί την ταύτιση τοῡ κοινού λόγου με την κοινή σε όλους κοινή φρόνηση. Όσοι βρίσκονται σε εγρήγορση συνδέονται με τον κοινόν-ξυνόν λόγον, ενώ όσοι κοιμούνται στρέφονται στον “ίδιον” κόσμον (Κωνσταντίνου Βαμβακά: οι θεμελιωτές της δυτικής σκέψης, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης Ηράκλειο 2001 σελ.254-256). Οπότε, αληθεύουμε όταν κοινωνούμε αυτού του λόγου, ενώ αντίθετα ψευδόμαστε όσο είμαστε απομονωμένοι από αυτόν τον ξυνόν - κοινόν και θείον λόγον.

Όμως αυτό μπορούμε να το προσαρμόσουμε και στα ανθρώπινα δεδομένα, που σημαίνει ότι έχουμε την αλήθεια όταν κοινωνούμε μεταξύ μας, ενώ ψευδόμαστε όταν ιδιάζουμε, όταν ο καθένας μας κλείνεται στον εαυτό του.

Έτσι αισθάνομαι και την συνάντησή μας αυτή. Βεβαίως συναντόμαστε πολλές φορές στην Ναύπακτο, την ορεινή Ναυπακτία και τον Άγιο Βλάσιο, αφ’ ενός μεν κατά τα Συνέδρια τα οποία πραγματοποιεί η Εταιρεία Ναυπακτιακών Μελετών και τις εκδηλώσεις που κάνει η ΟΣΥΜ, αφ’ ετέρου δε κατά τις διακοπές την περίοδο του Καλοκαιριού και σε άλλες εορταστικές εκδηλώσεις, όπως κατά την συνάντηση των ομογενών αδελφών μας που διοργανώνει η Ιερά Μητρόπολη με τον Ελληνοαμερικανικό Σύλλογο των εν Αθήναις Ναυπακτίων, και έτσι έχουμε την δυνατότητα να ανταλλάσσουμε απόψεις για τα ζητήματα που απασχολούν γενικότερα τον άνθρωπο και ειδικότερα εμάς τους Ναυπακτίους. Όμως και η συνάντηση εδώ στην Αθήνα είναι σημαντική, γιατί μας δίδεται η δυνατότητα στην αρχή του χρόνου να ανταλλάξουμε ευχές και σκέψεις για την βελτίωση των πραγμάτων.

Αισθάνομαι ιδιαίτερη τιμή που μου δίδεται η δυνατότητα να αναπτύξω μερικές σκέψεις μου κάθε φορά σε αυτήν την σεμνή εκδήλωση, λαμβάνοντας αφορμή από ένα γεγονός του έτους αυτού.

Εφέτος θα ήθελα να μου επιτρέψετε να περιορίσω τον λόγο σε ένα γεγονός το οποίο δεν είναι απλώς προσωπικό, αλλά ταυτοχρόνως είναι εκκλησιαστικό. Πρόκειται για το ότι εφέτος κλείνω μια δεκαετία στην Μητρόπολη Ναυπάκτου ως Μητροπολίτης αυτής, ύστερα από πολλές άλλες δεκαετίες ποιμαντικής εργασίας μέσα στην Εκκλησία. Δεν πρόκειται να κάνω απολογισμό του έργου, ούτε να σάς αναφέρω τις δραστηριότητές μου κατά τον χρόνο της ποιμαντικής μου αρχιερατικής διακονίας. Αυτό δεν αρμόζει σε μένα. Αλλά κατά πρώτον θα αναφερθώ στην τιμή που μου επεφύλαξε ο Θεός να γίνω Μητροπολίτης στην ιστορική αυτή Μητρόπολη, και στην συνέχεια να σάς παρουσιάσω τις βασικές μου αρχές που έχω κατά την εκκλησιαστική μου διακονία.

1. Η εκλογή μου σε Μητροπολίτη

Θεωρώ μεγάλη τιμή από τον Θεό που με εξέλεξε Μητροπολίτη, δια της Εκκλησίας και μάλιστα στην ιστορική και παλαίφατη αυτή Ιερά Μητρόπολη. Ήταν κάτι που δεν επεδίωξα ούτε και φανταζόμουν ποτέ.

Όσοι με γνωρίζουν ξέρουν καλά ότι εγγράφηκα στον κατάλογο εκλογίμων προς αρχιερατείαν, χωρίς να το επιδιώξω και να συνεργήσω σε αυτό. Ο αείμνηστος Μητροπολίτης μου ο Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας κυρός Καλλίνικος που καταγόταν από τα Σιταράλωνα Θέρμου, ενώ ο πατέρας του καταγόταν από τον Πλάτανο της Ναυπακτίας, εγνώριζε τις απόψεις μου για το θέμα αυτό, ότι, δηλαδή δεν επιθυμούσα να γίνω Επίσκοπος και γι’ αυτό κατά την απουσία μου στην Αγγλία, συγκέντρωσε όλα τα δικαιολογητικά που χρειάζονταν, με την βοήθεια των συγγενών μου, χωρίς εγώ να το γνωρίζω, και τα απέστειλε στην Ιερά Σύνοδο για να εγγραφώ στους καταλόγους εκλογίμων, η οποία εγγραφή έγινε ύστερα από σχετική ψηφοφορία στην Ιεραρχία. Και όπως ήταν ευνόητο εγνώρισα ότι εγγράφηκα στον κατάλογο, μετά την εγγραφή μου σε αυτόν.

Και η εκλογή μου σε Μητροπολίτη της ιστορικής αυτής Ιεράς Μητροπόλεως είχε τα ίδια σχεδόν στοιχεία. Μετά την κηδεία του αειμνήστου προκατόχου μου Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κυρού Νικοδήμου, έφυγα σε προγραμματισμένο ταξίδι μου στο Βανκούβερ του Καναδά και στο Σιάτλ των Ηνωμένων Πολιτειών προκειμένου να ομιλήσω σε ειδικό σεμινάριο της Ορθοδόξου Ρωσικής Εκκλησίας της Αμερικής στο Βανκούβερ και σε Συνέδριο που είχε προγραμματίσει η Ορθόδοξη Ελληνική Ενορία του Σιάτλ, με την άδεια και ευλογία του τότε Αρχιεπισκόπου Αμερικής.

Όταν ευρισκόμουν στην Αμερική έλαβα τηλεφώνημα από την Ελλάδα να επιστρέψω γρήγορα, γιατί επρόκειτο να γίνουν αρχιερατικές εκλογές για την Ιερά Μητρόπολη Ναυπάκτου και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κυρός Σεραφείμ είχε καταλήξει να με προτείνη για υποψήφιο για την Μητρόπολη αυτή. Βέβαια δεν επέστρεψα αμέσως γιατί στην Αμερική είχα υποχρεώσεις, αλλά συντόμευσα τον χρόνο της παραμονής μου εκεί. Μετά από λίγο καιρό έγιναν αρχιερατικές εκλογές και εξελέγην Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, χωρίς να το επιδιώξω.

Η εκλογή μου σε Μητροπολίτη έγινε την 19 Ιουλίου 1995, η χειροτονία την επομένη ημέρα, εορτή του Προφήτου Ηλιού του Θεσβίτου, και η ενθρόνισή μου την 10ην Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους.

2. Οι βασικές ποιμαντικές αρχές

Ο αρχιερεύς της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν έχει την δυνατότητα να εξασκή το έργο του κατά το δοκούν, αλλά πρέπει να ενεργή μέσα στα πλαίσια του ιερού θεσμού της Εκκλησίας και να μιμήται τον Μέγα Αρχιερέα Χριστό και τους προγενεστέρους μεγάλους Αρχιερείς και διδασκάλους που ήταν οι Απόστολοι και οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας. Όσοι κοινωνούν αυτού του εκκλησιαστικού τρόπου ζωής αληθεύουν, ενώ όσοι ιδιάζουν και αυθαδιάζουν ψεύδονται και επομένως αποτυγχάνουν να είναι ορθόδοξοι Αρχιερείς και να εξασκούν ορθόδοξη εκκλησιαστική ποιμαντική στον λαό.

Θα ήθελα να σάς παρουσιάσω μερικές από τις βάσεις της αρχιερατικής διακονίας μου.

α. Αίσθηση του χαρίσματος της αρχιερωσύνης

Η αρχιερωσύνη είναι μια δωρεά του Θεού και όχι μια ανθρώπινη εξουσία. Κατά την τελετή του μυστηρίου της χειροτονίας του ο Κληρικός λαμβάνει την Χάρη του Θεού για να ποιμάνη μια συγκεκριμένη Ιερά Μητρόπολη και καθίσταται φορεύς της μαρτυρικής αρχιερωσύνης του Χριστού. Κάθε Αρχιερεύς είναι διάδοχος των Αγίων Αποστόλων, εις τύπον και τόπον του Χριστού. Βεβαίως εννοείται ότι θα ανταποκρίνεται ελεύθερα στην θεία Χάρη και θα γίνεται όργανο του Θεού για την σωτηρία των ανθρώπων. Προϋποτίθεται η θεολογική αρχή της συνεργείας. Εάν ο Αρχιερεύς δεν έχει γίνει κατάλληλο δοχείο του Πνεύματος, με την προσωπική του αναγέννηση, τότε μπορεί βεβαίως να τελή τα μυστήρια, αφού η θεία Χάρη δι’ αυτού τελεί τα μυστήρια, αλλά την όλη διακονία του την κάνει ανθρωποκεντρικά και κοσμικά.

Αρχή του χαρίσματος της ιερωσύνης δεν είναι ο λαός, αλλά ο Θεός, αφού άλλωστε η αρχή του δικαίου στην Εκκλησία είναι ο Θεός και η πραγμάτωση του δικαίου είναι η μέλλουσα και όχι η μένουσα πόλη (Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας). Βεβαίως το χάρισμα της αρχιερωσύνης δίδεται για την ποιμαντική καθοδήγηση του λαού, που πρέπει να γίνεται με ανύστακτη μέριμνα, προσευχή και σεβασμό της ελευθερίας των ανθρώπων.

β. Σεβασμός στα δόγματα και τους ιερούς Κανόνας της Εκκλησίας

Κάθε Επίσκοπος κατά την ημέρα της χειροτονίας του δίνει την αρχιερατική ομολογία ενώπιον όλου του εκκλησιάσματος –τών Αρχιερέων, των Κληρικών και των λαϊκών– ότι θα διαφυλάξη τα δόγματα και τους ιερούς Κανόνας, όλα αυτά που λέγονται ιερά παράδοση της Εκκλησίας και εκφράσθηκαν από τους Πατέρας των Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων.

Τα δόγματα είναι εκείνα που αναφέρονται στην Αγία Τριάδα, την ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού, την Εκκλησία και τον τρόπο της σωτηρίας του ανθρώπου. Πρόκειται για τις αποφάσεις των Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων, με τις οποίες οριοθετήθηκε η ορθόδοξη αποκαλυπτική αλήθεια και με αυτόν τον τρόπο απαντήθηκαν τα υπαρξιακά ερωτήματα των ανθρώπων. Τα δόγματα δεν είναι μερικές φιλοσοφικές αρχές, αλλά οδοδείκτες για την θεραπεία των παθών και την υπέρβαση του θανάτου ο οποίος κυριαρχεί μέσα στην ανθρώπινη φύση μας.

Οι ιεροί Κανόνες αποβλέπουν στην καλή συγκρότηση του θεσμού της Εκκλησίας και την διαφύλαξη της ενότητός της. Η επικοινωνία μεταξύ των Τοπικών Εκκλησιών, μεταξύ των Πατριαρχείων και των Αυτοκεφάλων και Αυτονόμων Εκκλησιών κατοχυρώνονται με τους ιερούς Κανόνες. Και όταν από τους Κανόνας αυτούς επιβάλλονται μερικές ποινές, που δεν θεωρούνται ως ποινές αλλά ως ιατρικά πνευματικά φάρμακα, αυτό γίνεται για να διαφυλάσσεται η ενότητα της Εκκλησίας και να θεραπεύωνται τα άρρωστα μέλη της.

Όταν κανείς παρακάμπτη τα δόγματα και τους ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας τότε εκκοσμικεύει την ποιμαντική του διακονία.

Μέσα από αυτήν την προοπτική γίνεται το μυστηριακό και το διδασκαλικό έργο της Εκκλησίας. Αυτήν την προοπτική έχει το κήρυγμα και η κατήχηση, που προσφέρεται σε όλες τις ηλικίες. Ο απώτερος σκοπός όλων αυτών είναι η εκκλησιοποίηση των ανθρώπων, η ενεργοποίηση του χαρίσματος του κατ’ εικόνα δημιουργηθέντος ανθρώπου και η πορεία του προς την κατά Χάριν υιοθεσία.

γ. Βίωση της Εκκλησίας ως πνευματικού Νοσοκομείου

Το προηγούμενο μας οδηγεί στο σημείο αυτό, σύμφωνα με το οποίο η Εκκλησία δεν είναι μια θρησκευτική οργάνωση, ούτε ένα σωματείο ευσεβών ανθρώπων, ούτε ακόμη ένα φιλανθρωπικό κατάστημα, αλλά πνευματικό νοσοκομείο, θεραπευτήριο, που θεραπεύει τις πνευματικές υπαρξιακές ασθένειες των ανθρώπων.

Οι Κληρικοί είναι οι πνευματικοί ιατροί, ιδιαιτέρως ο Επίσκοπος σε μια περιοχή είναι ο Διευθυντής της ιατρικής αυτής κλινικής και έχει κάτω από την επίβλεψή του τους άλλους Κληρικούς που εργάζονται ως ιατροί και νοσοκόμοι για την θεραπεία των πνευματικώς ασθενούντων μελών. Οι Κληρικοί πρέπει να γνωρίζουν τον τρόπο θεραπείας των ανθρώπων και όχι να βρίσκουν τρόπο να τους εκμεταλλεύονται. Γι’ αυτό και ως Κληρικοί, Πρεσβύτεροι και Διάκονοι πρέπει να χειροτονούνται άνθρωποι, που έχουν τα προσόντα που προβλέπουν οι ιεροί Κανόνες και η παράδοση της Εκκλησίας. Και όταν ο Επίσκοπος διαπιστώνη ότι οι Κληρικοί δεν θεραπεύουν τους ανθρώπους, αλλά τους αρρωσταίνουν ακόμη περισσότερο τότε πρέπει να λαμβάνη τα κατάλληλα μέτρα.

Με την προοπτική αυτή ότι η Εκκλησία είναι πνευματικό Θεραπευτήριο αποφεύγεται η ιδεολογοποίηση της πίστεως, ο φανατισμός-φονταμελισμός, η εκκοσμίκευση.

δ. Δημιουργία των Ενοριών ως θεραπευτικών Κοινοτήτων

Σύμφωνα με την αρχή ότι η Εκκλησία είναι πνευματικό θεραπευτήριο συνεπάγεται ότι και κάθε Ενορία, ιδιαιτέρως εκεί που υπάρχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις πρέπει να λειτουργή ως θεραπευτική κοινότητα.

Αυτό σημαίνει ότι κέντρο της Ενορίας πρέπει να είναι το ιερό θυσιαστήριο και η θεία Ευχαριστία. Έπειτα, πρέπει να θεραπεύωνται τα ψυχικά τραύματα των ανθρώπων με το μυστήριο της μετανοίας και της Ιεράς Εξομολογήσεως, με την πνευματική καθοδήγηση των ανθρώπων. Ακόμη αναπτύσσεται η κατήχηση και η διδασκαλία σε όλες τις ηλικίες, κυρίως στους νέους μας, που έχουν πολύ μεγάλη ανάγκη. Βεβαίως αναπτύσσεται και το φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας.

Μέσα σε μια τέτοια ατμόσφαιρα επιλύονται πολλά προβλήματα ψυχικά και σωματικά, οικογενειακά και κοινωνικά. Είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζη κανείς ότι όπου υπάρχει μια Ενορία οργανωμένη, μέσα στην εκκλησιαστική προοπτική, μπορεί να υπάρχη μια ζωντανή θεραπευτική κοινότητα.

ε. Τιμή στον παραδοσιακό μοναχισμό

Ένα ευλογημένο κομμάτι της εκκλησιαστικής ζωής είναι ο μοναχισμός. Σε κάθε Ιερά Μητρόπολη υπάρχουν Ιερές Μονές στις οποίες μονάζουν μοναχοί και μοναχές που είναι αφιερωμένοι στον Θεό, δοξολογούν καθημερινά τον Θεό και γίνονται πόλοι έλξεως των ανθρώπων που επιθυμούν να μάθουν τα ενδότερα της πνευματικής ζωής. Εάν η Εκκλησία είναι πνευματικό θεραπευτήριο, οι Ιερές Μονές είναι οι πνευματικές ιατρικές σχολές της Εκκλησίας που ετοιμάζουν τους καλούς πνευματικούς ιατρούς.

Αυτό όμως προϋποθέτει ότι ο μοναχισμός κινείται μέσα στα παραδοσιακά πλαίσια, δηλαδή στην ησυχαστική παράδοση της Εκκλησίας και με αυτήν την προοπτική είναι παράγων υγείας στην Τοπική Εκκλησία. Και, φυσικά, όταν ο Επίσκοπος διαπιστώνει ότι ο μοναχισμός χάνει τον σκοπό του και την αποστολή του, και γίνεται κέντρο εμπορικό, τότε είναι υποχρεωμένος να λαμβάνη τα κατάλληλα θεραπευτικά μέτρα για τον επανατροχιασμό του στην κανονική μοναχική και εκκλησιαστική οδό.

στ. Σεβασμός στις εξουσίες που επιλέγει ο λαός

Εφ' όσον η Εκκλησία είναι πνευματικό Νοσοκομείο αυτό σημαίνει ότι το έργο της είναι ιδιαίτερο από το έργο της Πολιτείας. Ακριβώς για τον λόγο αυτόν υπάρχει διάκριση αρμοδιοτήτων και αποφεύγεται η σύγχυση των σκοπών και επιδιώξεών τους. Ισχύει και εδώ ό,τι ισχύει και στα Νοσοκομεία, τα οποία δεν ασκούν πολιτική διοίκηση και εξουσία, και οι ιατροί δεν διεκδικούν πολιτικές και κοινωνικές θέσεις. Αρκούνται στο έργο της θεραπείας των ανθρώπων.

Αυτό σημαίνει ότι ο Επίσκοπος σέβεται το έργο της Πολιτείας και το έργο όλων των εκλεγέντων εκπροσώπων του λαού είτε στην πρωτοβάθμια είτε στην δευτεροβάθμια αυτοδιοίκηση, είτε στην Κυβέρνηση του Κράτους και το Κοινοβούλιο. Και βεβαίως παραμένει στο δικό του έργο. Δεν ασκεί εξωτερική πολιτική, δεν ασχολείται σε αλλότρια ζητήματα, όπως ακριβώς και οι ιατροί ενός Νοσοκομείου δεν αφήνουν τους ασθενείς τους στο κρεββάτι του πόνου για να ασχοληθούν με ξένα ζητήματα.

Επίσης, η Εκκλησία ασχολείται με τα μέλη της και δεν ασχολείται με τα μέλη των άλλων Θρησκειών και των Ομολογιών. Άλλωστε η ανωτερότητα μιας θρησκείας και μιας Ομολογίας φαίνεται από τα θεραπευτικά αποτελέσματα που έχει, αν δηλαδή μπορεί να θεραπεύη, και όχι αν εξασκή ένα καλό κοινωνικό έργο ή εάν ιδεολογικά είναι ανώτερη από μια άλλη Θρησκεία και Ομολογία. Ένας ιατρός του σώματος είναι καλός εάν μπορή να έχη θεραπευτικά αποτελέσματα.

Με αυτήν την προοπτική δεν πρέπει να υπάρχη σύγκρουση της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τις άλλες Θρησκείες και ομολογίες, γιατί η ίδια της δεν θεωρεί ότι είναι μια ιδεολογικοκοινωνική οργάνωση. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχουν και δεν πρέπει να υπάρχουν οι τρεις βασικοί πειρασμοί, που απειλούν κάθε Θρησκεία και κάθε θρησκευτική οργάνωση, ήτοι η κοσμοθεωρία, η κοσμοφοβία και η εκκοσμίκευση. Και ο Επίσκοπος πρέπει να προσέχη να κρατά την Τοπική Εκκλησία μακριά από αυτούς τους συγχρόνους μεγάλους πειρασμούς.

(συνεχίζεται στο επόμενο: Δεκαετία στην Μητρόπολη Ναυπάκτου (Β))

  • Προβολές: 2144