Η ευγονική και ευθανασιακή νοοτροπία του συγχρόνου ανθρώπου (Β)

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

(συνέχεια από το προηγούμενο)

4. Εκκλησιαστική ποιμαντική

Η Εκκλησία ομολογεί τον Χριστό και τα όσα Εκείνος απεκάλυψε για τον Θεό, τον άνθρωπο, την κτίση και με αυτήν την ομολογία ποιμαίνει τα μέλη της. Μερικές φορές εργάζεται και αντιαιρετικά, μέσα όμως στην προοπτική της ομολογίας και της ποιμαντικής.

Η Εκκλησία ασκεί ποιμαντική διακονία στα μέλη της, που σημαίνει βλέπει τα προβλήματά τους και καταγράφει τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την επίλυσή τους, χωρίς να καταργήται η προσωπική ελευθερία των ανθρώπων. Ο,τι γίνεται, γίνεται με ελευθερία, γιατί η παραβίαση της ελευθερίας συνιστά την αλλοίωση της ανθρωπολογίας και της σωτηριολογίας.

Όταν κάνουμε λόγο για ποιμαντική διακονία, εννοούμε ότι η Εκκλησία διαφυλάσσει τα βασικά σημεία της αποκαλυπτικής αλήθειας, περί του Θεού, του κόσμου, του ανθρώπου, και της σωτηρίας και με αυτά καθοδηγεί τον άνθρωπο για να αποκτήση πνευματικά - χριστοκεντρικά βιώματα. Και, βεβαίως, αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος πρέπει να πορεύεται από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωση, στην θέωση, που είναι ο βαθύτερος σκοπός του. Ακόμη όταν ο άνθρωπος αποτυγχάνη να ζήση σύμφωνα με τον νόμο του Θεού και μετανοή γι' αυτό, τότε η Εκκλησία με την δύναμη του Χριστού τον θεραπεύει.

Ύστερα από αυτές τις σύντομες διευκρινίσεις θα τονισθούν μερικά κεντρικά σημεία γύρω από το θέμα της ευγονικής και ευθανασιακής νοοτροπίας της εποχής μας.

α) Υπαρξιακά προβλήματα της ζωής και του θανάτου.

Είναι δεδομένο ότι τα βασικά προβλήματα που απασχολούν τον άνθρωπο είναι τα λεγόμενα υπαρξιακά, αυτά που έχουν σχέση με την ζωή και τον θάνατο. Αυτή είναι η βαθύτερη αιτία των βιο-ηθικών προβλημάτων. Ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε για να πεθαίνη, αλλά ο θάνατος είναι αποτέλεσμα της απομακρύνσεώς του από τον Θεό. Με το προπατορικό αμάρτημα ο άνθρωπος γυμνώθηκε από την θεία Χάρη, σκοτίσθηκε ο νους του και εισήλθε ο θάνατος μέσα στην ύπαρξή του. Έτσι, ο θάνατος είναι συνάρτηση της απομακρύνσεως του ανθρώπου από τον Θεό, είναι ο σκοτασμός του νοός. Έκτοτε τον άνθρωπο τον απασχολεί έντονα το γεγονός της ζωής και του θανάτου.

Από τις αρχές της ηλικίας του ο άνθρωπος αναρωτιέται: τι είναι η ζωή και ο θάνατος• γιατί γεννήθηκα χωρίς να γνωρίζω και χωρίς να μπορώ να προσδιορίζω τον τρόπο της βιολογικής μου ζωής, για το φύλο, την εθνικότητα, τις ατομικές διαφορές από τους άλλους• γιατί να μην έχω απόλυτη ελευθερία• γιατί πεθαίνω και τι γίνεται μετά τον θάνατο• τι είναι η αρρώστια• ποιό είναι το νόημα του πόνου κλπ. Στην θεολογική γλώσσα γίνεται λόγος για την φθαρτότητα και την θνητότητα που υπάρχουν μέσα στον άνθρωπο και πιστοποιείται ακόμη και από την σύγχρονη μοριακή βιολογία.

Αν τα ερωτήματα αυτά που συνδέονται με την φθαρτότητα και την θνητότητα δεν επιλυθούν στα όρια της προσωπικής ζωής, τότε δεν θα μπορέση ο άνθρωπος, όσο κι αν προσπαθήση, να δώση απαντήσεις στα βιοηθικά ζητήματα που προκύπτουν σήμερα, στον αιώνα της βιοτεχνολογίας, από τις εξελίξεις και εφαρμογές της μοριακής βιολογίας και γενετικής, και αφορούν τόσο στην έναρξη όσο και στο τέλος της βιολογικής ζωής. Είναι δυνατόν να μπορέση να λύση μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά συνεχώς θα αναφύωνται άλλα προβλήματα. Έτσι, το βαθύτερο πρόβλημα που πρέπει να επιλυθή είναι το υπαρξιακό και το να μπορέση ο άνθρωπος να υπερβή το γεγονός της βιολογικής ζωής και του θανάτου, να αποκτήση νόημα και η ζωή και ο θάνατος.

β) Ποιμαντική στον άρρωστο, τους συγγενείς και τον ιατρό.

Πέρα από την γενική αυτή θεώρηση που είναι η βάση κάθε ποιμαντικής διακονίας σε όλες τις ηλικίες, πρέπει να εξασκήται και μια ειδική ποιμαντική για κάθε πρόβλημα που τίθεται από τους ανθρώπους. Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών χρειάζεται φωτισμένος και διακριτικός Πνευματικός Πατέρας, ο οποίος αφ’ ενός μεν θα γνωρίζη την διδασκαλία της Εκκλησίας και τα προβλήματα στο βάθος τους, αφ’ ετέρου δε θα πλησιάζη ευαίσθητα και διακριτικά τον κάθε άνθρωπο, που θέλει τον ιδιαίτερο λόγο για να αποκτήση νόημα ζωής και προ παντός εσωτερική ελευθερία. Βεβαίως, θα πρέπη να τεθούν τα απαραίτητα πλαίσια μέσα στα οποία θα κινήται. Πάντως, είναι γνωστόν ότι δεν μας δημιουργούν προβλήματα μόνον τα καθημερινά γεγονότα της ζωής και οι ασθένειες, αλλά η εσωτερική ακαταστασία, η έλλειψη νοήματος για την ζωή. Μπορεί ένας άρρωστος να έχη νόημα ζωής και να δοξάζη τον Θεό, ενώ ένας υγιής να είναι δυστυχής λόγω της ανυπαρξίας νοήματος για την ζωή.

Ως προς τα θέματα που εθίγησαν στην προηγούμενη ενότητα, η ποιμαντική της Εκκλησίας πρέπει να στραφή σε τρεις παράγοντες, ήτοι στον άρρωστο, που υποφέρει, στους συγγενείς του αρρώστου που ενδιαφέρονται για την υγεία του αγαπητού τους προσώπου και τον ιατρό που θα ασχοληθή με την θεραπεία του αρρώστου.

Ο άρρωστος, όπως γνωρίζουμε, βρίσκεται σε μια ιδιαίτερη υπαρξιακή και ψυχολογική κατάσταση και χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Το βαθύτερο πρόβλημα που τον απασχολεί είναι ο πόνος, που εκφράζεται ψυχικά και σωματικά, αφού υπάρχει ψυχικός και σωματικός πόνος. Άλλοτε προηγείται ο ψυχικός πόνος και ακολουθεί ο σωματικός, και άλλοτε προηγείται ο σωματικός πόνος και ακολουθεί ο ψυχικός. Πέρα από αυτά ο πόνος προέρχεται από διάφορες ενοχές που έχει ο άνθρωπος μέσα του, αλλά και από την έλευση του θανάτου, τον οποίον θεωρεί ότι διασπά την ενότητα με τους ανθρώπους που αγαπά και με την ίδια την βιολογική ζωή, καθώς επίσης από την αγωνία του θανάτου, τον χρόνο και τον τρόπο με τον οποίον θα έλθη, αλλά και το τι θα επακολουθήση.

Ψυχικός πόνος είναι η απουσία νοήματος για την ζωή, απουσία αγάπης από τους συνανθρώπους του και απουσία του Θεού από την ζωή. Σωματικός πόνος δημιουργείται από την αντανάκλαση του ψυχικού πόνου στο σώμα, από την σωματοποίηση των υπαρξιακών και ψυχολογικών προβλημάτων, αλλά και από διάφορες ασθένειες που εκδηλώνονται σε διάφορες φάσεις της ζωής του ανθρώπου.

Πρέπει να γίνη αντιληπτό ότι ο πόνος είναι κλήρος όλων των ανθρώπων, αφού είναι αποτέλεσμα της προπατορικής αμαρτίας. Όπως διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες, ο πόνος - οδύνη, όταν αντιμετωπίζεται σωστά, είναι θεραπεία της ηδονής. Η δυαδική σχέση ηδονής και οδύνης είναι αυτή που επιλύει πολλά προβλήματα στην ζωή μας. Η αρχική, αλλά και η καθημερινή ηδονή επιφέρει την οδύνη και η βίωση της οδύνης, με τον ασκητικό τρόπο της Εκκλησίας, θεραπεύει την ηδονή. Η προσπάθεια να υπερβούμε την οδύνη με νέα ηδονή, δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο χωρίς κανένα αποτέλεσμα.

Η κατά Χριστόν άσκηση, ως στροφή και απόλυτη πίστη στον Θεό και στην Πρόνοιά Του, η ανάληψη του σταυρού στην καθημερινή ζωή, η αντιμετώπιση των ασθενειών και των ποικίλων προβλημάτων με πίστη στην Πρόνοια του Θεού, όλες οι εκφράσεις της ασκητικής ζωής, είναι εκείνα που γίνονται με πόνο και θεραπεύουν την ηδονή. Οι ασκητικοί Πατέρες διδάσκουν ότι η εκούσια άρση του σταυρού των ποικίλων θλίψεων μας θεραπεύει από την ακούσια επιφορά των θλίψεων που δοκιμάζουμε καθημερινά.

Άλλωστε, μια από τις μεγαλύτερες αποκαλύψεις που γνωρίσαμε με την ενανθρώπηση του Χριστού είναι η αξία του πόνου. Ο Χριστός, αν και αναμάρτητος, προσέλαβε την αμαρτία όλων των ανθρώπων και πέθανε επάνω στον Σταυρό. Έτσι, μας υπέδειξε ότι ο ηθελημένος και εκούσιος σταυρός, η ανάληψη του εκούσιου πόνου θεραπεύει τα αποτελέσματα της ηδονής και ελευθερώνει τον άνθρωπο από την φυλακή των αισθήσεων και των αισθητών.

Ως προς τους συγγενείς πρέπει να τονίσουμε ότι η αγάπη συνδέεται με την εκούσια σταύρωση, την εκούσια προσφορά και κένωση. Η αγάπη δεν είναι ένας συναισθηματικός λόγος που προσφέρεται σε υγιείς ανθρώπους, δεν έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα, αλλά είναι θυσία και υπέρβαση του ατομικού εγώ, είναι ανάληψη του οδυνηρού σταυρού του άλλου, είναι το πάσχειν υπέρ αυτού, κατά το πρότυπο του Χριστού. Ο Χριστός αγάπησε τον άνθρωπο και σταυρώθηκε γι’ αυτόν. Δεν αρκέσθηκε σε μια διδασκαλία και έναν αλτρουϊσμό, σε ένα βερμπαλιστικό κήρυγμα, αλλά προχώρησε στην δική του προσφορά, πέθανε Αυτός για τους άλλους.

Η νοοτροπία που επικρατεί στην κοινωνία μας να επιδιώκουμε να απαλλασσόμαστε από τους αρρώστους συγγενείς μας, προσφέροντας χρήματα και κλείνοντάς τους σε Κρατικά η ιδιωτικά Ιδρύματα, δεν συνιστά την πραγματική αγάπη. Βεβαίως, τα Ιδρύματα –Νοσοκομεία και Γηροκομεία– είναι αναγκαία, όταν χρειάζεται να προσφερθή αποτελεσματική επιστημονική βοήθεια, όταν αυτό δεν είναι δυνατόν να προσφερθή στο σπίτι, αλλά όταν ο εγκλεισμός στα Ιδρύματα γίνεται για την απαλλαγή μας από την φροντίδα, και την εξοικονόμηση χρόνου και ανέσεως για να εκτελέσουμε το δικό μας πρόγραμμα δεν είναι ορθό. Ο άρρωστος και ανήμπορος άνθρωπος χρειάζεται πάνω και από την ιατρική και την νοσοκομειακή περίθαλψη την αγάπη, την στοργή, το χάδι, την παρουσία του αγαπητού του προσώπου και όχι τόσο τις ποικίλες σωματικές ανέσεις.

Ως προς τους ιατρούς και το νοσηλευτικό προσωπικό πρέπει να γνωρίζουμε και να τονίζουμε ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ επαγγέλματος και λειτουργήματος-διακονίας. Το επάγγελμα είναι το έργο που εξασκούμε προκειμένου να ζήσουμε, αλλά το λειτούργημα–διακονία γίνεται με αγάπη και στοργή. Το έργο των ιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού δεν είναι ένα συνηθισμένο επάγγελμα, αλλά έργο διακονίας και προσφοράς, που δεν αναφέρεται απλώς στις σωματικές ασθένειες, αλλά στον υπαρξιακό πόνο και τα εσωτερικά προβλήματα των ασθενών. Όταν κανείς βλέπη μόνον το σώμα του αρρώστου, επιδιώκοντας να το θεραπεύση και αγνοή τα ψυχικά και ψυχολογικά του προβλήματα, τότε τον εκλαμβάνει ως μια ζωντανή μηχανή και αυτό τον πληγώνει βαθειά.

Προηγουμένως κάναμε λόγο για την σχέση μεταξύ του ψυχικού και σωματικού πόνου και μεταξύ της ηδονής και της οδύνης, για την απουσία νοήματος για την ζωή και το πρόβλημα του θανάτου. Αν κανείς δεν δη αυτήν την πραγματικότητα στην ολότητά του, αλλά αντιμετωπίζη μόνον ένα τμήμα της, τότε αστοχεί στο έργο του. Ο άρρωστος που πλησιάζει τον ιατρό η εισέρχεται στο Νοσοκομείο, μαζί με την συγκεκριμένη αρρώστια, μεταφέρει και μια ζωή γεμάτη πόνο και οδύνη, από προσωπικές ενοχές, από απουσία ανθρώπων η προδοσία και εγκατάλειψη αγαπητών προσώπων, από τον φόβο του θανάτου. Πως μπορεί κανείς να αγνοήση αυτήν την πραγματικότητα και να βλέπη τους ανθρώπους εξωτερικά και μηχανικά;

Όσοι ασχολούνται με τον πόνο των ανθρώπων σε οριακές καταστάσεις, όπως είναι οι αρρώστιες, αυτοί γνωρίζουν καλά ότι ο άρρωστος περισσότερο ενδιαφέρεται για το εάν επέρχεται το τέλος της βιολογικής ζωής. Γι’ αυτό και όταν ερωτά τον ιατρό για κάποια ασθένειά του, στην πραγματικότητα εντείνει την προσοχή του για να διαπιστώση όχι τι θα του απαντήση ο ιατρός, αλλά τι θα του αποκρύψη. Οπότε, ο ιατρός δεν πρέπει να αρκεσθή απλώς στο να τον αντιμετωπίση ως ασθενή σωματικά, αλλά να τον δη ως έναν πονεμένο άνθρωπο που αναζητά απάντηση για το νόημα της ζωής και του θανάτου, για το πως μπορεί να υπερβή τον θάνατο, και όχι να λάβη μια παράταση της βιολογικής ζωής. Η μοναξιά, η ανάγκη για αγάπη και ο φόβος της ανυπαρξίας είναι τα προβλήματα που διακατέχουν τους ανθρώπους, ιδιαιτέρως όμως τους αρρώστους που πλησιάζουν πιο πολύ σε αυτήν την φλεγόμενη περιοχή των υπαρξιακών προβλημάτων.

Γίνεται αντιληπτό ότι η ποιμαντική διακονία είναι ολόκληρη επιστήμη, προϋποθέτει όχι μόνον γνώσεις, αλλά κυρίως ανθρωπιά, και προ παντός το να έχη κανείς προσωπική γνώση αυτών των προβλημάτων. Εκείνος που αντιμετώπισε η αντιμετωπίζει τις συνέπειες των ασθενειών στην προσωπική του ζωή και βίωσε η βιώνει τον πόνο ως προσωπικό γεγονός, εκείνος είναι κατάλληλος για να πλησιάζη ευαίσθητα τέτοιους πονεμένους ανθρώπους. Άλλωστε, κάθε πονεμένος είναι ιδιόρρυθμος και εκφράζει ποικιλοτρόπως αυτήν την ιδιορρυθμία του, οπότε χρειάζεται ιδιαίτερη μεταχείριση με υπομονή και αγάπη.

γ) Ειδική ποιμαντική

Πέρα από την γενική ποιμαντική, προκειμένου κανείς να αντιμετωπίση και θέματα που προέρχονται από την ευγονική και την ευθανασιακή νοοτροπία της εποχής μας, πρέπει να εξασκήση και μια ειδική ποιμαντική. Η γενική άποψη είναι ότι η Εκκλησία πρέπει να κηρύσση την αποκαλυπτική αλήθεια για τον Θεό και τον άνθρωπο, ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να κάνη τις επιλογές του και η Εκκλησία θεραπεύει τις επιπτώσεις των αρνητικών επιλογών του.

Τρία ειδικά θέματα, που έχουν σχέση με το θέμα, θα θιγούν ακροθιγώς στην συνέχεια.

Το πρώτο είναι η απόκτηση παιδιών.

Σκοπός του γάμου είναι η ένωση του ανδρός και της γυναικός, η υπέρβαση διαφόρων προβλημάτων –ατομικών και κοινωνικών– η αγάπη μεταξύ των συζύγων και προ παντός η σωτηρία τους. Άλλωστε, η πορεία τους πρέπει να είναι κοινή προς την κοινή ανάσταση. Καρπός και αποτέλεσμα αυτής της αγάπης και της από κοινού πορείας είναι και η γέννηση των παιδιών. Οπότε, η γέννηση των παιδιών δεν απολυτοποιείται.

Κατά την διδασκαλία της Εκκλησίας η γέννηση των παιδιών δεν είναι αποτέλεσμα μιας φυσικής διαδικασίας, αλλά καρπός της ενεργείας του Θεού, δια της συνεργείας των συζύγων. Η ζωοποιός ενέργεια του Θεού ενεργεί δια της φυσικής διαδικασίας των δερματίνων χιτώνων και έτσι συλλαμβάνεται το έμβρυο. Όταν εξετάζη κανείς προσεκτικά το πως γίνεται η γονιμοποίηση και η οργανογέννηση του εμβρύου, τότε καταλαμβάνεται από δέος, και εκπλήσσεται από το μυστήριο της δημιουργίας. Η παρέμβαση του ανθρώπου, ως διορθωτική στα όργανα του σώματος, μπορεί ως ένα σημείο να είναι επιτρεπτή, όταν πρόκειται για θεραπεία, αλλά η υπερβολική μέριμνα και αγωνία, καθώς και η υπερβολή στις χρησιμοποιούμενες μεθόδους, όταν μάλιστα γίνεται μέσα στα πλαίσια της ύβρεως, δεν μπορεί να γίνη αποδεκτή.

Έπειτα, η απουσία παιδιών δεν μπορεί να αναιρέση τον σκοπό του γάμου, αλλά και η παρουσία τους, δεν μπορεί να δώση νόημα ζωής στον γάμο και να αναπληρώση την αγάπη, όταν δεν υπάρχη. Η αγωνιώδης αναζήτηση παιδιών πολλές φορές δείχνει ένα πρόβλημα στις προσωπικές σχέσεις των συζύγων. Οπότε, το πρόβλημα είναι βαθύτερο και δεν μπορεί να εξαντληθή μόνο στην επιφάνεια και στην εξωτερική του διάσταση.

Εάν επιθυμή κανείς να αποκτήση παιδιά, μπορεί να υιοθετήση τόσα ορφανά και εγκαταλελειμμένα παιδιά η να γίνη ανάδοχος οικογένεια, οπότε λύεται και ένα κοινωνικό πρόβλημα.

Η εξωσωματική γονιμοποίηση, η λεγόμενη ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, που είναι νέα τεχνική για την σύλληψη εμβρύων, δημουργεί διάφορα ηθικά προβλήματα. Με ορισμένες προϋποθέσεις μπορούν μερικές μέθοδοι να γίνουν αποδεκτές, όπως η ομόλογη σπερματέγχυση. Όμως με γεγονότα που σχετίζονται με την ετερόλογη σπερματέγχυση, την ομόλογη εξωσωματική γονιμοποίηση, την γονιμοποίηση πολλών ωαρίων και την δημιουργία πολλών εμβρύων που καταψύχονται και στην συνέχεια αγνοείται η τύχη των περισσοτέρων από αυτά, την «επιλεκτική μείωση των εμβρύων» που σκοτώνονται μέσα στην μήτρα, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε. Ούτε ακόμη μπορούμε να αποδεχθούμε ενέργειες που καταλήγουν στην καταστροφή της βλαστοκύστης και του εμβρύου. Μπορεί να γίνη αποδεκτή η ομόλογη εξωσωματική γονιμοποίηση που δεν αφήνει «πλεονάζοντα» έμβρυα.

Το δεύτερο θέμα είναι ο προγεννητικός και προεμφυτευτικός έλεγχος.

Τα τελευταία χρόνια εισήχθησαν νέες διαγνωστικές τεχνικές για τον έλεγχο του εμβρύου, όταν βρίσκεται στην μήτρα (in vivo), ο προγεννητικός έλεγχος, η όταν συνελήφθη με την εξωσωματική γονιμοποίηση (in vitro), ο προεμφυτευτικός έλεγχος.

Ο προγεννητικός έλεγχος, παρ’ ο,τι δεν μπορεί να απαγορευθή, δημιουργεί πολλές ενοχές και οδηγεί στις αμβλώσεις, αν οι γονείς δεν μπορούν να αντέξουν την γέννηση και την ανάπτυξη παιδιών με γενετικές ανωμαλίες.

Έπειτα, ο προεμφυτευτικός έλεγχος των εμβρύων ενέχει τον κίνδυνο της ευγονικής προοπτικής, όπως την προσδιορίσαμε πιο πάνω (επιλογή φύλου, εξωτερικών γνωρισμάτων, ευφυΐας κλπ.), οπότε ο άνθρωπος επεμβαίνει αδιάκριτα μέσα στο μυστήριο της ζωής. Αλλά και η καταστροφή των μη επιλεγμένων εμβρύων είναι φόνος, αφού κατά την ορθόδοξη παράδοση το έμβρυο από την πρώτη στιγμή της συλλήψεώς του είναι εμψυχωμένο (η διδασκαλία περί της «εξ άκρας συλλήψεως») και η υπάρχουσα ψυχή θα εκδηλώση την παρουσία της, κατά την ανάπτυξη των οργάνων του σώματος.

Και το τρίτο θέμα είναι η ευθανασία.

Ο άνθρωπος έχει αρμοδιότητα σε αυτά που κατασκευάζει και όχι σε εκείνα για τα οποία δεν έκανε απολύτως τίποτε για να τα φέρη στην ύπαρξη και επομένως δεν έχει καμμία αρμοδιότητα. Η ύπαρξή του είναι δώρο του Θεού, το σώμα του είναι ενωμένο με την ψυχή σε μια υπόσταση.

Η ευθανασία συνδέεται με την απόγνωση και την απελπισία, τις ψυχολογικές ασθένειες και την απουσία νοήματος για την ζωή. Ακόμη, η επιθυμία του ανθρώπου για ευθανασία συνιστά μια άγνοια της ευεργετικής παρουσίας του πόνου στην ζωή μας, καθώς επίσης είναι και μια έκφραση δειλίας έναντι των διαφόρων δυσκολιών.

Ειδικά ο Χριστιανός που θεωρεί το σώμα του ναό του Αγίου Πνεύματος και μέλος του Σώματος του Χριστού, δεν διανοείται να προβή σε πράξη ευθανασίας, που είναι μια αυτοκτονία, για τον επιπρόσθετο λόγο, ότι αφού είναι μέλος του Σώματος του Χριστού, κάθε αμάρτημα είναι αμάρτημα προς τον Ίδιο τον Χριστό. Είναι γνωστόν ότι η αμαρτία έχει πάντοτε θεολογικό και χριστολογικό περιεχόμενο.

Επομένως, η ευθανασία, κυρίως η ενεργητική, είναι μια «τεχνικοποίηση του θανάτου», μια ιδιοποίηση και διαχείριση της ζωής και του θανάτου που δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα του ανθρώπου, αλλά αποτελεί «δικαίωμα» του Θεού. Επομένως, δεν μπορεί να γίνη αποδεκτή από την Εκκλησία, ούτε φυσικά μπορούμε να αποδεχθούμε τις «Διαθήκες του θανάτου».

Επίλογος

Στην εισήγηση αυτή έγινε λόγος για το πως ορίζονται σήμερα οι όροι ευγονία-ευγονική και ευθανασία, πως επικρατούν πρακτικά στην κοινωνία και τον σύγχρονο πολιτισμό και ποιά πρέπει να είναι η ποιμαντική της Εκκλησίας στις περιπτώσεις αυτές.

Στο τέλος αυτής της εισηγήσεως θα ήθελα να δώσω και μια διαφορετική, δηλαδή εκκλησιαστική οριοθέτηση αυτών των όρων. Κατά την προοπτική της Ορθοδόξου Παραδόσεως, ορθόδοξη ευγονία δεν είναι μόνον η καλή βιολογική γέννηση παιδιών, αλλά και η ανατροφή τους με μια παιδεία που αναφέρεται στον όλο άνθρωπο, καθώς επίσης και η αναγέννησή τους με τα μυστήρια της Εκκλησίας και την κατά Χριστόν άσκηση. Δεν αρκεί, δηλαδή, το «ζην», αλλά πρέπει ο άνθρωπος να επεκταθή και στο «ευ ζην», με την εν Χριστώ και την εν τη Εκκλησία ζωή. Επί πλέον η ορθόδοξη ευθανασία δεν είναι απλώς το να πεθάνη κανείς χωρίς οδύνη, αλλά να πεθάνη και χωρίς αισχύνη και με ειρήνη, καθώς επίσης να δώση και καλή απολογία στον δημιουργό του, αφού η ζωή δεν εξαντλείται στην βιολογική ζωή. Έτσι, η ορθόδοξη ευθανασία εκφράζεται με την ευχή της Εκκλησίας: «Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά και καλήν απολογίαν την παρά του φοβερού βήματος του Χριστού αιτησώμεθα».

Γενικά, η ορθόδοξη εκκλησιαστική ευγονία και ευθανασία είναι η πλήρωση του ανθρώπου από το Άγιον Πνεύμα, το να περνά ο άνθρωπος διαδοχικώς στην ζωή του, με την Χάρη του Θεού και τον προσωπικό του αγώνα, από την κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση.–

  • Προβολές: 2039