Πρωτοπρ. π. Ιωάννου Δένδια: Οι λόγοι περί Ιερωσύνης του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

του Πρωτοπρ. π. Ιωάννου Δένδια

Εισήγηση (αποσπάσματα) στο ΙΒ Ιερατικό Συνέδριο της Ι. Μητροπόλεως μας

Σεβασμιώτατε

Σεβαστοί Πατέρες και Αδελφοί,

Το θέμα που μου δόθηκε να αναπτύξω είναι: “Οι λόγοι περί Ιερωσύνης του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου”. Από τις πρώτες γραμμές της ομιλίας μου μπορώ να πω ότι οι έξι λόγοι του Ιερού Χρυσοστόμου είναι οριοδείκτες, είναι το φως που φωτίζει το δρόμο σε μας που υπάρχουμε στην Ιερωσύνη και σ’ αυτούς που ποθούν την Ιερωσύνη. Οι λόγοι αυτοί στοχεύουν εις το να εμπλουτισθή η Εκκλησία από άξιους ανθρώπους. Από άξιους Επισκόπους και άξιους Ιερείς για να έχη και νόημα αυτό που μας λέει ο πιστός λαός, όταν χειροτονούμαστε –άξιος! Η Ιερωσύνη δεν είναι επάγγελμα που αποκτιέται με χαρτιά και τίτλους σπουδών, χρειάζεται και κάτι άλλο που λέγεται πνευματική Συμμαρτυρία, που είναι η εγγύηση ότι εμείς που ποθούμε την Ιερωσύνη δεν έχουμε μόνο χαρτιά έχουμε και κάτι άλλο πάνω από τα χαρτιά και τους τίτλους, έχουμε εκκλησιαστικό ήθος, έχουμε αρετές χριστιανικές, έχουμε στα κατάβαθα της ψυχής μας γνήσιο Ιερό πόθο να διακονήσουμε το λαό του Θεού χωρίς σκοπιμότητες και ωφελιμισμούς υλικούς. Λαχταράμε να βρεθούμε ζευγολάτες στο χωράφι του Θεού, λαχταράμε την ώρα και την στιγμή που θα βρεθούμε κάτω από τα απλωμένα χέρια του Επισκόπου, για να πάρουμε την χάρη της Ιερωσύνης, και μυστικά να παρακαλούμε τον Θεό με δακρυσμένα τα μάτια να είναι κοντά μας, να μας χαριτώνη και να μας καθοδηγή. Λαχταράμε την ώρα που θα βρεθούμε μπροστά στην Αγία Τράπεζα, για να είμαστε το κυρίαρχο πρόσωπο στη μυστική θυσία του Χριστού, να βρεθούμε μπροστά στο λαό του Θεού για να του δώσουμε τη χάρη του Θεού και να τον καθοδηγήσουμε πνευματικά.

Έτσι νιώθουμε όλοι μας τις πρώτες ώρες, τις πρώτες μέρες, τα πρώτα χρόνια της Ιερωσύνης μας. Ο χρόνος αλλάζει τη μορφή του καθετί που βρίσκεται σ’ αυτόν, έτσι αλλάζει και τη μορφή τη δικιά μας, και αυτά που λαχταρούσαμε, που αισθανόμασταν Ιερό φόβο όταν τ’ αγγίζαμε, που όμως πλημμύριζε την καρδιά μας από μια ανεκλάλητη χαρά, γίνονται μια συνήθεια απρόσεκτη χωρίς φόβο Θεού, χωρίς φόβο λαού, χωρίς χαρά και εσωτερικούς κραδασμούς και φτάνουμε στο σημείο ο Θεός και ο λαός να μας φοβάται. ...

… Οι περί Ιερωσύνης λόγοι του Ι. Χρυσοστόμου είναι ο δικός μας καθρέφτης κι εμείς που φέρουμε την Ιερωσύνη θα πρέπη να καθρεπτιζόμαστε κάθε ώρα, κάθε στιγμή, όχι για να δούμε τη σωματική μας ομορφιά, αλλά την ομορφιά η τις ατέλειες και τις ασχήμιες της Ιερατικής μας ζωής, να δούμε τη συνέπεια η την ασυνέπεια σ’ αυτό που ταχθήκαμε να κάνουμε, σ’ αυτό που θέλει ο Θεός να κάνουμε, σ’ αυτό που περιμένει ο λαός που μας εμπιστεύθηκε ο Θεός να κάνουμε. …

Οι περί Ιερωσύνης Λόγοι μας θυμίζουν αυτό που ξεχάσαμε, τι είναι Ιερωσύνη, μας θυμίζουνν τα πρώτα χρόνια της Ιερατικής μας ζωής και μας καλούν να τα συγκρίνουμε μ’ αυτό που είμαστε σήμερα, μ’ αυτό που ζούμε σήμερα. Σ ?κείνους που έχουν πάρει την απόφαση να Ιερωθούν τους θυμίζουν ότι η απόφαση αυτή δεν είναι η οποιαδήποτε απόφαση, είναι απόφαση ευθύνης όχι απέναντι σε ανθρώπους, αλλά απέναντι στο Θεό.

Οι περί Ιερωσύνης Λόγοι έχουν χαρακτήρα απολογίας του Ι. Χρυσοστόμου προς τον φίλο του Βασίλειο, ουσιαστικά είναι ένας διάλογος μεταξύ τους. Και οι δυό προτάθηκαν να γίνουν επίσκοποι και μεταξύ τους έδωσαν το λόγο να έχουν κοινή απόφαση. Ο Ι. Χρυσόστομος ξέροντας καλά τις αρετές και το ήθος του φίλου του Βασιλείου, τον προέτρεψε να γίνη Επίσκοπος. Στην άρνησή του, για να τον πείση του είπε ότι και αυτός θα τον ακολουθήση (να γίνη Επίσκοπος). Ο μεν Βασίλειος πείστηκε και κάμφθηκε στις προτροπές του Ι. Χρυσοστόμου και έγινε Επίσκοπος. Ο δε Ι. Χρυσόστομος εκρύβη εις την έρημο δια να μην γίνη Επίσκοπος. Ο Βασίλειος αφού συνάντησε τον Ι. Χρυσόστομο παραπονιέται ότι τον εξαπάτησε και μάλιστα με δόλο και τον έρριψε στην Ιερωσύνη, τον έρριψε στις υψηλές ευθύνες της Ιερωσύνης. Ο Ι. Χρυσόστομος ανασκευάζει τις κατηγορίες του Βασιλείου.

Οι λόγοι που έκαναν τον Ι. Χρυσόστομο να γράψη αυτούς τους λόγους είναι κυρίως δυό. Ο πρώτος λόγος είναι η ακαταστασία που υπήρχε στο χώρο της Εκκλησίας, οι εκτροπές των Επισκόπων και των Ιερέων, τα μίση, τα πάθη, οι αλληλοκατηγορίες και τα δόλια μέσα επιλογής και χειροτονιών Επισκόπων που έβλαπταν την Ιερωσύνη και έφεραν αμφισβήτηση στο λαό. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι ο Ι. Χρυσόστομος ευρισκόμενος εις την έρημο προετοιμαζόταν να δεχθή την Ιερωσύνη, αφήνει λοιπόν την ψυχή του να εκφραστή συνεπαρμένος από το μεγαλείο της Ιερωσύνης αφ’ ενός, την Ιερότητα αυτής αφ’ ετέρου, από την οποία εκπηγάζουν μύριοι φόβοι και ευθύνες απέναντι του Θεού και απέναντι του λαού. Όλα αυτά ανάγκασαν τον Ι. Χρυσόστομο για να γράψη τους λόγους αυτούς. Κατά πολλούς ερευνητές ο Βασίλειος δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, αλλά χρησιμοποιείται για να εκφράση ο Ι. Χρυσόστομος αυτό που ο ίδιος αισθανόταν δια την Ιερωσύνη. Και πιθανότατα να έχουν δίκιο.

Η αγάπη δια την Εκκλησία κάνει τον Ι. Χρυσόστομο να μεταχειριστή το τέχνασμα της απάτης δια να πείση τον φίλο του Βασίλειο να δεχθή το Επισκοπικό αξίωμα. ... Ο ιατρός χρησιμοποιεί την απάτη για να δώση τα φάρμακα η να κάνη κάποια επέμβαση που είναι σωτήρια για τη ζωή του ασθενούς – για να πείση τον ασθενή. Ο καλός στρατηγός χρησιμοποιεί την απάτη δια να επιτύχη αναίμακτη νίκη. Τα επιχειρήματά του είναι και από την Παλαιά Διαθήκη και από την Καινή Διαθήκη. Φτάνει σ’ αυτό το σημείο ο Ι. Χρυσόστομος να θεωρήση την απάτη αυτή επιβεβλημένη προκειμένου να σώσης ανθρώπους η να προφθάσης μεγάλο κακό, γι’ αυτό την ονομάζει θαυμαστή οικονομία και επιβεβλημένη. Από το δεύτερο λόγο και εξής τονίζεται το μεγαλειώδες της Ιερωσύνης, ανυπέρβλητο και ασύγκριτο αξίωμα προς οποιοδήποτε άλλο αξίωμα.

Η Ιερωσύνη πηγάζει από τον ίδιο τον Χριστό που όρισε τους μαθητές του ως αντικαταστάτες Του στη γη. Η Ιερωσύνη είναι η μεγαλύτερη απόδειξη αγάπης προς τον Χριστό. Η σωστή διαποίμανση του λαού του Θεού είναι η μεγαλύτερη απόδειξη του κάθε Επισκόπου, του κάθε Ιερέως, της αγάπης του προς τον Χριστό. Ο Χριστός ρώτησε τον Πέτρο τρεις φορές αν τον αγαπά. Δεν είπε στον Πέτρο να κάνη νηστείες η να τηρή κάποιους κανόνες, αλλά μονάχα του είπε “Ποίμαινε τα πρόβατα μου”. Τον ίδιο λόγο λέει ο Χριστός και σε μας Επισκόπους και Ιερείς: “Δείξτε μου την αγάπη σας με την καλή και συνετή διαποίμανση του λαού μου”. Γι’ αυτή μας τη φροντίδα προβάλλει τη δικιά Του θυσία, τόσο μας αγάπησε που θυσιάστηκε και μάλιστα δια σταυρού για να σωθούμε εμείς. ...

Ο βοσκός όταν χάση τα πρόβατά του, με χρήματα η με κάποια τιμωρία μπορεί να πληρώση το λάθος του στον κύριό του. Το λάθος το δικό μας δεν πληρώνεται με χρήματα, όταν χάσουμε ψυχές που μας εμπιστεύθηκε ο Θεός, μια πληρωμή υπάρχει και μια τιμωρία υπάρχει, το χάσιμο της δικιάς μας ψυχής, η αποστέρηση του Θεού και της αιωνιότητας. Αφού η τιμωρία είναι τόσο μεγάλη άρα και η προσοχή και η φροντίδα πρέπει να είναι μεγάλη. Τι όμως να φοβόμαστε; Τι να κάνη ο ποιμήν; Πως να προφυλάξη τα πρόβατά του; Πρώτον, να τους εξασφαλίζη τροφή πνευματική με έργα και λόγια πνευματικά, δεύτερον να τα προστατεύη από τους μαινόμενους λύκους που εφορμούν στη μάντρα της Εκκλησίας και τρίτον να τα φροντίζη από τις αρρώστιες και να τα γιατρεύη από τις πληγές. ... Η φροντίδα του καλού ποιμένος για τις αρρωστημένες ψυχές είναι διαφορετική, είναι μια υπόθεση δύσκολη… που κάθε λάθος μπορεί να οδηγήση στο θάνατο της ψυχής του ανθρώπου, που δεν υπάρχει καμιά αμοιβή και καμιά τιμωρία γι’ αυτήν.

Ο βοσκός των προβάτων χρησιμοποιεί βία για να γιατρέψη τα πρόβατά του. Ο ποιμήν των ψυχών, δεν έχει αυτό το προνόμιο ούτε την εξουσία από τους ανθρώπους και τις αρχές, πολύ περισσότερο δεν την έχει από το Θεό. Δεν έχουμε τέτοια εξουσία να εμποδίζουμε τους ανθρώπους να αμαρτάνουν. Ο δικαστής έχει δικαίωμα να φυλακίση κάποιον που διαπράττει παρανομία για να τον εμποδίση να ξαναδιαπράξη παράπτωμα η αδικία. Μια τέτοια συμπεριφορά, μια τέτοια σωτηρία δεν την θέλει ούτε τη βραβεύει ο Θεός, παρά μονάχα βραβεύει αυτούς που από αγάπη και χωρίς βία ενεργούν για την αρρώστια των ψυχών και αυτούς που με τη θέλησή τους προσέρχονται για να θεραπευθούν από την αμαρτία. Η προσέγγιση και η θεραπεία χρειάζονται αγάπη, προσευχή με δάκρυα πολλά, υπομονή και επιμονή. Κάθε βίαιη κίνηση μεγαλώνει το τραύμα ...

Οι πνευματικές τιμωρίες η ποινές θα πρέπη να δίνονται με μεγάλη σύνεση και με φειδώ. Αυτό που πρέπει, αυτό που μπορεί να αντέξη ο ασθενής, διαφορετικά θα πάθη αυτό που παθαίνει ο ασθενής, όταν τον υποβάλλουν σε βαριά φαρμακευτική αγωγή η σε επώδυνες πράξεις και θεραπείες. Τότε ο ασθενής απογοητευμένος σταματά κάθε θεραπεία. ... Το ίδιο θα κάνη και ο πνευματικά ασθενής, θα απορρίψη τα πάντα, θα απογοητευθή και θα επιστρέψη στην αμαρτωλή ζωή, μια ζωή χωρίς φραγμούς και δισταγμούς. ...

Εξίσου όμως επικίνδυνη είναι η ατιμωρησία, που σημαίνει χάσιμο της αξίας της αρετής και ελαχιστοποίηση της αμαρτίας. …

Ο Ι. Χρυσόστομος βάζει το λειτούργημα την Ιερωσύνης πάνω από τη ζωή και την άσκηση των μοναχών, διότι ο μοναχός έχει να παλέψη με τις κατώτερες επιθυμίες του εαυτού του και σώζει μόνο τον εαυτό του, ο ποιμήν της Εκκλησίας έχει πολυδιάστατο αγώνα με μύρια μέτωπα και το κέρδος που απορρέει από την διαποίμανση απλώνεται σε όλο το λαό του Θεού, ενώ ο αγώνας του μοναχού περιορίζεται στον αγώνα του εαυτού του και στην σωτηρία του εαυτού του. Σ’ αυτή τη σύγκριση χρησιμοποιεί ο Ι. Χρυσόστομος μία όμορφη εικόνα, την εικόνα του καραβιού. Ο μεν Επίσκοπος η Ιερεύς πλέει σ’ ένα καράβι που βρίσκεται καταμεσής στο πέλαγος και το δέρνουν οι αγέρηδες και τα κύματα απ’ όλες τις μεριές, ενώ ο μοναχός πλέει κι αυτός σ’ ένα καράβι, η διαφορά είναι ότι το καράβι του μοναχού πλέει σε υπήνεμα λιμάνια, ακρογιαλιές και ακροποταμιές.

Ο Ι. Χρυσόστομος μ’ όλες αυτές τις δυσκολίες που έχει το ποιμαντικό έργο φθάνει σ’ ένα κομβικό σημείο που απασχολούσε τον ίδιον και πολλούς ευσεβείς ανθρώπους. Δηλαδή, ενώ έχουν την ακατάσβεστη επιθυμία και όλες εκείνες τις προϋποθέσεις και τις αρετές για να εισέλθουν στην Ιερωσύνη διστάζουν και αναβάλλουν. Αυτός ο δισταγμός γίνεται άρνηση, γίνεται φυγή, αποστερώντας την Εκκλησία από άξιους Επισκόπους, από άξιους Ιερείς, αφήνοντας έτσι ολάνοιχτο το δρόμο σ’ αυτούς που σπρώχνουν όλους τους άλλους για να είναι πρώτοι, χωρίς συναίσθηση και ηθικούς φραγμούς … Το χρήμα, η δόξα, η επιφάνεια, οι κοινωνικές σχέσεις, αυτά τους ενδιαφέρουν και αυτά υπηρετούν.

Μετά την ταπείνωση έρχεται ο φόβος για την μη ανταπόκριση στις ευθύνες απέναντι στο Θεό και απέναντι στον ποιμαινόμενο λαό. Στο ερώτημα του Βασιλείου “εσύ δεν αγαπάς το Χριστό; αφού δια της Ιερωσύνης φαίνεται όπως ισχυρίζεσαι και μου λες, η αγάπη προς το Χριστό”. Ο Ι. Χρυσόστομος απαντά “ και τον αγαπώ και ποτέ δεν θα πάψω να τον αγαπώ, φοβούμαι όμως μήπως παροργίσω αυτόν που τόσο αγαπώ”. Ποιός ήταν αυτός ο φόβος του Ι. Χρυσοστόμου που τον έτρεψε σε φυγή το γράφει παρακάτω: “τρέμω μήπως παραλάβω στα χέρια μου την αγέλη του Χριστού, καλοδυναμωμένη και ολόπαχη και ύστερα με την απειρία μου και τα λάθη μου την αποδεκατίσω και παροργίσω εναντίον μου το Χριστό που τόσο αγάπησε ώστε για την σωτηρία της παρέδωσε τον ίδιό του τον εαυτό στο θάνατο”. … Για να μην αποδεκατίζεται ο λαός του Θεού θα πρέπη να είναι άξιοι Ιερείς, άξιοι Ιεράρχες που θα αγαπάνε την Εκκλησία και μόνο την Εκκλησία. Πως όμως θα γίνη αυτό; Ο ίδιος ο Ι. Χρυσόστομος απαντά: “Κανένας δεν βάζει να κτίση το σπίτι του αυτούς που δεν ξέρει ότι είναι τεχνίτες, ούτε κανένας αφήνει την τύχη του δικού του ασθενούς, αν δεν γνωρίζη ότι αυτός είναι γιατρός και μάλιστα καλός γιατρός. Αν αγοράζης ένα ζώο ρωτάς να μάθης αν είναι καλό το ζώο, αν κάνη για τη δουλειά σου. Όταν άραγε χειροτονούν, αυτοί που χειροτονούν, φροντίζουν να έχουν ιδίαν πληροφόρηση δια το ήθος και το ποιόν του χειροτονουμένου; Με ποιό κριτήριο τον χειροτονούν; Δεν είναι μικρό πράγμα ούτε να χειροτονής ούτε να χειροτονείσαι, δεν είναι μικρό πράγμα να κρατάς τις ψυχές των ανθρώπων στα χέρια σου, δεν είναι μικρό πράγμα να έχης την εξουσία να συγχωρής και να λύης τις αμαρτίες των άλλων και να κάνη ο Θεός αυτό που εσύ έκανες, να συγχωρή τις αμαρτίες δηλαδή. …Λέει ο Ι. Χρυσόστομος “αν μ’ έφερνε ένας σ’ ένα μεγάλο καράβι που είναι κατάμεστο από επιβάτες και φορτωμένο με πολύτιμα αντικείμενα και μου έλεγε να καθίσω στο τιμόνι και να πλοηγήσω το καράβι στο Αιγαίο από την πρώτη μου λέξη θα αρνιόμουνα, αν με ρωτούσε κανείς γιατί αρνιέμαι θα του απαντούσα, για να μη βουλιάξω το καράβι. Εκεί που η ζημιά είναι σε χρήμα η και σε σωματικό θάνατο κανένας δε θα με κατηγορήση, τώρα όμως που οι επιβάτες δεν θα βυθιστούν στο πέλαγος, αλλά στην άβυσσο της φωτιάς, στην αιώνια κόλαση εξαιτίας μου ποιός θα με κατηγορήση;»

Όλα αυτά προβληματίζουν τον Ι. Χρυσόστομο και αναβάλλει και διστάζει και φοβάται να μπη στην Ιερωσύνη.

Εκείνο που πραγματικά τον τρέπει σε φυγή και τον οδηγεί στην κορύφωση της αγωνίας του είναι το πως θα σταθή μπροστά στην Αγία Τράπεζα και θα επιχειρήση την υπέρτατη αναίμακτη θυσία του Χριστού. Εδώ δε μιλάει η γλώσσα του Ι. Χρυσοστόμου, αφήνει την ψυχή του, όπως αυτή ξέρει και θέλει να εκφράση το μεγαλείο της Ιερωσύνης. “Όταν ιδής εμπρός σου τον Κύριο θυσιασμένο και νεκρό και τον Ιερέα να στέκεται επάνω από το θύμα και να δέεται νομίζεις άραγε πως βρίσκεσαι ακόμα με τους ανθρώπους και πως πατάς στη γη; Όχι, λοιπόν, μεταφέρεσαι παρευθύς στα επουράνια” και εδώ ο Ι. Χρυσόστομος αναφωνεί: “Ω, τι θεϊκή απόλαυση, ω, τι θαύμα μεγάλο, τι θεϊκή φιλανθρωπία” και αλλού πάλι στον έκτο του λόγο λέει: “Όταν δε Ιερουργή την φρικοτάτη θυσία και επικαλείται το Πνεύμα το Άγιον και βρίσκεται σε αδιάκοπη επαφή με τον κοινό Δεσπότη όλων μας πες μου που να τον κατατάξουμε; Και πόση καθαρότητα και πόση ευλάβεια δεν θα αξιώσουμε να έχη αυτός; Για σκέψου τι χέρια πρέπει να ’ναι αυτά που διακονούν σ’ αυτό το μυστήριο; Ποιά πρέπει να ’ναι η γλώσσα από την οποία αναβιώνει τα λόγια εκείνα και πόσο ανυπέρβλητα καθαρότερη και αγιότερη από κάθε τι πρέπει να ’ναι εκείνη η ψυχή που θα υποδεχθή το ασύγκριτο πνεύμα; και συνεχίζει: “Εκείνη τη στιγμή παραστέκουν στον Ιερέα προς τιμήν εκείνου που σφαγιάζεται ολόκληρον το Άγιο Βήμα, όλος ο τόπος γύρω από την Αγία Τράπεζα γεμίζει από ουράνιες δυνάμεις. Μου είπε κάποιος Άγιος Γέροντας που ήταν αξιοθαύμαστος άνθρωπος και έβλεπε συχνά οράματα είχε καταξιωθή ένα τέτοιο φανέρωμα ότι κατά τη στιγμή εκείνη είδεν, όσο βαστούσαν τα μάτια του, πλήθος αγγέλων, φορούσαν αστραφτερές στολές και που περικύκλωναν το Θυσιαστήριο με χαμηλωμένη την όψη, όπως κάνουν οι στρατιώτες, όταν είναι παρών ο βασιλιάς. Και εγώ είμαι βέβαιος γι’ αυτό”.

Ύστερα απ’ όλα αυτά κάθε λόγος δικός μου δεν έχει κανένα νόημα. Κλείνω την ομιλία μου αυτή βουΐζοντας στα αυτιά μου και στο μυαλό μου όλα αυτά τα λόγια του Ι. Χρυσοστόμου. Τέλος αναφέροντας τις τελευταίες γραμμές του έκτου λόγου: "Εκείνος σηκώθηκε δακρυσμένος κι εγώ αφού εχύθηκα επάνω του και τον εφίλησα πολλές φορές στο κεφάλι του τον εσυνέβγαλα παρακαλώντας τον να υπομένη με γενναιότητα αυτό που του συνέβη (δηλαδή το να γίνη Επίσκοπος), γιατί του είπα πιστεύω στο Χριστό που σε κάλεσε σ’ αυτήν την αποστολή και σ’ έβαλε επιστάτη στα πρόβατά του".

Σεβασμιώτατε, Σεβαστοί Πατέρες, τον καθένα μας τον κάλεσε ο Χριστός και τον έβαλε επιστάτη στα πρόβατά Του. Ας μην απογοητευόμαστε για τις ατέλειές μας, για τις παραλείψεις μας. Ο Ι. Χρυσόστομος έγραψε αυτούς τους λόγους όχι για να μας απογοητεύση και να μας αποθαρρύνη, αλλά Επίσκοποι και Ιερείς να γίνουμε καλύτεροι διάκονοι στην θεία Αποστολή. Αυτής της Αποστολής που ο ίδιος ο Χριστός θέλησε και μας κάλεσε και μας επιτρέπει να μένουμε.–

  • Προβολές: 2143