Η πρώτη εγκύκλιος του Μητροπολίτου Χριστοφόρου (+1958)

Στα αρχεία της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου διασώζεται αρχειακό υλικό (έγγραφα, επιστολές, εγκύκλιοι, κείμενα κλπ.) από παλαιότερες εποχές και αειμνήστους Μητροπολίτες της Ναυπάκτου, όχι όμως στην ποσότητα και το βάθος χρόνου που θα έπρεπε στην μεγάλη ιστορική συνέχεια της Μητροπόλεώς μας. Μπορούμε να πούμε ότι είναι πενιχρά σε σχέση με την ιστορία της. Πέρα από τα διάφορα βιβλία γάμων και διαζυγίων που φθάνουν μέχρι τον 19ο αιώνα, τα έγγραφα που αφορούν την όλη ζωή της Μητροπόλεως αρχίζουν κατά κύριο λόγο μετά τον πόλεμο (1945), από τον Μητροπολίτη Χριστοφόρο και έπειτα.

Από το αρχειακό αυτό υλικό θα επιλέγουμε κατά καιρούς ορισμένα ενδιαφέροντα, κατά την γνώμη μας, κείμενα, τα οποία θα δημοσιεύουμε για τους αναγνώστες της Ε.Π. που ενδιαφέρονται για τα αρχεία, την ιστορία –εκκλησιαστική και γενική– την λαογραφία, τα πρόσωπα κλπ.

*

Η πρώτη εγκύκλιος του Μητροπολίτου Χριστοφόρου (+1958)Αρχίζουμε τις δημοσιεύσεις αυτές με την πρώτη ποιμαντορική εγκύκλιο του αειμνήστου Μητροπολίτου Ναυπακτίας και Ευρυτανίας κυρού Χριστοφόρου.

Ο αείμνηστος Μητροπολίτης Χριστοφόρος (κατά κόσμον Γεώργιος Αλεξανδρόπουλος) εξελέγη Μητροπολίτης Ναυπακτίας και Ευρυτανίας στις 24 Οκτωβρίου 1945 και ενθρονίσθηκε στις 18 Νοεμβρίου του ιδίου έτους. Γεννήθηκε στο Αγρίνιο (19--). Η μητέρα του καταγόταν από τον Πλάτανο Ναυπακτίας. Στο Αγρίνιο τελείωσε την μέση εκπαίδευση και σπούδασε Θεολογία και Φιλοσοφία στην Αθήνα. Εργάσθηκε στην Εκπαίδευση ως Καθηγητής στον Πλάτανο, το Αγρίνιο, στο Ιεροδιδασκαλείο Κορίνθου και στο Μεσολόγγι. Εκάρη μοναχός τον Μάρτιο του 1942 στην Ιερά Μονή Αμπελακιωτίσσης και χειροτονήθηκε Διάκονος από τον τότε Μητροπολίτη Ναυπακτίας Γερμανό (Γκούμα). Πρεσβύτερος χειροτονήθηκε μετά από μία μέρα από τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, ο οποίος εκτιμώντας τα χαρίσματά του τον διόρισε Πρωτοσύγκελλο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Το 1945 εξελέγη και ενθρονίσθηκε Μητροπολίτης Ναυπακτίας και Ευρυτανίας. Τα πρώτα χρόνια της Αρχιερατείας του συνέπεσαν με τα σκληρά χρόνια του εμφυλίου πολέμου. Υπηρέτησε με ζήλο την Εκκλησία και άφησε μνήμη καλού, αγαθού και εναρέτου Ιεράρχου. Κοιμήθηκε στις 31 Μαρτίου 1958.

Η πρώτη του ποιμαντορική Εγκύκλιος συνετάγη δύο μέρες μετά την ενθρόνισή του. Αναφέρεται στα χριστιανικά καθήκοντα του λαού και, όπως ήταν φυσικό, στο κακό του πολέμου, αλλά και στην μεταπολεμική σκληρότητα και τα δεινά που κληροδότησε. Καλούσε δε τους Χριστιανούς (τους απανταχού Ναυπακτίους και Ευρυτάνες) σε εν αγάπη συνεργασία, σε «ηθική» ανάταση και ανάσταση από την καταστροφή.

Α.Κ.

*

Ναύπακτος τη 20η Νοεμβρίου 1945

Χριστοφόρος ελέω Θεού Μητροπολίτης της Αγιωτάτης Μητροπόλεως Ναυπακτίας και Ευρυτανίας

Αναλαμβάνοντες ήδη τα καθήκοντα του Μητροπολίτου Ναυπακτίας και Ευρυτανίας, τα οποία ενεπιστεύθη εις Ημάς η χάρις του Παναγίου και Τελεταρχικού Πνεύματος, εκδηλωθείσα κανονικώς δια παμψηφίας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, προαγόμεθα εν φίλτρω πατρικώ, όπως καταρχόμενοι δια της παρούσης επικοινωνήσωμεν μεθ’ υμών και επικαλεσθώμεν εφ’ υμάς την ευλογίαν του Κυρίου.

Ούτω πόθω αγίω ταύτην την πατρικήν Ημών αναπέμποντες τω Υψίστω υπέρ πάντων Υμών δέησιν, πρώτον μεν υπενθυμίζομεν το υπό των Ιερών της Εκκλησίας Κανόνων και θεσμών υπαγορευόμενον καθήκον, όπως κατά τας προσευχάς σας και καθ’ όλας τας ιεράς μυσταγωγίας και τελετάς μνημονεύητε του ονόματος Ημών, παρακαλούντες τον Θεόν, ίνα δια του φωτισμού Του, του αγιασμού Του και της ενισχύσεώς Του, καταστήση Ημάς άξιον πνευματικόν Σας πατέρα, εν παντί και πάντοτε δοξάζοντα, ψυχική αγνότητι, λόγοις και πράξεσιν την Αγίαν Του Εκκλησίαν και ανταποκρινόμενον εις τας χρηστάς ελπίδας και τας αναγκαίας χρείας πάντων υμών των πνευματικών μου τέκνων.

Έπειτα προτρεπόμεθα και παρακαλούμεν πάντας, ίνα περιπατήτε και πολιτεύησθε επαξίως της δια του βαπτίσματος χριστιανικής υμών κλήσεως, ως τέκνα φωτός, εν πάση ευσεβεία και αρετή και ταπεινοφροσύνη, και σεμνότητι και αγάπη και μελετάτε μεν τας Αγίας Γραφάς, τας μόνας δυναμένας σοφίσαι υμάς εις σωτηρίαν δια πίστεως της εν Χριστώ Ιησού, φοιτάτε δε ανελλιπώς εις τους Ιερούς Ναούς, προσκαρτερούντες τη προσευχή και αγιαζόμενοι δια των Ιερών Μυστηρίων και δη δια της εγκαίρου και τακτικής εξομολογήσεως εις τους πνευματικούς υμών πατέρας, ειλικρινώς μετανοούντες και αξίως κοινωνούντες του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου, προς τροφήν της ψυχής και σωτηρίαν, έτι δε πλουτούντες εις παν έργον αγαθόν και επιλαμβανόμενοι αεί της φιλαλληλίας και της διακονίας του πλησίον.

Γνωρίζομεν, ότι και σεις, όπως και όλος ο Ελληνικός Λαός, δοκιμάζεσθε εν θλίψεσιν ψυχικαίς και στερήσεσιν υλικαίς και άλλαις κακουχίαις πολλαίς, τας οποίας κατέλιπεν ημίν ο απαίσιος πόλεμος και η απάνθρωπος κατοχή. Ούτως επέτρεψεν ο Κύριος, ίνα δοκιμασθώμεν, και το θέλημα Αυτού σεβαστόν. Και, κατά την περίοδον του τρομερού πολέμου και της φρικαλέας κατοχής, ηδυνάμεθα με αγώνας και αντιστάσεις καρτερικώς να αναμένωμεν κάποτε το τέρμα του πολέμου, του οποίου σκοπός, ως ελέγετο, ήτο ο καθορισμός μιας νέας του Κόσμου ζωής, ζωής απαλλαγμένης πλέον οριστικώς από αδικίας, από πτωχείαν και από φόβους. Αλλ’ όμως, ενώ ο πόλεμος έληξε βεβαίως από πολλού, τα δεινά όμως, ως ανεμένομεν, δεν εσταμάτησαν. Ζώμεν δυστυχώς ακόμη υπό το κράτος των αδικιών, των εκδικήσεων, των διαιρέσεων, της πτωχείας και του φόβου, ζώμεν εφιαλτικά. Και ο λόγος είναι τοις πάσι γνωστός: ότι με τον πόλεμον τον υλικόν εκερδήθη μόνον η στρατιωτική Νίκη, με τον πόλεμον όμως τον πνευματικόν, ο οποίος συνεχίζεται, δεν εκερδήθη η ηθική Νίκη. Η Νίκη έως τώρα υπήρξε μόνον στρατιωτική, δια να είναι όμως πλήρης πρέπει να γίνη και ηθική. Ακριβώς δε, επειδή η Νίκη του δικαίου και της αγάπης, της συγγνώμης και της φιλαλληλίας, τουτέστιν η ηθική Νίκη, δεν εκερδήθη ακόμη, δια τούτο και οι καπνοί του καταπαύσαντος υλικού πολέμου δεν διελύθησαν, τα δε Έθνη, και αυτά ακόμη που ενίκησαν στρατιωτικώς, δεν ηδυνήθησαν ακόμη να προσανατολισθούν με τους καινούργιους δρόμους που άνοιξαν τόσαι έως τώρα θυσίαι, με τους δρόμους των ηθικών και πνευματικών του ανθρώπου κατακτήσεων, εις τους οποίους καλείται και πρέπει σήμερον να βαδίση ο κόσμος. Τουναντίον μάλιστα βλέπομεν καθημερινώς να ανακύπτουν προβλήματα σοβαρά και μεγάλα. Και όμως είναι ανάγκη, διότι άλλως θα καταστραφώμεν ως παράφρονες αυτόχειρες, είναι ανάγκη από το χάος και τα ερείπια να προέλθη και μάλιστα συντόμως, ο νέος κόσμος, ο χωρίς μίσος, χωρίς αμαρτίας, χωρίς εγωϊσμόν, χωρίς κακάς έξεις και αθεράπευτα πάθη κόσμος, ο νέος κόσμος, ο φωτιζόμενος και ζωογονούμενος από την αγάπην, η οποία πάντοτε συγχωρεί, ευσπλαγχνίζεται, δικαιώνει, βοηθεί και οικοδομεί πύργον ευτυχίας που υψώνει τον άνθρωπον μέχρι του Θρόνου του Θεού.

Γνωρίζομεν τι εκληροδότησεν εις ημάς ο τελευταίος τρομερός παγκόσμιος πόλεμος, και η απαισία των βανδάλων κατακτητών της ενδόξου και ευγενούς Πατρίδος μας τυραννία, γνωρίζομεν την δυστυχίαν, την πείναν, τας καταστροφάς, τας λεηλασίας, τας δηώσεις, και τον εκ πάντων τούτων ψυχικόν κλονισμόν που υπέστημεν, γνωρίζομεν την θλιβεράν θέσιν, εις την οποίαν ευρίσκονται σήμερον τα πνευματικά μας τέκνα, τα συνιστώντα τον μεγαλόψυχον των Ναυπακτίων και Ευρυτάνων Λαόν, γνωρίζομεν τα χαλάσματα και τα ερείπια που είναι σωρευμένα εις πολλά μέρη της Ναυπακτίας και ιδία της Ευρυτανίας, γνωρίζομεν τι τεράστιον έργον συγγνώμης, συναδελφώσεως, εργασίας και συνεργασίας προς ανασυγκρότησιν και πρόοδον, ευρίσκεται ενώπιόν μας. Εις το έργον αυτό, Ημείς μεν με την βοήθειαν του Θεού θα προσφέρωμεν τον εαυτόν μας, ζητούμεν όμως και την συνδρομήν όλων των πνευματικών μας τέκνων πάσης ηλικίας και ιδιότητος. Καλούμεν λοιπόν εις συνεργασίαν όλους τους Ναυπακτίους και Ευρυτάνας, όλους ανεξαιρέτως και εν τω μέτρω των δυνάμεών των ισοτίμως, όλους ακόμη και τους εν Αθήναις, μεθ’ ων επεκοινώνησα ήδη επί χρησταίς ελπίσι, καθώς και τους εν τη λοιπή Ελλάδι και τη Αμερική και ταις άλλαις ηπείρους της γης ευρισκομένους, καλούμεν όλους ηνωμένους, σαν αδέλφια αγαπημένα της ιδίας πνευματικής οικογενείας, όλους μαζί σφιχταγκαλιασμένους, να προχωρήσουν εις την ανασυγκρότησιν και εις την κατάκτησιν των πνευματικών και υλικών αγαθών, τα οποία πρόκειται να προσδιορίσουν την νέαν, την μεταπολεμικήν, ζωήν του Κόσμου.

Όθεν πατρικώς προτρεπόμεθα και παρακαλούμεν όλα τα πνευματικά μας τέκνα, τα εγγύς και τα μακράν, δια το γενικόν του τόπου και το μερικόν εκάστου καλόν, να αγαπηθήτε και να συνεργασθήτε, ούτω δε, να βοηθήσητε και Ημάς τον πνευματικόν Σας πατέρα, οίτινες ένα και μόνον πόθον έχομεν, και με αυτόν και μόνον ερχόμεθα προς δόξαν Θεού να εργασθώμεν, τον πόθον, όπως αξιωθώμεν να ίδωμεν Υμάς τα πνευματικά μας τέκνα ηγαπημένα, ευχαριστημένα, ευημερούντα, προκόπτοντα εις παν αγαθόν και εν Κυρίω υψούμενα και δοξαζόμενα.

Και πιστεύομεν εις τούτο, διότι η μυροβόλος από τας αρετάς των τέκνων της, από τας δάφνας της δόξης των ηρωϊκών παιδιών της, από τους λιβανωτούς των Μονών, των Προσκυνημάτων και των Ναών της, και από την σπιτικήν αγνότητα των οικογενειών της Ναυπακτιακή και Ευρυτανική Γη, παρ’ όλας τας εγκαταλείψεις, ουδέποτε έπαυσε και ούτε θα παύση να δίδη το εκλεκτότερον ανθρώπινον υλικόν εις την Πατρίδα και εις τον κόσμον, δεν θα παύση να κατοικήται από τους ευγενεστάτους αγωνιστάς της ζωής, οίτινες, όπως έως χθες ελάμπρυναν την εθνικήν των ιστορίαν και ετίμησαν την ιδιαιτέραν των Πατρίδα και παντού όπου ευρέθησαν επρωτοστάτησαν εις παν καλόν, ούτω και σήμερον θα μεγαλουργήσουν εις τα μεταπολεμικά έργα της ανασυγκροτήσεως και της προόδου, εις τα έργα της αγάπης και της χαράς, τουτέστιν εις τα καθαρώς χριστιανικά έργα, με τα οποία πρέπει να χαρακτηρίζεται πλέον η νέα μας ζωή, συμφώνως άλλως τε και προς τας τεθείσας, έπειτα από τας εκ του πολέμου σκληράς δοκιμασίας, βασικάς εις την ανθρωπότητα αρχάς, δια των οποίων θα προέλθη και θα ζήση ο καινούργιος και σταθερά ευτυχισμένος κόσμος.

Και ενταύθα του λόγου γενομένου και περί των εν τη Αμερική και τη άλλη ξένη ευρισκομένων Ναυπακτιέων και Ευρυτάνων, των ξενητευμένων αυτών πνευματικών μας τέκνων, απευθύνομεν προς αυτούς εγκάρδιον τον πατρικόν μας ασπασμόν και υπενθυμίζομεν εις αυτούς τους ωραίους εθνικούς και ηθικούς τίτλους τιμής, με τους οποίους περιβάλλονται μακράν της Πατρίδος των υπάρχοντες, και τούτο, ίνα παρρησιασμένως προς πάντας, παντού και πάντοτε, εμφανίζουν την ένδοξον και έντιμον Μητέρα των Ελλάδα, η οποία μικρά μεν και πτωχή, αλλά μεγάλη εις αγώνας και πλουσία εις θυσίας και τιμάς, όπως και άλλοτε ούτω και τώρα κατά τον τελευταίον πόλεμον εχάρισε την Νίκην εις τους ελευθερωτάς του κόσμου, και διερμηνεύουν τον πόνον της ευεργέτιδος και μητροπόλεως των Εθνών της γης Πατρίδος των, όταν βλέπη αχαρίστους τινάς, οι οποίοι θέλουν να στραγγαλίσουν το δίκαιόν της και να αφήσουν μόνην και αβοήθητον με τας πληγάς, των, και παρ’ αυτών ακόμη των ιδίων, υμνηθέντων κατορθωμάτων της. Παρακαλούμεν επίσης τα εις την Αμερικήν και αλλαχού ευρισκόμενα πνευματικά μας τέκνα, όπως μη λησμονούν ποτέ, και προ παντός σήμερον, τας ειδικάς υποχρεώσεις των και προς την ιδιαιτέραν των Πατρίδα, την Ναύπακτον και την Ευρυτανίαν, όπου οι γονείς των και οι συμπολίται των πεινούν και γυμνητεύουν, άστεγοι δε και εκ των κακουχιών άρρωστοι υπάρχοντες, και των ορεινών μερών, και δη του Καρπενησίου και της περιφερείας του, εις την στάχτην και τα χαλάσματα που άφησαν οι βάνδαλοι κατακτηταί, κατακείμενοι και εις τα σκληρά του ψύχους και των χειμερινών κακοκαιριών κτυπήματα εκτεθειμένοι, θρηνούν την συμφοράν των, στηρίζοντες την ελπίδα της σωτηρίας των μόνον εις την αδελφικήν συμπόνοιαν και εις την βοήθειαν, την ταχείαν μάλιστα, διότι κατόπιν δια πολλούς που δεν αντέχουν πλέον θα είναι αργά, βοήθειαν που περιμένουν από τους ιδικούς των.

Τα Γραφεία της Μητροπόλεως, αι Μοναί, τα Εκκλησιαστικά Ιδρύματα και οι Ναοί πρέπει να γίνουν, και θα γίνουν, Κέντρα αγιασμού των ψυχών και μιας τοιαύτης συντονισμένης πνευματικής εργασίας και κοινωφελούς δράσεως.

Και καταλήγων παρακαλώ από καρδίας μέσης τον Πανάγαθον και Παντοδύναμον Θεόν, όπως μας αξιώση να ίδωμεν περί ημάς όλους τους Ναυπακτίους και Ευρυτάνας, όπως ο ευτυχισμένος πατέρας τα παιδιά του, όλους με αγάπην και φιλάδελφον παλμόν εργαζομένους και συνεργαζομένους, ου μόνον δια το εαυτών, αλλά και δια το του ετέρου, του συμπολίτου του, έκαστος συμφέρον, όλους τους περί τον πατέρα Σας εργαζομένους και μεθ’ ημών συνεργαζομένους χριστιανικά, δια να δημιουργήσουν όλοι μαζύ την ζωήν της χαράς, της ευημερίας και της προόδου, δηλαδή την καινούργιαν, την μεταπολεμικήν Ναυπακτιακήν και Ευρυτανικήν ζωήν.

Ευχόμεθα δε εκθύμως εις όλους τους ενταύθα, ως και ανά το Πανελλήνιον και το εξωτερικόν διαμένοντας ευλογημένους Χριστιανούς μας, όπως ο Θεός των Πατέρων ημών κατευθύνη πάντοτε τα διαβήματα Υμών εις παν έργον αγαθόν και ευλογή πάντας Υμάς και τους Υμετέρους Οίκους και τα θεοφιλή έργα Υμών.

Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είη μετά πάντων Υμών. Αμήν.

Διάπυρος προς Θεόν ευχέτης

Ο Μητροπολίτης Ναυπακτίας και Ευρυτανίας

Χριστοφόρος

  • Προβολές: 1942