Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου: Τὸ ἦθος τῆς ἐκκλησιαστικῆς φιλανθρωπίας

Σέ περιόδους κοινωνικής κρίσεως οι άνθρωποι αναζητούν νά πληροφορηθούν γιά τό έργο τής Εκκλησίας καί τήν προτρέπουν νά εργασθή γιά τό κοινωνικό σύνολο καί ειδικότερα γιά τούς ανθρώπους πού πάσχουν καί υποφέρουν ποικιλοτρόπως. Αγνοούν, όμως, ότι η Εκκλησία, ως εκ τής φύσεως καί τής υπάρξεώς της, έχει ένα διαρκές ενδιαφέρον γιά τούς ανθρώπους, τά μέλη της καί τούς εκτός αυτής, προσφέροντας τόν εαυτό της θυσία στόν βωμό τής αγάπης.

Σκοπός τών σκέψεων πού ακολουθούν είναι νά δείξουν ότι η Εκκλησία δέν χρειάζεται τήν προτροπή τών ανθρώπων γιά νά επιτελέση τό φιλανθρωπικό της έργο, αλλά αποτελεί τήν ελπίδα τών ανθρώπων καί τής κοινωνίας σέ όλους τούς τομείς.

1. Φιλανθρωπία-κοινωνικό έργο

Μιά ευνομούμενη Πολιτεία έχει καθήκον νά ενδιαφέρεται γιά τούς ασθενεστέρους οικονομικά ανθρώπους καί νά περιορίζη τό άνοιγμα τής ψαλίδας μεταξύ τών εχόντων καί τών μή εχόντων. Αυτή είναι βασική υποχρέωση τής Πολιτείας, κατά λόγο δικαιοσύνης. Δέν είναι δυνατόν νά επικρατή ανισότητα στήν κοινωνία καί οι άνθρωποι, άν καί θέλουν νά εργασθούν, νά παραμένουν άνεργοι καί νά στερούνται τών αναγκαίων. Η κοινωνική πρόνοια είναι απαραίτητη γιά τούς ανθρώπους πού δέν μπορούν νά εργασθούν, όχι όμως γιά εκείνους πού μπορούν καί θέλουν νά εργασθούν.

Τελικά, τό ενδιαφέρον τής κοινωνίας γιά τούς πτωχούς δέν πρέπει νά εξαντλήται στήν φιλευσπλαχνία τών ανθρώπων, αλλά στήν δικαιοσύνη πού πρέπει νά επικρατή στήν κοινωνία. Οι άνθρωποι απαιτούν νά έχουν ίσα δικαιώματα καί ίσες ευκαιρίες στήν εργασία καί τήν κοινωνική επιβίωσή τους. Μέσα στά πλαίσια αυτά πρέπει νά ενταχθή η λεγόμενη κοινωνική πρόνοια.

Όμως, τό έργο τής Εκκλησίας στούς ανθρώπους δέν εξαντλείται σέ όλο αυτό τό κοινωνιολογικό περιεχόμενο τής κοινωνικής πρόνοιας, αλλά επεκτείνεται στό επίπεδο τής φιλανθρωπίας. Υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ κοινωνικού καί φιλανθρωπικού έργου. Τό πρώτο (τό κοινωνικό) αποβλέπει στήν ικανοποίηση μερικών υλικών καί σωματικών αναγκών τών ανθρώπων, ενώ τό δεύτερο (τό φιλανθρωπικό) επεκτείνεται στόν όλο άνθρωπο πού αποτελείται από ψυχή καί σώμα. Φιλανθρωπία δέν είναι απλώς η προσφορά μιάς μερίδας φαγητού καί ενός ενδύματος, αλλά προσφορά αγάπης, τρυφερότητας, στοργής, προσωπικής θυσίας, καλωσύνης, λόγου παρηγορητικού, ελπίδας καί αισιοδοξίας γιά τήν ζωή, προσφορά νοήματος γιά τήν ζωή, σέ σύνδεση μέ τόν Χριστό.

2. Φιλαυτία-φιλανθρωπία-φιλοθεΐα

Η φιλανθρωπία στήν Εκκλησία δέν γίνεται από κάποια κοινωνική ιδεολογία, αλλά από τήν μίμηση τής αγάπης τού Θεού πρός τόν άνθρωπο καί είναι έκφραση τής όλης εκκλησιαστικής ζωής. Αυτό σημαίνει ότι εκείνος πού καταλαβαίνει τήν αγάπη τού Θεού πρός τόν άνθρωπο, τήν ενανθρώπησή Του, τόν Σταυρό Του, δέν μπορεί νά μείνη ασυγκίνητος στό δράμα τού κάθε ανθρώπου καί δέν είναι δυνατόν νά μή διακρίνεται από τήν ίδια κενωτική προσφορά.

Η βάση τής εκκλησιαστικής ζωής είναι η θεία Ευχαριστία, τό μυστήριο τής αγάπης τού Θεού πρός τόν άνθρωπο, στό οποίο εκφράζεται καί η αγάπη τού ανθρώπου πρός τόν Θεό. Όταν εκκλησιαζόμαστε, μπορούμε νά αισθανθούμε τό μυστήριο τής κενωτικής προσφοράς τού Χριστού καί μαθαίνουμε τί θά πή θυσιαστική αγάπη. Έτσι, τό ευχαριστιακό ήθος γίνεται τρόπος ζωής καί προσφοράς πρός τούς άλλους. Η σχέση καί κοινωνία μέ τούς αδελφούς μας γίνεται στό πλαίσιο τής αγάπης τού Θεού στόν άνθρωπο.

Γιά νά μπορή κανείς νά αγαπά καί νά προσφερθή πρός τόν Θεό καί τούς αδελφούς του, πρέπει οπωσδήποτε νά ελευθερωθή από τήν φιλαυτία. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής έχει αναπτύξει διεξοδικά ότι η φιλαυτία είναι η μητέρα όλων τών παθών καί θά μπορούσαμε νά πούμε ότι η φιλαυτία είναι η ρίζα όλου τού κακού πού μαστίζει τίς σύγχρονες κοινωνίες μας. Αυτό είναι τό μεγαλύτερο πάθος πού κυριαρχεί σήμερα στίς κοινωνίες μας καί από εκεί προέρχονται όλα τά δεινά. Ορίζοντας ο άγιος Μάξιμος τό τί είναι η φιλαυτία λέγει ότι «φιλαυτία δέ εστί τό πρός τό σώμα πάθος». Η άλογη αγάπη πρός τό σώμα μας καί η επιδίωξη νά ικανοποιούμε κάθε επιθυμία του συνιστά τό πάθος τής φιλαυτίας. Η φιλαυτία είναι μητέρα τών παθών, όπως τής ηδυφαγίας, τής φιλαργυρίας, τής κενοδοξίας, τού μίσους πρός τόν πλησίον. Ακόμη, ο άγιος Μάξιμος διδάσκει ότι η αυταρέσκεια η οποία συνδέεται στενότατα μέ τήν φιλαυτία οδηγεί στήν μισανθρωπία, καί όταν κανείς αποβάλη τήν φιλαυτία, οδηγείται στήν φιλοθεΐα καί τήν φιλανθρωπία.

Καίτοι κάθε οργανωμένη κοινωνία πρέπει νά θεσπίση θεσμικά όργανα γιά τήν εξισορρόπηση τών κοινωνικών φαινομένων καί νά μήν επιτρέπη στούς θρασείς νά πλουτίζουν ούτε νά αφήνη τούς πτωχούς νά πεινούν, εν τούτοις η σύγχρονη κοινωνία δέν πάσχει από συστήματα καί θεσμούς, δέν υποφέρει από ωραίες ιδέες καί θεωρίες, αλλά πάσχει καί υποφέρει από φίλαυτους ανθρώπους πού εκμεταλλεύονται κάθε κατάσταση ώστε νά ικανοποιούν τήν φιλαυτία τους.

Η Εκκλησία μέ τήν όλη θεολογία της ενδιαφέρεται γιά τήν θεραπεία τού πάθους τής φιλαυτίας, οπότε ο άνθρωπος γίνεται φιλόθεος καί φιλάνθρωπος, αγαπά τόν Θεό καί τόν άνθρωπο, όχι διότι τό επιτάσσουν οι νόμοι τής Πολιτείας ούτε γιατί υπάρχει έντονη κοινωνική ανάγκη, αλλά γιατί τό αισθάνεται ως καρπό τής αγάπης πρός τόν Θεό καί τούς ανθρώπους.

Μέσα σέ αυτήν τήν προοπτική πρέπει νά ερμηνευθή τό φιλανθρωπικό έργο πού εξασκεί η Εκκλησία, καί είναι πραγματικά μεγάλο, αφού η Εκκλησία είναι ο μεγαλύτερος φιλανθρωπικός φορέας στήν Πατρίδα μας. Καί τό κυριότερο, οι Κληρικοί μέσα από τήν θεολογική προοπτική εμψυχώνουν καί έναν ολόκληρο «ειρηνικό στρατό» εθελοντών, οι οποίοι προσφέρουν τόν εαυτό τους, τά χαρίσματά τους, τήν έμπνευσή τους στό φιλανθρωπικό έργο τής Εκκλησίας. Όλοι όσοι εργάζονται μέσα στόν χώρο τής Εκκλησίας στόν φιλανθρωπικό τομέα τό κάνουν εθελοντικά, από αγάπη στόν Θεό καί τόν άνθρωπο, θυσιάζουν τόν χρόνο τους, τά χαρίσματά τους, πολλές φορές καί τήν περιουσία τους γιά τήν εξυπηρέτηση τών ανθρώπων πού έχουν ανάγκη.

3. Περί φιλοπτωχίας

Οι Πατέρες τής Εκκλησίας ομίλησαν γιά τήν αρετή τής φιλανθρωπίας καί προέτρεψαν τούς Χριστιανούς νά τήν εξασκούν, γιατί αυτό θά ωφελήση καί αυτούς τούς ίδιους καί τούς συνανθρώπους τους. Αυτό τό έκαναν όχι από κάποια κοινωνιολογική ιδεολογία, αλλά από τήν θεολογία, από τήν βίωση τής αγάπης τού Θεού πρός τούς ανθρώπους. Ο Ίδιος ο Χριστός, όπως φαίνεται στά ιερά Ευαγγέλια, παρακινούσε τούς ανθρώπους, μέ τήν διδασκαλία καί τήν ζωή Του, νά βοηθούν τούς πτωχούς καί όσους έχουν ανάγκη. Άς θυμηθούμε τίς περίφημες παραβολές τού πλουσίου καί τού Λαζάρου, τού άφρονος πλουσίου, τήν καταπληκτική επί τού όρους ομιλία Του πού αναφέρεται καί στήν ελεημοσύνη, όπως καί στόν έλεγχο τών πλουσίων τής εποχής του. Επίσης, άς θυμηθούμε ότι ο Ίδιος στήν σχετική παραβολή επήνεσε έναν αλλόδοξο -τόν Σαμαρείτη- πού έδειξε αγάπη, καί μιά αλλοεθνή γυναίκα -τήν Χαναναία. Άς θυμηθούμε καί τό θαύμα τού πολλαπλασιασμού τών πέντε άρτων. Όλη η ζωή τού Χριστού ήταν ζωή φιλανθρωπίας, προσφοράς αγάπης πρός τούς ανθρώπους, όχι μόνον τούς ομοεθνείς Του, αλλά καί τούς αλλοδόξους καί τούς αλλοεθνείς.

Αυτόν τόν δρόμο ακολούθησαν οι Απόστολοι καί οι Πατέρες τής Εκκλησίας. Δέν ήταν μόνον διδάσκαλοι τής αγάπης, αλλά τήρησαν τήν αγάπη στό έπακρο. Οι ίδιοι, όπως τό βλέπουμε στούς μεγάλους Πατέρες τής Εκκλησίας, έδωσαν πρώτοι αυτοί τό καλό παράδειγμα καί διένειμαν τήν περιουσία τους στούς πτωχούς καί στήν συνέχεια έγιναν μοναχοί καί Κληρικοί. Έτσι, εμπράκτως έδειξαν τήν αποδέσμευσή τους από τήν φιλαυτία καί τήν φιλαργυρία.

Ένας από τούς θαυμάσιους πατερικούς λόγους πού αναφέρεται στό θέμα αυτό είναι ο λόγος τού αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου «Περί φιλοπτωχίας». Στόν λόγο αυτό ο άγιος Γρηγόριος ομιλεί γιά τήν αγάπη πρός τούς πτωχούς καί προτρέπει τούς Χριστιανούς νά επιδοθούν σέ αυτό τό πνευματικό άθλημα. Τήν όλη διδασκαλία του δέν τήν στηρίζει σέ μιά ουμανιστική-ανθρωπιστική ευσπλαχνία, αλλά σέ δύο βασικά θεολογικά σημεία.

Τό πρώτο, ότι ο κόσμος είναι δημιούργημα τού Θεού. Ως δημιουργός του, Αυτός έχει τό αποκλειστικό δικαίωμα πάνω στόν κόσμο, αλλά Αυτός έχει δώσει τό δικαίωμα τής χρήσης τού κόσμου στόν άνθρωπο. Οι άνθρωποι είναι παιδιά τού Θεού καί έχουν ίσα δικαιώματα στήν πατρική περιουσία. Αυτό ίσχυε στόν Παράδεισο πρό τής πτώσεως, αφού όλα τότε ήταν κοινά, ο ουρανός, η γή, τά δένδρα κλπ. Όμως, μετά τήν αμαρτία εισήχθη η έφεση πρός τήν ιδιοκτησία. Τώρα ο άνθρωπος, όπως επισημαίνει ο άγιος Γρηγόριος, θά πρέπει νά αποβλέπη στήν πρώτη ισονομία καί όχι στήν μεταγενέστερη διαίρεση.

Τό δεύτερο σημείο είναι ότι, όταν βοηθάμε τούς αδελφούς μας, στήν πραγματικότητα προσφέρουμε τήν αγάπη μας στόν ίδιο τόν Χριστό, οπότε η φιλανθρωπία γίνεται θεολογικό έργο καί όχι απλώς μιά κοινωνική προσφορά. Στόν κάθε συνάνθρωπό μας βλέπουμε τόν Ίδιο τόν Χριστό.

Σέ αυτόν τόν σημαντικό λόγο τού αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου υπάρχουν μερικές φράσεις στίς οποίες φαίνεται τό εύρος καί η δύναμη τής φιλανθρωπίας η οποία εξασκείται μέσα στόν χώρο τής Εκκλησίας από τούς πραγματικούς Χριστιανούς. Θά τονισθούν μερικές από αυτές.

«Μή κάμνωμεν θησαυρίζοντες καί φυλάσσοντες, άλλων πενία καμνόντων». Δηλαδή, δέν πρέπει νά κοπιάζουμε μέ τό νά συγκεντρώνουμε θησαυρούς καί νά τούς φυλάσσουμε, ενώ άλλοι υποφέρουν από τήν πείνα. Η αγάπη γιά τούς αδελφούς αρχίζει από τό νά μή θησαυρίζουμε εμείς σέ βάρος τους καί μάλιστα όταν αυτοί υποφέρουν. Η συγκέντρωση υλικών αγαθών σέ τέτοιες καταστάσεις συνιστά έκπτωση από τήν χριστιανική αγάπη, γίνεται σέ βάρος τών αδελφών μας.

«Αιδούμαι δέ καί τό Χριστού γλωσσόκομον, ό πρός πτωχοτροφίαν ημάς παρακαλεί». Δηλαδή, σέβομαι καί τό ταμείο τού Χριστού, πού μάς προτρέπει νά τρέφουμε τούς πτωχούς. Όπως ο Χριστός είχε τό γλωσσόκομο, τό ταμείο γιά τίς ανάγκες τής αποστολικής ομάδος, έτσι καί η Εκκλησία έχει καί τό δικό της ταμείο, τό οποίο πρέπει νά προσφέρεται γιά τούς πτωχούς ανθρώπους. Τότε μόνον σέβεται κανείς τό γλωσσόκομο τού Χριστού.
«Πάσι μέν δή πτωχοίς ανοικτέον τά σπλάχνα, καί τοίς καθ’ ηντιναούν αιτίαν κακοπαθούσι». Δηλαδή, νά δείξουμε ευσπλαχνία σέ όλους τούς πτωχούς, καί σέ εκείνους πού μέ οποιαδήποτε αιτία κακοπαθούν. Εδώ δέν γίνεται απλώς λόγος γιά μιά προσφορά χρημάτων, τροφής, ενδυμάτων, αλλά γιά άνοιγμα σπλάγχνων οικτιρμών καί φιλανθρωπίας, μέ τό νά μή κλείνεται κανείς φίλαυτα μέσα στόν εαυτό του.

«Μή παρίδης, μή παραδράμης τόν αδελφόν, μή αποστραφής ως άγος, ως μίασμα, ως άλλο τι τών φευκτών καί απειρημένων». Δηλαδή, μή παραβλέψης καί μή προσπεράσης αδιάφορα τόν αδελφό σου, μήν τόν αποστραφής ως κατάρα, ως μολυσμό καί ως κάτι άλλο από τά κατηραμένα καί από εκείνα πού πρέπει κανείς νά αποφεύγη. Ο άγιος Γρηγόριος μέ τήν προτροπή αυτή επεκτείνει ακόμη περισσότερο τό εύρος τής φιλανθρωπίας πού πρέπει νά γίνεται σέ κάθε άνθρωπο πού βρίσκεται ακόμη καί στό περιθώριο τής κοινωνίας, πού οι άλλοι τόν θεωρούν μίασμα, μολυσμό. Ενδεχομένως εδώ νά εννοούνται οι λεπροί τούς οποίους τήν εποχή εκείνη οι άνθρωποι, ακόμη καί οι συγγενείς τους, απομάκρυναν από τίς οικογένειες καί τίς κοινωνίες, επειδή η νόσος ήταν μολυσματική καί αθεράπευτη.

«Όρεξον τροφήν, όρεξον ράκος, προσένεγκε φάρμακον, κατάδησον τραύματα, ερώτησόν τι περί τής συμφοράς, περί καρτερίας φιλοσόφησον, θάρσυνον, πρόσελθε». Δηλαδή, πρόσφερε τροφή, πρόσφερε ένδυμα, πρόσφερε φάρμακο, επίδεσε τά τραύματα, δείξε ενδιαφέρον γιά τήν συμφορά, φιλοσόφησε γιά τήν υπομονή, πάρε θάρρος καί πλησίασε. Αυτό δείχνει ότι η φιλανθρωπία είναι ποικιλόμορφη, εξασκείται μέ υλικά αγαθά, μέ διδασκαλία καί μέ προσωπικό ενδιαφέρον. Δέν πρόκειται απλώς γιά ένα χρηματικό ποσό, γιά έναν μισθό, γιά ένα επίδομα, γιά μιά μερίδα φαγητού κλπ. Ο άνθρωπος δέν έχει μόνον σωματικές ανάγκες, αλλά καί ψυχικές, πνευματικές.

«Δός αντί μεγάλου τήν προθυμίαν ει μηδέν έχει δάκρυσον μέγα τώ ατυχούντι φάρμακον έλεος από ψυχής εισφερόμενος». Δηλαδή, αντί τού μεγάλου πού δέν έχεις νά δώσης στόν πτωχό, δώσε τήν προθυμία άν δέν έχης τίποτε, δάκρυσε γι’ αυτόν, διότι η συμπόνια πού βγαίνει από τήν ψυχή είναι μεγάλο φάρμακο γιά εκείνον πού δυστυχεί. Έτσι κανείς δέν μπορεί νά δικαιολογηθή ότι δέν έχει νά προσφέρη κάτι στούς αδελφούς του, αφού μπορεί νά δώση τήν προθυμία του, ακόμη καί νά δακρύση γι’ αυτόν. Αυτή η αγάπη πού εκφράζεται μέ τά δάκρυα είναι μεγάλο φάρμακο γιά τούς δυστυχισμένους ανθρώπους. Αυτό είναι σημαντικό, γιατί δείχνει καί τήν ψυχική κατάσταση τών πτωχών καί δυστυχισμένων, πού δέν υποφέρουν μόνον από υλικές ανάγκες, αλλά καί από ψυχικό πόνο.

«Προεισενεκτέον ανθρώπους όντας ανθρώποις τόν έρανον τής χρηστότητος». Δηλαδή, πρέπει νά προσφέρουμε στούς ανθρώπους, αφού καί εμείς είμαστε άνθρωποι, τόν έρανον τής αγάπης μας. Καί στήν συνέχεια προσδιορίζει τά σημεία στά οποία μπορούμε νά προσφέρουμε. Νά βοηθήσουμε τούς άλλους ανθρώπους: είτε τελούν σέ χηρεία, είτε είναι ορφανοί, είτε βρίσκονται μακρυά από τήν πατρίδα τους, είτε υποφέρουν από «ωμότητα δεσποτών», «αρχόντων θράσος», «φορολόγων απανθρωπίαν», «ληστών μιαιφονίαν», «κλεπτών απληστίαν», «είτε δήμευσιν, είτε ναυάγιον». Η προσφορά τής αγάπης επεκτείνεται σέ πολλούς τομείς καί δέν εξαντλείται μόνον σέ μιά μικρή ή μεγάλη χρηματική προσφορά. Ο Κληρικός πρέπει νά προστατεύη τούς Χριστιανούς καί από τήν ωμότητα τών αρχηγών, από τό θράσος τών αρχόντων καί από τό ύψος τής φορολογίας από τούς ληστές καί κλέπτες, από αυτούς πού δεσμεύουν τίς περιουσίες. Ο προφητικός λόγος πρέπει νά καυτηριάζη κάθε τί πού πληγώνει τούς πτωχούς αδελφούς μας.

«Δός μερίδα καί τή ψυχή, μή τή σαρκί μόνον δός μερίδα καί τώ Θεώ, μή τώ κόσμω μόνον». Δηλαδή, δώσε μερίδιο καί στήν ψυχή καί όχι μόνον στό σώμα, δώσε μερίδιο στόν Θεό καί όχι μόνον στόν κόσμο. Ο άνθρωπος δέν αποτελείται μόνον από σώμα, αλλά καί από ψυχή, η οποία έχει πολλές ανάγκες, μεγαλύτερες από τό σώμα, δέν ανήκει μόνον στόν κόσμο, αλλά καί στόν Θεό. Άν δέν ικανοποιούνται αυτές οι ψυχικές ανάγκες, τότε ο άνθρωπος αισθάνεται ότι έχει μέσα του ένα υπαρξιακό κενό.

«Έως εστι καιρός, Χριστόν επισκεψώμεθα, Χριστόν θεραπεύσωμεν, Χριστόν θρέψωμεν, Χριστόν ενδύσωμεν, Χριστόν συναγάγωμεν, Χριστόν τιμήσωμεν». Δηλαδή, όσο ακόμη είναι καιρός άς επισκεφθούμε τόν Χριστό, άς Τόν περιποιηθούμε, άς Τόν θρέψουμε, άς Τόν ενδύσουμε, άς Τόν περιμαζεύσουμε, άς Τόν φιλοξενήσουμε, άς Τόν τιμήσουμε. Αυτό τό χωρίο δείχνει τό ύψος τής ορθοδόξου ανθρωπολογίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στά πρόσωπα τών πτωχών, τών ξένων βλέπει τόν ίδιο τόν Χριστό, οπότε καί η προσφορά σέ αυτούς είναι στήν πραγματικότητα προσφορά στόν ίδιο τόν Χριστό.

Έτσι, η φιλανθρωπία στήν Εκκλησία αποκτά θεολογικό περιεχόμενο καί δέν είναι απλώς μιά αλτρουϊστική αγάπη καί μιά συναισθηματική προσφορά, έχει ποικίλους τρόπους νά εκφρασθή.

4. Θεραπευτική κοινότητα

Τό κέντρο τής εκκλησιαστικής ζωής είναι η θεία Ευχαριστία πού συνδέεται μέ τήν προσευχή καί τήν διδαχή. Έτσι, προσευχή, δόγμα καί θεία Ευχαριστία τρέφουν τούς Χριστιανούς, οι οποίοι ανήκουν στήν εκκλησιαστική κοινότητα. Η εκκλησιαστική, όμως, ζωή δέν τελειώνει στήν θεία Ευχαριστία, αλλά επεκτείνεται καί μετά από αυτήν, αγγίζει όλον τόν βίο τών Χριστιανών, ακόμη καί τίς υλικές τους ανάγκες. Δέν μπορεί κανείς νά μοιράζεται τά πνευματικά αγαθά -τόν ευχαριστιακό άρτο- καί νά μήν μοιράζεται καί τά υλικά αγαθά. Ο Χριστιανός δέν αισθάνεται ούτε ότι είναι ορφανός, αφού έχει Πατέρα τόν Θεό, ούτε ότι είναι μοναχοπαίδι επάνω στήν γή, αφού ο Πατέρας του έχει καί άλλα παιδιά. Οι πρώτοι Χριστιανοί ένοιωθαν έντονα αυτήν τήν αδελφότητα εν Χριστώ, γι’ αυτό καί είχαν καθιερώσει τίς «αγάπες», δηλαδή τά κοινά δείπνα, καί διέθεταν όλα τά υπάρχοντά τους γιά τόν σκοπό αυτό, ζούσαν μιά κοινοβιακή ζωή.

Αυτό τό βλέπουμε στίς Πράξεις τών Αποστόλων όπου γράφεται: «Τού πλήθους τών πιστευσάντων ήν η καρδία καί η ψυχή μία, καί ουδέ είς τών υπαρχόντων αυτώ έλεγεν ίδιον είναι, αλλ’ ήν αυτοίς άπαντα κοινά» (Πράξ. δ', 32). Είναι σημαντικό εδώ αυτό τό «ουδέ είς», ούτε ένας δέν θεωρούσε ότι τά υπάρχοντά του ήταν δικά του, αλλά θεωρούσαν ότι όλα όσα είχαν ήταν κοινά γιά όλους. Καί πιό κάτω γράφεται ότι «ουδέ γάρ ενδεής τις υπήρχεν εν αυτοίς», δηλαδή δέν υπήρχε κανένας πτωχός μεταξύ τών Χριστιανών, γιατί όσοι είχαν υλικά αγαθά τά διέθεταν γιά όλη τήν κοινότητα, οπότε από τίς προσφορές αυτές «διεδίδοντο εκάστω καθότι άν τις χρείαν είχεν» (Πράξ. δ', 34-35).

Είναι πολύ σημαντική αυτή η πληροφορία. Στίς χιλιάδες τών Χριστιανών πού υπήρχαν στά Ιεροσόλυμα καί ήταν μέλη τής Εκκλησίας «ουδέ είς» θεωρούσε κάτι δικό του, δηλαδή κανείς δέν μιλούσε γιά ιδιοκτησία-ατομική περιουσία καί ακόμη «ουδέ ενδεής τις υπήρχεν», δηλαδή δέν υπήρχε κανείς πτωχός ανάμεσά τους. Τί ζωντανή ήταν η πρώτη Εκκλησία! Καί αυτό πρέπει νά είναι τό δικό μας πρότυπο.

Αυτή η κοινοβιακή ζωή διατηρείται μέχρι σήμερα, μέ διάφορες μορφές. Τουλάχιστον μέχρι τά μέσα τού 2ου αιώνος έχουμε τήν μαρτυρία τού αγίου Ιουστίνου τού φιλοσόφου καί μάρτυρος ότι η Εκκλησία διέσωσε τό κοινοβιακό σύστημα, όπως φαίνεται στήν απολογία του στόν Αυτοκράτορα Αντωνίνο τόν Ευσεβή. Σύμφωνα μέ τήν μαρτυρία αυτή, όσοι από τούς Χριστιανούς ήταν εύποροι καί όσοι ήθελαν νά προσφέρουν μέ ελευθερία, εναπέθεταν τήν προσφορά τους στόν προεστώτα τής εκκλησιαστικής κοινότητος -τόν Κληρικό- καί αυτός βοηθούσε τούς ορφανούς, τίς χήρες, τούς αρρώστους καί όσους είχαν κάποια ανάγκη, τούς φυλακισμένους, αλλά καί τούς παρεπιδήμους ξένους. Έτσι, ο Κληρικός-προεστώς «πάσι τοίς εν χρεία ούσι κηδεμών γίνεται».

Η κοινοβιακή ζωή διασώζεται σήμερα στά ορθόδοξα Μοναστήρια. Όποιος επισκέπτεται τό Άγιον Όρος, όπου λειτουργεί οργανωμένα ο ορθόδοξος μοναχισμός, θά δή αυτήν τήν κοινοβιακή ζωή. Οι μοναχοί δέν έχουν δική τους ατομική περιουσία, αλλά καί οι φιλοξενούμενοι γεύονται αυτήν τήν κοινοβιακή ζωή καί τήν αβραμιαία φιλοξενία τους. Κανείς δέν αισθάνεται ως ξένος.

Αλλά καί η Εκκλησία, μέ τίς Μητροπόλεις καί τίς Ενορίες, διασώζει τόν χαρακτήρα τής κοινότητας καί μάλιστα τήν μορφή τής λεγομένης θεραπευτικής κοινότητας. Μέσα στήν Ενορία ικανοποιούνται όλες οι υλικές, ψυχολογικές, πνευματικές ανάγκες τών Χριστιανών, οπότε ο άνθρωπος βρίσκει νόημα ζωής. Φυσικά, ο Χριστιανισμός κάνει όλες τίς πρακτικές εφαρμογές του μέσα στόν χώρο τής Εκκλησίας.

Ζούμε σέ μιά εποχή στήν οποία γίνεται διαρκής λόγος γιά τήν οικονομική κρίση καί εννοείται ότι ο άνθρωπος είναι απλώς ένα οικονομικό όν. Όμως, όπως τό αντιλαμβανόμαστε καί από τήν μικρή μας πείρα, ο άνθρωπος έχει καί άλλες ανάγκες, πνευματικές ανάγκες, κυρίως είναι θεολογικό όν, πού σημαίνει ότι πεινά καί διψά γιά τόν Θεό. Επίσης, ζούμε σέ μιά εποχή πού όλα τά περιμένουμε από τό Κράτος. Βέβαια, καί αυτό έχει τήν ευθύνη του, γιατί πρέπει νά κάνη καλή διαχείριση τών φόρων πού εισπράττει καί είναι ανταποδοτικοί, αλλά πρέπει καί νά θεσπίση τούς κατάλληλους θεσμούς γιά νά ασκήση μιά οργανωμένη κοινωνική πρόνοια στούς ανήμπορους καί πονεμένους συνανθρώπους μας. Όμως, η ευθύνη βαρύνει καί όλους μας, αφού πρέπει νά μήν παραμένουμε αδιάφοροι σέ κάθε προσωπικό, οικογενειακό καί κοινωνικό δράμα καί νά αναπτύξουμε σέ μεγάλο βαθμό τήν φιλανθρωπία καί τήν αλληλεγγύη σέ όσους αδελφούς μας καί ξένους υποφέρουν καί πονούν.

Αυτόν τόν άνθρωπο υπηρετεί η Εκκλησία, δηλαδή οι Κληρικοί καί λαϊκοί πού διαθέτουν ευαισθησία καί θέλουν νά μιμηθούν τόν Χριστό, τούς Αποστόλους καί τούς Πατέρες. Μέσα σέ αυτήν τήν προοπτική πρέπει νά δούμε τό όλο φιλανθρωπικό έργο πού επιτελούν οι Κληρικοί καί λαϊκοί πού θέλουν νά είναι άξιοι τής αποστολής τους.–

  • Προβολές: 1408

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance