Ἐπίκαιροι Σχολιασμοί: Ἡγέτες «συναλγεῖν ἐπιστάμενοι»

τοῦ Πρωτ. Θωμᾶ Βαμβίνη

Στίς μέρες μας εἶναι κοινή ἄποψη ὅτι: γιά τήν οἰκονομική κρίση τῆς χώρας μας φταῖνε οἱ πολιτικοί, γιά τά προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας μας οἱ Κληρικοί, γιά τίς δυσλειτουργίες τοῦ τραπεζικοῦ μας συστήματος οἱ Τραπεζίτες. Πίσω ἀπό τήν κρίση τῶν θεσμῶν καί τήν κακή λειτουργία τῶν διαφόρων φορέων τῆς κοινωνικῆς καί οἰκονομικῆς ζωῆς «ἀνακαλύπτονται» οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὑπεύθυνοι τῶν θεσμῶν καί τῶν φορέων, οἱ ὁποῖοι ἐνοχοποιοῦνται ἀπό τήν διαμορφούμενη κοινή γνώμη γιά ὅ,τι κακό συμβαίνει.

Παρά τίς ὑπερβολές καί τίς ἀδικίες πού παρατηροῦνται, ἡ προσέγγιση αὐτή ἔχει τό μεγαλύτερο μέρος τῆς ἀλήθειας. Τό πρόβλημα εἶναι πάντα ὁ ἄνθρωπος καί ὄχι τόσο ὁ θεσμός ἤ τό ὁποιοδήποτε σύστημα. Τό «ὄχι τόσο» γράφεται γιατί ὑπάρχουν «ἄρρωστα συστήματα», ἀνελεύθερα καθεστῶτα, ἀπάνθρωπες ἰδεολογίες, πού «ἀρρωσταίνουν», διαφθείρουν καί ἐξαθλιώνουν τούς ἀνθρώπους.

Ὅμως, παρά ταῦτα, τό κύριο πρόβλημα εἶναι πάντα ὁ ἄνθρωπος, διότι καί πίσω ἀπό τό παγκόσμιο ἁδηφάγο σύστημα βρίσκονται οἱ ἰδιοκτῆτες τοῦ μεγάλου κεφαλαίου, οἱ ἀφανεῖς στούς πολλούς (κρυμμένοι πίσω ἀπό ὀνόματα τραπεζῶν) ἰδιῶτες δανειστές τῶν Κρατῶν, πού ἐπηρεάζουν μέ τίς διαθέσεις τους τήν ζωή ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων. Κι’ ἐνῶ ὅλα τά παραπάνω εἶναι γεγονός, στίς σύγχρονες δυτικές κοινωνίες ὁ ἄνθρωπος ἔχει στήν πραγματικότητα ἐγκαταλειφθῆ, παρά τίς διακηρύξεις περί τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων. Αὐτήν τήν παρατήρηση θά ἐξηγήσουμε στήν συνέχεια.

Ἕνα κοινό χαρακτηριστικό τῶν συγχρόνων ἀντιλήψεων γιά τήν λειτουργία τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας εἶναι ἡ ἀνομολόγητη (καί ἴσως ἀθέλητη) ἐγκατάλειψη τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ μεγάλη μέριμνα γιά τά κοινωνικά συστήματα πού ἀποβλέπουν στήν διασφάλιση τῆς ἐλευθερίας καί τῆς ἀξιοπρέπειας τοῦ ἀνθρώπου.
Στήν παραπάνω παρατήρηση, γιά νά ἀρθῆ ἡ φαινομενική ἀντιφατικότητά της, πρέπει νά ἐξηγηθῆ τό πῶς ἐννοεῖται ἡ «ἐγκατάλειψη τοῦ ἀνθρώπου».

Οἱ ρίζες τῶν συγχρόνων ἀντιλήψεων γιά τήν λειτουργία τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας βρίσκονται στήν Ἀναγέννηση καί τόν Διαφωτισμό, καί δείχνουν ὅτι ὁ δυτικοευρωπαϊκός ἀνθρωπισμός εἶναι ἡ ἀπολυτοποίηση τοῦ ἀθεράπευτου ἐγωκεντρικοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ὁ περιορισμός τοῦ κεκλημένου νά γίνη θεός στόν παρόντα κόσμο, ἡ ὑποδούλωσή του στήν αἰσθησιοκρατία καί τόν ὀρθολογισμό.

Μέ τήν κυριαρχία τῶν ἀντιλήψεων αὐτῶν ὁ ἄνθρωπος ἐγκαταλείφθηκε στήν ἐμπάθειά του, στήν ἰδιοτέλειά του, στήν ἐξομοίωσή του μέ τό ὑπόλοιπο ἄλογο ζωϊκό βασίλειο, παραδόθηκε στήν ἐξουσία τῶν πρωτόγονων ἐνστίκτων του, χωρίς «κυβερνήτη λογισμό», πού νά μπορῆ νά διευθύνη μέ ἀνδρεία τίς αἰσθήσεις του καί χωρίς «ἡγεμόνα νοῦ», καθαρό «ἤ καθαιρόμενον τό μετριώτατον», πού νά κατευθύνη τόν θυμό καί τήν ἐπιθυμία του στήν κατά φύση καί κατόπιν στήν ὑπέρ φύση κίνησή τους. Κι’ αὐτό χαρακτηρίστηκε (καί χαρακτηρίζεται) προοδευτισμός, ἀπελευθέρωση ἀπό τά καταπιεστικά μεσαιωνικά στερεότυπα, ἀπό τούς βρόγχους μιᾶς «θεοκρατίας», τῆς ὁποίας ἡ ἐξουσία εἰσερχόταν ἕως καί στό ἄσυλο τῆς ἀτομικῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων.

Ἀπό τήν ἄλλη μεριά ἀναπτύχθηκαν πολλά συστήματα γιά τό πῶς θά λειτουργῆ τό κράτος, τό πῶς μέσα ἀπό τόν φεουδαλισμό, τήν κυριαρχία τοῦ ἑνός, τοῦ κληρονομικά ἰσχυροῦ, θά γεννηθῆ ἕνα πολίτευμα στό ὁποῖο ὅλοι θά εἶναι ἐλεύθεροι καί κύριοι τοῦ ἑαυτοῦ τους καί τῆς ἐργασίας τους. Τά συστήματα αὐτά προσπάθησαν (καί προσπαθοῦν) νά λύσουν μέ ἐλεύθερες καί δίκαιες κοινωνικές συμβάσεις τά λογικά καί πρακτικά προβλήματα πού δημιουργεῖ ἡ σύμφυτη μέ τήν πεπτωκυῖα ἀνθρώπινη φύση φιλαυτία. Προσπαθοῦν νά συμβιβάσουν φιλαυτίες, νά βροῦν τόν κοινό τόπο σέ ἀντικρουόμενα συμφέροντα, νά φέρουν σέ ἁρμονική σχέση ἕνα ἄθροισμα «ἀκοινώνητων» ἀτομικῶν ἐπιδιώξεων.

Αὐτό εἶναι καί στίς μέρες μας τό κεντρικό πρόβλημα πού ὀφείλει διαρκῶς νά λύνη ἡ πολιτική, λειτουργώντας μέσα στό σύστημα τῆς ἀντιπροσωπευτικῆς δημοκρατίας, στό τελειότερο σύστημα διακυβέρνησης τοῦ Κράτους πρός τό συμφέρον τοῦ λαοῦ (ὑπό τίς συνθῆκες φυσικά τῆς ἀνθρώπινης φιλαυτίας).
Τά συστήματα ὅμως πού ἐπινοήθηκαν γιά νά διασφαλίσουν τήν ἐλευθερία καί τήν ἀξιοπρέπεια τοῦ πολίτη, δέν ἀγγίζουν τόν ἄνθρωπο στόν βαθύτερο πυρήνα τῆς ὑπάρξεώς του. Δέν μποροῦν ἄλλωστε. Ἤ μᾶλλον ὑπάρχει μεγάλη ἀπροθυμία νά τόν ἀγγίξουν Ἡ ἀπροθυμία αὐτή γιά τόν δυτικοευρωπαῖο πολίτη αἰτιολογεῖται (χωρίς ὡστόσο νά δικαιολογεῖται) ἀπό τήν ἐκμετάλλευση τῆς πνευματικῆς ἐξουσίας τοῦ παπισμοῦ ἀπό Πάπες πού ἔχασαν τήν ἀποστολική Παράδοση, (ἄρα καί διαδοχή), τῶν ὁποίων ἡ ἐξουσία ἔφθανε μέχρι τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων χωρίς θεραπευτική δύναμη, ἁπλά ὡς κοσμική ἐξουσία μέ πρόσχημα ἐκκλησιαστικό. Ἀκουμποῦσε ἀδιάκριτα (μέ συγχωροχάρτια ἤ ἀπειλές γιά δαντικές κολάσεις) τίς ἐσωτερικές πληγές τῶν ἁμαρτιῶν, οἱ ὁποῖες εἶχαν ἀνάγκη ἰατρείας μέ τήν «ἰατρική ἐν πνεύματι ἐπιστήμη» τῶν θεοπτῶν ἁγίων Πατέρων.

Αὐτή ἡ ἀπροθυμία ὁδήγησε σέ μιά ἐλευθερία χωρίς ἀλήθεια καί χωρίς θεραπεία τῆς φιλαυτίας. Ὅλες οἱ νομοθεσίες τοῦ δυτικοῦ κυρίως κόσμου εἶναι ἐν πολλοῖς σύμφωνες μέ τήν διακήρυξη τοῦ Ο.Η.Ε. γιά τά ἀνθρώπινα δικαιώματα, πού κατοχυρώνουν τήν ἐλευθερία καί τήν ἀξιοπρέπεια τοῦ πολίτη ἀδιαφορώντας γιά τόν «κατά ἀλήθειαν βίο». Ἀποδέχονται καί νομοθετοῦν ἀρχές ὅπως:

«Κάθε ἄτομο ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψης, τῆς συνείδησης καὶ τῆς θρησκείας, στὸ δικαίωμα αὐτὸ περιλαμβάνεται ἡ ἐλευθερία γιὰ τὴν ἀλλαγὴ θρησκείας ἢ πεποιθήσεων, ὅπως καὶ ἡ ἐλευθερία νὰ ἐκδηλώνει κανεὶς τὴ θρησκεία του ἢ τὶς θρησκευτικές του πεποιθήσεις, μόνος ἢ μαζί μέ ἄλλους, δημόσια ἢ ἰδιωτικά, μὲ τὴ διδασκαλία, τὴν ἄσκηση, τὴ λατρεία καὶ τὴν τέλεση θρησκευτικῶν τελετῶν». (Ἄρθρο 18)
«Καθένας ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τῆς γνώμης καὶ τῆς ἔκφρασης, ποὺ σημαίνει τὸ δικαίωμα νὰ μὴν ὑφίσταται δυσμενεῖς συνέπειες γιὰ τὶς γνῶμες του…». (Ἄρθρο 19)

«1. Καθένας ἔχει δικαίωμα στὴν ἐκπαίδευση...
2. Ἡ ἐκπαίδευση πρέπει νὰ ἀποβλέπει στὴν πλήρη ἀνάπτυξη τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας καὶ στὴν ἐνίσχυση τοῦ σεβασμοῦ τῶν ἀνθρώπινων δικαιωμάτων καὶ τῶν θεμελιακῶν ἐλευθεριῶν. Πρέπει νὰ προάγει τὴν κατανόηση, τὴν ἀνεκτικότητα καὶ τὴ φιλία ἀνάμεσα σὲ ὅλα τὰ ἔθνη καὶ σὲ ὅλες τὶς φυλὲς καὶ τὶς θρησκευτικὲς ὁμάδες, καὶ νὰ εὐνοεῖ τὴν ἀνάπτυξη τῶν δραστηριοτήτων τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν γιὰ τὴ διατήρηση τῆς Εἰρήνης». (Ἄρθρο 26)
Εἶναι φανερό ἀπό τά παραπάνω ὅτι ἡ «πλήρης ἀνάπτυξη τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας», χωρίς ἐξειδίκευση στήν ἀγωγή γιά τό ξεπέρασμα τῆς ἰδιοτέλειας τοῦ ἀνθρώπου καί τήν διαδικασία τῆς πνευματικῆς ὡρίμανσής του, ἀφήνονται κυρίως στήν ἐκπαίδευση, γιά τήν ὁποία περιγράφονται κάποιες ἀρχές μιᾶς ἀνεκτικῆς παιδείας. Οἱ θρησκεῖες (γενικῶς, χωρίς ποιοτικές διαφοροποιήσεις) παρουσιάζονται ὡς πηγές ἐντάσεων, γι’ αὐτό μεταξύ τῶν σκοπῶν τῆς ἐκπαίδευσης διακηρύσσεται ἡ προαγωγή τῆς κατανόησης, τῆς ἀνεκτικότητας καί τῆς φιλίας ἀνάμεσα στίς «θρησκευτικὲς ὁμάδες».

Μέ ἀρχές, ὅπως οἱ παραπάνω, καλύπτονται κάτω ἀπό τό πέπλο τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου καί τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων, τά ὁποῖα πρέπει νά ὑπερασπίζεται κάθε δημοκρατικά ὀργανωμένο κράτος, ὅλες οἱ ἰδιαιτερότητες, ἀκόμη καί οἱ παντός εἶδους ἀκραῖες ἀπόψεις γιά τόν ἄνθρωπο, τήν κοινωνία του, τό νόημα τῆς ζωῆς, τήν ψυχική καί πνευματική ὑγεία ἤ τήν ἀσθένεια.

Μέσα σ’ αὐτό τό κοινωνικό, νομοθετικό καί πολιτικό πλαίσιο μορφώνονται καί καταρτίζονται ὅλοι οἱ ἡγέτες τοῦ σύγχρονου κόσμου∙ οἱ ἡγέτες τῶν Κρατῶν καί οἱ ἡγέτες τοῦ χρήματος.  Ἀξίζει ὅμως νά δοῦμε ἕναν λίγο διαφορετικό ἀπό τήν κρατοῦσα νοοτροπία λόγο, πού εἶναι ἀπόσταγμα πατερικῆς ποιμαντικῆς ἐπιστήμης καί θεολογικῆς ἐμπειρίας.  Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μιλώντας γιά τόν προφήτη Ἡσαΐα βρίσκει τήν εὐκαιρία νά σκιαγραφήση τά χαρακτηριστικά τοῦ ἀληθινοῦ ἡγέτη, τά ὁποῖα ἐπιγραμματικά εἶναι: Ἡ ἐλευθεροστομία, τό ἀδούλωτο φρόνημα, ἡ ὑψηλή γνώμη.

Στίς μέρες μας ἡ ἐλευθεροστομία ταυτίζεται συνήθως μέ τήν αὐθάδεια, τήν αἰσχρολογία καί τό ὑβρεολόγιο. Στόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, ὅμως, ἔχει τήν ἀρχική της ἔννοια, δηλαδή τήν παρρησία, τήν εἰλικρινῆ ἔκφραση τῆς ἀλήθειας. Ὁ ἡγέτης, σάν τόν Προφήτη, δέν ὑποτάσσεται στίς ἀσύμφορες ἀπαιτήσεις τοῦ λαοῦ, δέν τόν κολακεύει, οὔτε σέρνεται ἰδιοτελῶς πίσω ἀπό τά συμφέροντα τῶν ἰσχυρῶν. Τό φρόνημά του εἶναι ἀδούλωτο καί ἡ γνώμη του ὑψηλή. Δηλαδή, αὐτά πού «φρονεῖ», οἱ ἀπόψεις του, ἡ πίστη του, ἡ γνώση του, δέν «δουλώνονται» σέ συμφέροντα, δέν ἀλλάζουν ἀπό ἐκφοβισμούς ἤ ἀπειλές. Ἄλλωστε, ἡ «γνώμη του εἶναι ὑψηλή», δηλαδή δέν εἶναι χαμερπής. Ὁ ἀληθινός ἡγέτης εἶναι «ψυχή φιλόσοφος». Ἔχει, δηλαδή, ὡς κυβερνήτη «σώφρονα λογισμό» καί νοῦ καθαρό ὡς ἡγεμόνα. Τό σημαντικότερο ὅμως χαρακτηριστικό του εἶναι ὅτι γνωρίζει νά «συναλγῆ», νά πονᾶ μαζί μέ τόν λαό, χωρίς νά χάνη τήν ἐλπίδα καί τήν δύναμη γιά ἀγώνα. Εἶναι πολύ χαρακτηριστική ἡ σχετική διατύπωση τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου: «Καί γάρ οὐδέν οὕτως ἐπιτήδειον εἰς ἀρχῆς αἵρεσιν, ὡς ψυχή φιλόσοφος καί συναλγεῖν ἐπισταμένη».

Τέτοιοι ἡγέτες λειτουργοῦν σωστά τούς θεσμούς καί βοηθοῦν τόν κόσμο: αὐτοί πού ἔχουν ἀδούλωτο φρόνημα, ὑψηλή γνώμη «καί συναλγεῖν ἐπιστάμενοι».

Ετικέτες: ΕΠΙΚΑΙΡΟΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ