Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου: Η κ. Άννα Συνοδινού - Μια πραγματική Κυρία

Την Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 1997 η Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ) ανεκήρυξε μεταξύ πέντε προσωπικοτήτων και την κ. Άννα Συνοδινού επίτιμο μέλος της. Πρόκειται για ένα σημαντικό γεγονός που καλύφθηκε από τις Εφημερίδες και παρουσιάστηκε σαν μια πράξη δίκαιη και σωστή.

Η κ. Άννα Συνοδινού, κατά δημοσιογραφικές πληροφορίες, είπε: “Σάς ευχαριστώ για το εξόχως τιμητικό και γεμάτο ευθύνες αξίωμα που μου προσφέρετε. Δεν θέλω ένα ράφι για να παρακολουθώ όσα κάνετε εσείς μαχόμενοι. Παρακαλώ να μου δώσετε δουλειά να κάνω” (Ελεύθερος Τύπος, 3 Δεκεμβρίου 1997). Κατά άλλη εφημερίδα: “η Άννα Συνοδινού παρέθεσε τα συγγενή στοιχεία του ηθοποιού και του δημοσιογράφου, την γλώσσα που είναι το κοινό μέσο επικοινωνίας και έκφρασης, την λογοκρισία, που είναι ο κοινός εχθρός, και τον έλεγχο της εξουσίας, που είναι κοινός στόχος”. Και συγκινημένη είπε: “οι λαοί που έχουν συνέχεια διαθέτουν Τύπο και θέατρο” (Ελευθεροτυπία, 3 Δεκεμβρίου 1997). Πρόκειται για ώριμα λόγια, μιας ώριμης και ολοκληρωμένης γυναίκας.

Δύσκολα θα συναντήση κανείς κάποιον Έλληνα που να μην έχει ακούσει το όνομα Άννα Συνοδινού, που έγινε θρύλος, επειδή για πολλά χρόνια δόξασε το θέατρο και μάλιστα την αρχαία τραγωδία, δούλεψε σκληρά για την διόρθωση των κακώς κειμένων στην κοινωνία και ομιλεί, όπου βρεθή, με θαυμάσιο συγκροτημένο, ώριμο και μεστό λόγο, αρθρωμένο μάλιστα με γνώση και ολοκληρωμένο τρόπο. Γιατί, τόσο η έκφραση, όσο και το περιεχόμενο του λόγου της είναι δείγματα ποιότητος, ευαισθησίας και γνώσης.

Είχα την μεγάλη τιμή να γνωρίζω από κοντά την υπέροχη και ολοκληρωμένη αυτή γυναίκα. Μικρός ενθουσιαζόμουν όταν παρακολουθούσα αρχαίες τραγωδίες, στις οποίες παρουσίαζε διάφορους εκπληκτικούς ρόλους. Αργότερα πολλές φορές είχα την ευκαιρία να την έχω συνομιλήτρια για διάφορα, κυρίως φιλοσοφικά, θεολογικά και παραδοσιακά, ζητήματα, στο σπίτι της, που το έχει μετατρέψει σε Εκκλησία, όπου ζη με τις εικόνες των αγίων, ανάβει το καντήλι της και ζη την Παράδοση του γένους μας, σαν μια άλλη ρωμαλέα Λωξάνδρα. Δεν ξέρω πώς, αλλά όταν την έβλεπα από κοντά θυμόμουν τον γνωστό ρόλο της Λωξάνδρας, αφού ενδιαφέρεται για όλους και για όλα, με αγάπη, ευαισθησία, τρυφερότητα και αρχοντιά.

Βαθειά, όμως, χαραγμένα στην μνήμη μου έμειναν δύο σημαντικά γεγονότα, κυρίως για τον τρόπο που τα αντιμετώπισε εκείνη.

Το πρώτο, όταν μια μέρα μετά από την παραίτησή της από το Ελληνικό Κοινοβούλιο την επισκέφθηκα στο σπίτι της, μετά από δική της πρόσκληση. Ενώ οι εφημερίδες έλεγαν πολλά, εκείνη ήταν ήρεμη, σοβαρή, νηφάλια, προβληματισμένη, αλλά και αισιόδοξη. Ήταν σωστά τοποθετημένη απέναντι στην πολιτική, η οποία δυστυχώς, πολλές φορές από επίθετο γίνεται ουσιαστικό και ταυτίζεται με το κόμμα. Καταλάβαινα ότι η παραίτησή της, όχι μόνο από το Κοινοβούλιο, αλλά και από το κόμμα της, ήταν μια ώριμη πράξη, αποτέλεσμα πολλής σκέψης και έντονου προβληματισμού. Δεν μπορούσε αυτή η προσωπικότητα, ανοικτή και συγκροτημένη, να κλείνεται σε μικρά και ανήλια δωμάτια.

Το δεύτερο γεγονός που θυμάμαι έντονα είναι από την επίσκεψή μου στο σπίτι της ύστερα από μια οδυνηρή περιπέτεια που πέρασε στην ζωή της, λόγω μιας ασθένειας. Διεπίστωσα την αγάπη της στην Ελλάδα, αφού, παρά το ότι έπρεπε να επισπεύση την εγχείριση, εκείνη με φρικτούς πόνους έκανε προβολές και έπαιζε σε θεατρικές παραστάσεις για την Κύπρο. Διέκρινα όμως και την μεγάλη της πίστη στον Θεό και τους αγίους. Έβλεπα ότι υπερέβαινε τον θάνατο. Η σκέψη ότι θα ζη με τους αγίους αιώνια, η πεποίθησή της ότι η θριαμβεύουσα Εκκλησία είναι απείρως ανώτερη και καλύτερη από την διαμονή μας εδώ στην γη, ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπιζε όλους τους γύρω της εκείνη την δύσκολη εποχή, όλα ήταν εκπληκτικά. Δεν μπορώ να γράψω περισσότερα. Εκείνο που μπορώ να υπογραμμίσω είναι ότι την άκουγα, να διηγήται και να εκφράζεται, την έβλεπα να κινήται και να ενθουσιάζεται και διακατεχόμουν από αμηχανία, αλλά συγχρόνως και θαυμασμό.

Πρόσφατα δημοσιεύθηκε μια συνέντευξή της που εκφράζει όλη την προσωπικότητα, αλλά και το ήθος της. Θα ήθελα απλώς να παρουσιάσω μερικές φράσεις της.

Μιλώντας για την παράδοση είπε: “Σ’ όλες τις χώρες του κόσμου που σέβονται την ιστορία τους, η παράδοση είναι η βάση δομής του προγραμματισμού ζωής και παιδείας. Δυστυχώς στην Ελλάδα η Παράδοση συκοφαντείται ως συντηρητισμός καθυστέρησης”.

Αναφερόμενη στην περιπέτεια της υγείας της, που πέρασε το 1994, είπε: “Ο καρκίνος είναι μια θανατηφόρα ασθένεια που ίσως την προλάβεις με έγκαιρη διάγνωση, τον κατάλληλο επιστήμονα και πάντα με την βοήθεια του Σωτήρος Χριστού”. Στην συνέχεια ανέφερε: “Διάβασα πολύ, ησύχασα μιλώντας με ελάχιστους φίλους. Δεν σκέφθηκα τον θάνατο και δεν έπαθα πανικό ... πολύ αργότερα πληροφορήθηκα ότι ομάδες γνωστών και αγνώστων φίλων μου έκαναν ολονυκτίες στις Εκκλησίες και προσεύχονταν υπέρ υγείας μου. Τους ευγνωμονώ. Η κοινωνία μου έστελνε ενέργεια ... Κι εγώ κάθε Σάββατο, πηγαίνω άρτο στην Εκκλησία, με προσευχή υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των κεκοιμημένων συναδέλφων μου... Και πηγαίνω οίνο υπέρ υγείας πολλών. Δόξα τω Θεώ. Ζω, λοιπόν, θεία χάριτι, δίχως να το επιλέξω. Η Παράδοση και η πρόοδος με κρατούν στην ζωή” (Ελευθεροτυπία, 17 Φεβρουαρίου 1997).

Στην ίδια συνέντευξη είπε έναν θαυμάσιο λόγο, απόσταγμα της όλης προσωπικότητάς της. “Ζω ως λαϊκό άτομο με αριστοκρατικό τρόπο”.

Αυτή είναι η Άννα Συνοδινού. Μια αριστοκράτισσα στους τρόπους, αλλά ταυτόχρονα και μια γυναίκα του λαού, όπως την περιγράφει ο Παπαδιαμάντης. Το διαπίστωσα όταν συζητούσα μαζί της διάφορα θέματα από αρχαία παιδεία και θεολογία μέχρι την καθημερινότητα. Το καταλάβαινα όταν κάποιες παραμονές Μ. Εβδομάδος μου έδειξε στην πράξη πώς μπορεί να βάψη κανείς πασχαλιάτικα αυγά, χωρίς χρώμα, αλλά με διάφορα έγχρωμα πανιά, όπως το μαντήλι της Εκάβης. Την έβλεπα στην τρυφερή συμπεριφορά της στον αξιοσέβαστο και συμπαθέστατο σύζυγό της, Γιώργο Μαρινάκη, τον οποίο αγαπώ και εκείνον εξ ίσου για πολλά, που δεν μπορώ τώρα να αναφέρω, κυρίως για το ότι στέκεται σωστά δίπλα σε μια τέτοια μεγάλη και εκπληκτική κυρία.

Τα έγραψα όλα αυτά αυθόρμητα, ύστερα από μια κοπιαστική και κουραστική ημέρα, για μια λαϊκή γυναίκα, που ζη με αριστοκρατικό τρόπο, που ξέρει να ανάβη το καντήλι και το θυμιατήρι, να προσεύχεται για τον ανθρώπινο πόνο, να μιλά ώρες στο τηλέφωνο τρυφερά με τους πονεμένους ανθρώπους, σκορπίζοντας αισιοδοξία και χαρά, και να φλέγεται από την Παράδοση του τόπου μας, κυρίως όμως από την κοινωνία των αγίων.

  • Προβολές: 2194