Ἡ ἱστορία τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς τῆς Ἀμπελακιώτισσας

Ἱστορικές ἀναδρομές

τοῦ Χαράλαμπου Χαραλαμπόπουλου

Χαρακτηρίσθηκε τό παλαίφατο μοναστήρι τῆς Ἀμπελακιώτισσας ὡς «ἡ κιβωτός τῆς Ναυπακτίας» γιατί πέραν τῶν κειμηλίων πού διασώζει, φυλάσσει ἱστορία καί μνῆμες ὅλης τῆς ἐπαρχίας μέσα ἀπό τό πολύτιμο ἀρχειακό ὑλικό πού βρίσκεται σ’ αὐτό καί ἕνα πολύ μεγάλο μέρος του δημοσιεύσαμε στά «Ναυπακτιακά» ἤ ἐναπόκειται στά Γενικά Ἀρχεῖα τοῦ Κράτους (ΓΑΚ).

Ἤδη τά τελευταῖα χρόνια ἡ ἠλεκτρονική τεχνολογία κατέστησε τοῦτο προσιτό, χωρίς νά χρειάζεται νά ἐπισκεφθεῖς τά ΓΑΚ καί νά ξεφυλλίζεις χιλιάδες φακέλους, ὅπως κάναμε παλαιότερα, καί τοῦτο ἐξομολογοῦμαι ὅτι δέν ἦταν εὔκολο.
Τώρα καθήμενος στό γραφεῖο σου μέ μόνο ἐργαλεῖο τόν ἠλεκτρονικό ὑπολογιστή μπορεῖς νά ἔχεις πρόσβαση σέ πολλά ἐνδιαφέροντα πράγματα. Πρόσφατα ἐρευνώντας μέσῳ τοῦ ὑπολογιστῆ στόν Ἀρχειομνήμονα τό ἀρχεῖο τοῦ Ὀθωνικοῦ Ὑπουργείου Ἐκκλησιαστικῶν καί ἰδιαίτερα τῆς Ἐπισκοπῆς Ἀκαρνανίας (φ. 26) ἐπεσήμανα μία δέσμη ἐγγράφων πού ἀναφέρονται στό Καθολικό τῆς Ἀμπελακιώτισσας. Καθολικό, ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε, εἶναι ὁ κεντρικός μοναστηριακός ναός. Ἐπειδή τά ἔγγραφα αὐτά θεώρησα ὅτι εἶναι πολύ ἐνδιαφέροντα, ἀφοῦ πέραν τῶν πληροφοριῶν γιά τήν ἀνέγερση τοῦ Καθολικοῦ μᾶς δίνουν πολλά στοιχεῖα γιά τή συμπεριφορά καί τή νοοτροπία τῶν δημόσιων καί μοναστικῶν ἀρχῶν, τῶν πιστῶν πού ἔσπευσαν νά συνδράμουν στήν ἀνέγερση τοῦ ναοῦ, καθώς καί γενικότερες εἰδήσεις, ὅπως ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Ὄθωνα στό μοναστήρι, θά τά παρουσιάσω ἀναλυτικά παρακάτω.

Στίς 11 Φεβρουαρίου 1847 τό Μοναστηριακό Συμβούλιο: (Ἡγούμενος Θεόφιλος Παπαλόγης, Σύμβουλοι: Γεράσιμος Κωνσταντίνου Ντοῦρος, Καλλίνικος Ἰωάννου Ζωϊτός, καί οἱ τρεῖς (3) ἀπό τήν Κοζίτσα) ὑποβάλλουν ἀναφορά πρός τόν Ἔπαρχον Ναυπακτίας μέ τήν ὁποία διεκτραγωδοῦν τήν κατάσταση τοῦ Καθολικοῦ πού εἶναι ἑτοιμόρροπο καί ἐπικίνδυνο.

Β. Ἐπαρχεῖον Ναυπακτίας

Περί ἀνακαινουργήσεως τοῦ ἑτοιμορρόπου κτιρίου τῆς ἐκκλησίας τῆς διατηρουμένης Μονῆς Κοζίτσης τῆς Ναυπακτίας, ἡ ἐπονομαζομένη Θεοτόκος Ἀμπελακιώτισσα.

Ἀπό τόν ὀθωμανικόν ἐκεῖνον θρίαμβον, ἀπό τήν αἱμοβόρον ἐκείνην ἄγκυραν, ἥτις ὑποφθαλμιῶσα τῆς ὀρθοδόξου πίστεώς μας ἐξεδικεῖτο τό ὁρμέμφυτον πεῖσμα της διά τῆς καταστροφῆς τῶν ἱερῶν καταστημάτων. Ἐκ τούτων μᾶλλον καί τῆς παλαιότητός της ἡ Ἱερά τῆς Μονῆς μας ἐκκλησία (Παναγία Θεοτόκος Ἀμπελακιώτισσα) ἀπό καιροῦ εἰς καιρόν ἑξασθενηθεῖσα ἤγγισεν ἤδη τόν προφανῆ προορισμόν της, ὥστε οὐδενός ἀποτολμοῦντος ὑπό τόν ἐπικείμενον κίνδυνον νά εἰσέλθη εἰς αὐτήν, οἱ μέν μονάζοντες πατέρες εἰς αὐτήν λειτουργοῦσιν ἔν τινι παρακειμένῳ ἐκκλησιδίῳ, οἱ δέ προσερχόμενοι προσκυνηταί χριστιανοί διορῶντες κατανυκτικῶς ἀπέναντι προσεύχονται καί αἱ ἄλλαι ἕδραι γέμουσιν ἀράχνας.

Ἡ ἐλεεινότης αὕτη τῆς ἐκκλησίας μας, κ. Ἔπαρχε, ἐάν εἶναι κάτοπτρον, ἀφ’ οὗ τόν παρελθόντα φθινόπωρον περιωδεύσατε ἐνταῦθα καί αὐτό τό εἴδατε, καί ὡς ἐκ τούτου περιττή ἐξ ἡμῶν περαιτέρω ἐξιστόρησις. Ἡ ἀθλιοτάτη αὕτη λέγομεν κατάστασις τῆς ἐκκλησίας μας ἐγχαράζουσιν λυπηρά εἰς τάς καρδίας αἰσθήματα τῶν γνωσάντων αὐτήν τήν Μονήν καί ἡ Θεία πρόνοια εὐδοκήσασα ἐφέλκυσε κατά τόν περιπολοῦντα ἤδη διαυγῆ αἰῶνα τάς παλαιᾶς προαιρέσεις τῶν χριστιανῶν εἰς τό ἐκ τῶν ἰδίων των συνεισφέρειν πρός ἀνακαινούργησίν της.  Ἐν τούτοις ὑποσχεθέντες καί ἀξιοπίστως ὑποσχόμενοι οἱ φιλόχριστοι χριστιανοί παρεκίνησαν τό πᾶν, διά τό αὐτό τέλος καί κατά συνέπειαν οἱ ὑποφαινόμενοι ἐπρομηθεύθημεν τόν ἀπαιτούμενον τάβανον καί τήν ἀναγκαίαν ὕλην συμφωνήσαμεν τόν τόνον μέ 2.000 δρχμ. συνεννοημένοι παρά τῶν κατοίκων δωρεάν χάριν τῆς ψυχῆς των.

Τά δέ περί διατροφήν, μόνον τῶν τεκτόνων, ἀναγκαῖα νά καταβάλη ἡ Μονή. Τό σχέδιον τῆς ἐκκλησίας ἔχει οὕτως: 11 πήχεις τό πλάτος ,15 τό μῆκος καί 8 τό ὕψος.  Τούτων γενομένων σπεύδομεν διά τῆς παρούσης μας νά Σᾶς παρακαλέσωμεν, κ. Ἔπαρχε, ἵνα διενεργήσητε τά ἀνωτέρω, ὅπως μᾶς παραδοθῆ ἁρμοδίως ἡ προσήκουσα περί ἀνακαινουργήσεως ἄδεια, ἥτις θέλει ἐκπληρώση ἐπαξίως καί τήν πλέον τοῦ κοινοῦ καί τό θεῖον ἔνταλμα ὑφ’ ὅ ἡ ἀρραγής πίστις τελεσιουργεῖται, διότι ἄνευ ἐκκλησίας Μονή πλέον δέν ὑπάρχει καί Μονή μιᾶς περικλεοῦς τοιαύτης ἐπαρχίας τῆς Ναυπακτίας.

Τό Μοναστηριακό Συμβούλιο ἐκθέτει μέ μελανά χρώματα τήν ἐπικίνδυνη κατάσταση τοῦ Καθολικοῦ καί ζητοῦν ἄδεια ἀνακαινουργήσεως τοῦ ναοῦ. Προτείνει τίς διαστάσεις σέ πήχεις (1 πήχ ἰσοῦται μέ 0,75 μ.) καί ἀνακοινώνει ὅτι ἔγινε ἡ προμήθεια τῶν ὑλικῶν, προσφορά τῶν φιλοχρίστων πιστῶν καί μόνο τήν διατροφή τῶν τεκτόνων ἀναλαμβάνει ἡ Μονή. Ὁ σχεδιασμός τοῦ ναοῦ περιορίζεται μόνο στίς διαστάσεις καί δέν γίνεται κανένας λόγος γιά τήν ἐν γένει μορφή του. Τό ἐκκλησίδιο πού ἀναφέρεται ὅτι γίνονταν λειτουργίες φαίνεται ὅτι εἶναι ἡ Ἁγία Αἰκατερίνη 200 μέτρα δυτικά ἀπό τό μοναστήρι.

Ὁ Ἔπαρχος μέ τήν ἀναφορά του ( 465/ 15 Φεβρουαρίου 1847) ἀποστέλλει τήν αἴτηση τοῦ Μοναστηριακοῦ Συμβουλίου στόν Νομάρχη εἰσηγούμενος τά ἑξῆς:

Ὑποβάλλοντες συνημμένως καί ἐν πρωτοτύπῳ τήν ἀπό 11 Φεβρουαρίου ὑπερμεσοῦντος πρός τό Ἐπαρχεῖον ἀναφορά τοῦ Ἡγουμένου καί τῶν Συμβούλων τῆς διατηρουμένης Μονῆς Κοζίτσης δι’ ἧς ἑξαιτοῦνται τήν ἐκ βάθρων ἀνέγερσιν συνδρομῇ τῶν φιλοχρίστων, τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ Ναοῦ, καταστάντος πρό καιροῦ ἤδη ἑτοιμορρόπου, χρεωστοῦμε καί ἡμεῖς νά διαβεβαιώσωμεν τήν Νομαρχίαν, καθόσον ἰδίοις ὄμμασι κατά τήν μεταθερινήν περιοδείαν μας λαβόντες ἰδωμένο εἰς ποίαν ἀθλίαν καί ἐπικίνδυνον κατάστασιν ὑπάρχει ὁ προκείμενος Ἱερός Ναός, διαρραγείς ἀπό καιρόν εἰς τό μέσον ἄνωθεν ἕως κάτω, ὁπότε ὄχι μόνον οἱ λειτουργοῦντες καί μονάζοντες μοναχοί, ἀλλά καί αὐτοί οἱ προσερχόμενοι χάριν λατρείας δέν τολμοῦν χωρίς φόβον κινδύνου νά εἰσέλθωσι, ὅπερ ἡμεῖς ἐπάθομεν εἰσελθόντες ἅπαξ καί ἔντρομοι ἐξελθόντες εἰς τήν αὐλήν• ἀλλά καί τότε ἐπ’ αὐτοῦ ἀπευθύναμεν πρός ἕναν τῶν Συμβούλων, ἀπόντος τότε τοῦ Ἡγουμένου, τάς ἀναγκαίας μέν ἀλλά καί πικράς παρατηρήσεις διά τούς ἐκ μέρους τῶν λειτουργῶν αὐτῆς μοναχῶν δειχθεῖσαν ἀσυγχώρητον καί παράτυπον καί παρά Ἀνθρώπων ἀμέλειαν, ἥτις ἐκτός τοῦ ἐπικειμένου κινδύνου συνεισφέρει εἰς τόν λαόν τήν ἰδέαν τῆς ἐλαττώσεως τοῦ πρός τούς λειτουργούς τῶν πιστῶν σέβας.

Τάς ἀπαιτήσεις σύνταξης τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ καί σχεδίου τῆς οἰκοδομῆς τοῦ προκειμένου Ἱεροῦ Ναοῦ πληροφοροῦμεν τήν Νομαρχίαν ὅτι τοῦτο δέν μένει καιρός διά νά γενῆ, μόνον ἡ ἀνέγερσις ἐπείγεται, ἕνεκα τῆς περιγραφείσης ἐπικινδύνου καταστάσεώς του.

Εἰς τήν Νομαρχίαν εἰσηγοῦμαι, παρακαλουμένην νά ἐνεργήση τά περί ταχείας ἐκδόσεως τῆς αἰτουμένης ἀδείας.

Εὐπειθέστατος
Ὁ Ἔπαρχος Ναυπακτίας Δ. Σακελλαρίδης (;)

Ὁ Ἔπαρχος ἐπιβεβαιώνει ἀπό προσωπική ἀντίληψη καί αὐτός τήν θλιβερή κατάσταση τοῦ Καθολικοῦ πού εἶναι πολύ ἐπικίνδυνη γιά τούς μοναχούς καί τούς πιστούς καί δέν ἀποφεύγει νά στηλιτεύσει τήν ἀσυγχώρητη ἀμέλεια τῶν διοικούντων τήν Μονήν, πού μέ τήν στάση τους «ἐλαττώνουν τό σέβας τῶν πιστῶν πρός αὐτούς». Λόγῳ τῆς ἐπείγουσας κατάστασης οἱ τακτικές διαδικασίες (προϋπολογισμός- οἰκοδομικό σχέδιο) πρέπει νά ξεχαστοῦν καί νά δοθεῖ στήν Μονή ἡ αἰτούμενη ἄδεια ἀνέγερσης. Ὁ Νομάρχης μέ τήν ἀναφορά του ( 420/ 25 Φεβρουαρίου 1847) πρός τό Ὑπουργεῖο Ἐκκλησιαστικῶν ἀποστέλλει τίς σχετικές ἀναφορές καί ἐπιλέγει:

Ἀπό τό αἴσθημα δέ τοῦ σεβασμοῦ καί εὐπρεπείας τῶν Ἱερῶν Ναῶν καί ἐγώ ὁρμώμενος γνωμοδοτῶ ὅτι εἶναι καλόν νά δοθῆ ἡ περί ἀνακαινουργήσεως τῆς περί ἧς ὁ λόγος ἐκκλησίας ἄδεια καί μάλιστα ταχέως ἀφοῦ ἐπείγει ὁ κίνδυνος τῆς πτώσεώς της.

Στό ἡμίκλαστο τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Νομάρχη ὁ Ὑπουργός Ἐκλησιαστικῶν σημειώνει (534/ 3 Μαρτίου 1847):

Παρακαλοῦμεν τό Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἵνα λαβόν γνῶσιν τῶν διαλαμβανομένων εἰς τήν παροῦσαν καί εἰς τό ἐν αὐτῷ ἐπισυνημμένο, διατάξη μέν τόν ἐν τῷ Νομῷ ἐκείνῳ ἀξιωματικόν τοῦ Μηχανικοῦ νά συντάξη τό σχέδιον καί τόν προϋπολογισμόν τῆς δαπάνης τῆς ἀνοικοδομήσεως τοῦ ἐνταύθα μνημονευομένου μοναστηριακοῦ Ναοῦ, εὐαρεστηθῆ δέ νά εἰδοποιήση ἡμας ὅσον τό δυνατόν ταχύτερον, ἐπιστρέψη καί τά ἔγγραφα διά νά ἐκδώσωμεν τάς ἀνηκούσας διαταγάς πρός τόν ἀναφέροντα Νομάρχην, ὅπως μή ἐπιχειρήσωσιν οἱ καλόγηροι τῆς περί ἧς ὁ λόγος Μονῆς, οἰκοδομῆς ἐπί σχεδίῳ ἀκανονίστῳ ὡς εἶναι εὔκολον νά συμπεράνη τις ἐξ ὧν γράφει καί ὁ Ἔπαρχος Ναυπακτίας καί τό μοναστηριακόν Συμβούλιον.

Ὁ Ὑπουργός Ἐσωτερικῶν Ρήγας Παλαμήδης (35781/14 Ἀπριλίου 1847) ἀποστέλλει τό παρακάτω ἔγγραφο πρός τό Ὑπουργεῖο Ἐκκλησιαστικῶν:

Παρατηρήσαντες εἰς τό διευθυνθέν διά τῆς ἀπό 3 Μαρτίου Τ.Ε. ἐπισημειώσεώς σας ἔγγραφον τοῦ Νομάρχου Αἰτωλοακαρνανίας τήν κατεπείγουσαν ἀνάγκην τῆς κατεδαφίσεως τοῦ ἑτοιμορρόπου Ναοῦ τῆς Μονῆς Κοζίτζας καί τήν ἐκ βάθρων ἀνέγερσιν νέου, ἀπεφασίσαμεν πρός ἀποφυγήν βραδύτητος νά συνταχθῆ τό σχέδιον τοῦ Ναοῦ εἰς τό γραφεῖον τῶν Δημοσίων ἔργων κατά τάς σημειουμένας διαστάσεις εἰς τήν ἀναφοράν τοῦ Συμβουλίου τῆς Μονῆς καί μετ’ οὐ πολύ θέλομεν σᾶς διαβιβάσει τό σχέδιον. Ἀλλ’ ἐπειδή εἶναι ἐνδεχόμενον οἱ καλόγηροι σπεύδοντες εἰς τήν ἀνέγερσιν τῆς οἰκοδομῆς νά ἐπιχειρισθῶσιν αὐτήν ἄνευ σχεδίου, σᾶς παρακαλοῦμεν νά κοινοποιήσητε εἰς αὐτούς ὅτι ἐλήφθησαν τά ἀπαιτούμενα μέτρα διά νά ἐπισπευσθῆ ἡ σύνταξις τοῦ νέου σχεδίου καί νά μήν ἐπιχειρισθῶσιν τῶν οἰκοδομῶν μέχρις οὗ σταλῆ τοῦτο.

Ὁ Ὑπουργός ἐκκλησιαστικῶν Γεώργιος Γλαράκης ἀπαντώντας (28 Ἀπριλίου 1847) στή σχετική ἀναφορά τῆς Νομαρχίας νά ἐπιστείλη τά δέονταπρος πρός τό Συμβούλιον τῆς Μονῆς Κοζίτζης, προσκαλοῦσα τοῦτο νά μήν ἐπιχειρήση τήν οἰκοδομήν ἄνευ κανονικοῦ σχεδίου, ὅπερ ἤδη συντασσόμενον, μέλλει ὁσονούπω νά ἀποσταλῆ διά τῆς Νομαρχίας.

Τήν ἐντολή τοῦ Ὑπουργείου στίς 3 Μαΐου 1847 διευθύνει ὁ Νομάρχης πρός τόν Ἔπαρχον Ναυπακτίας.

Διά νά ἐπιστείλη τά δέοντα πρός τό Συμβούλιον τῆς Μονῆς Κοζίτζης ἅμα τῇ παραλαβῇ τῆς παρούσας ὥστε νά μήν ἐπιχειρήση οἰκοδομήν ἄνευ κανονικοῦ σχεδίου κατά τήν ἀνωτέρω διαταγήν τοῦ ἐπί τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ Ὑπουργείου, σύν τῇ ἐπιστροφῇ τῆς παρούσης.

Τό ἔγγραφο τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν, ἁρμοδίου τότε γιά τά δημόσια ἔργα, φέρει ἡμερομηνία 19 Ἀπριλίου 1847. Ἀπό τήν κτητορική ἐπιγραφή τῆς Μονῆς πληροφορούμαστε ὅτι ὁ ναός ἀνοικοδομήθηκε τήν 1 Ἀπριλίου 1847. Συνεπῶς ἡ κινητοποίηση τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν ἦταν χωρίς ἀντικείμενο, ἀφοῦ ὁ Ναός πιά εἶχε κτισθεῖ. Ἐπιβεβαιώθηκαν ὅμως ἀπό τά πράγματα οἱ φόβοι τῶν Ὑπουργῶν γιά τήν ἐπίσπευση τῶν ἐργασιῶν ἀπό τούς Μοναχούς.

Ἡ Μονή διά τοῦ Μοναστηριακοῦ Συμβουλίου λαβοῦσα ἁρμοδίως τίς σχετικές διαταγές ἀπαντᾶ (9/ 18 Ἰουνίου 1847) στόν Ἔπαρχο:

Ἐπειδή καί κατά τίς 12 τοῦ ἱσταμένου μηνός Ἰουνίου ἐλάβομεν τήν ὑπ’ ἀριθμ 3598 καί ἀπό 19 Ἀπριλίου ἐ.ἔ διαταγήν τοῦ ἐπί τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου δί’ ἧς λέγει ὅτι νά μήν ἐπιχειρησθῶμεν τήν ἐκ βάθρων ἀνέγερσιν τοῦ ἑτοιμορρόπου Ναοῦ τῆς Μονῆς μας μέχρι οὗ γενῆ τό νέον σχέδιον. Ἀλλ’ ἐπειδή τό ὕδωρ εἰς τήν Μονήν μας εἶναι πολλά ὀλίγον κατά τό θέρος καί δέν ἐπαρκεῖ διά τήν χρῆσιν τῆς κτίσεως ἀφ’ ἑνός, καί ἀφ’ ἑτέρου ἀφοῦ ἡ Α.Μ. ὁ Βασιλεύς ἐπέρασεν ἀπέναντ τῆς Μονῆς μας καί εἶδεν τόν ἑτοιμόρροπο Ναόν διέταξεν τήν ἄμεσον ἀνέγερσιν νέου, καθότι τό ὕδωρ εἶναι πολλά ὀλίγον κατά τό θέρος μόνον πρός χρῆσιν ἀνθρώπων . Ἕνεκα τούτου οἱ τέκτονες ἤρχισαν τήν κτίσιν τοῦ Ναοῦ κατά τόν περασμένον μῆνα Μάϊον καί λήγουν μέχρι τάς 10 τοῦ ἐλευσομένου μηνός Ἰουλίου. Διά τοῦτο παρακαλοῦμεν τό Β. Ἐπαρχεῖον, ἵνα ἀναφέρη ὅπου δεῖ τήν ἔναρξιν τῆς κτίσεως τοῦ Ναοῦ τῆς Μονῆς μας καί τήν ἄχρι τῆς 10 τοῦ ἐλευσομένου μηνός λῆξιν τῆς κτίσεως, καθόσον μετά ταῦτα ἦτο ἀδύνατον νά κτισθῆ ὁ Ναός διά τήν ὀλιγότητα τοῦ ὕδατος, πεπείσμεθα δέ ὅτι θέλει ἁπαλλαχθῶμεν παντός ἐνδεχομένου.

Δύο εἶναι τά βασικά στοιχεῖα τῆς ἀπαντητικῆς ἐπιστολῆς τῆς Μονῆς: 1) Ὁ Βασιλεύς Ὄθων πού πέρασε ἀπό τό Μοναστήρι ἔδωσε ρητή ἐντολή γιά τήν ἄμεση ἀνέγερση τοῦ ναοῦ καί 2) οἱ οἰκοδομικές ἐργασίες ἄρχισαν τόν Μάϊο καί ὁ σχεδιασμός εἶναι νά τελειώσουν στίς 10 Ἰουλίου. Πῶς ὅμως συμβιβάζονται οἱ ἡμερομηνίες αὐτές μέ τήν ἐπιγραφή πού τοποθετήθηκε στό ὑπέρθυρο τόξο; Ἡ ἐπιγραφή εἶναι σαφής:

ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΜΠΕ
Δ(ΑΚΙΩΤ)ΙΣΗΣ ΚΟΖΙΤCΗC, ΗΓΟΥΜΕΝ
(ΕΥΟΝΤΟC) ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΠΑΠΠΑΛΟΓΗ
(ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΜ)ΒΟΥΛΟΝ ΟΝΤΟΝ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ
Κ(ΑΙ) (ΚΩΝΣΤΑΝ)ΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΤΩΝ (ΙΕ)ΡΟΜΟΝΑΧΩΝ ΚΑΙ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ, ΚΑΙ ΠΑΝΤΩΝ
(ΤΩΝ) ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΩΝ ΚΑΙ ΕΥΣΕΒΩΝ
(Χ)ΡΙΣΤΗΑΝΩΝ, 1847 ΑΩΜΖ
ΑΠ(ΡΙΛΙΟΥ) Α΄, Ο ΠΑΛΑΙΟC ΕΤΟC ΤΗC
(ΕΚΚΛ)ΗCΙΑC 1456 (ΑΥΝS΄)
(Ο ΑΡΧΙ)ΤΕΚΤΟΝ ΧΡΙCΤΟC [ΙΩΑΝΝΟΥ ΥΠΗΡΟΤΗC
ΕΚ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΣΤΡΑΤΖΙΝΑ]

Θεωρῶ ὅτι παρέλκει ἡ ἀναζήτηση τῶν αἰτίων καί ὅλα κρίνονται ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος.

Στή συνέχεια (5436/ 23 Ἰουλίου 1847) ἡ Νομαρχία ἀναφέρεται πρός τό Ὑπουργεῖο Ἐκκλησιαστικῶν, ἀποδοκιμάζουσα τίς ἐνέργειες τῆς Μονῆς.

Ἡ ἀναφορά διαλαμβάνει:

Κοινοποιήσαντες διά τοῦ Ἐπάρχου Ναυπακτίας πρός τό Συμβούλιον τῆς Μονῆς Κοζίτζης τό περί ἀπαγορεύσεως (οἰκοδομῆς) Ἱεροῦ Ναοῦ ἄνευ τεχνικοῦ Σχεδίου, ἐπιστρεφομένου ἐπισυνημμένως ὑπ’ ἀριθμ. 3598 ἔγγραφον τοῦ ἐπί τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου πρός τό τῶν Ἐκκλησιαστικῶν μέ ἀπορίαν μας πληροφορούμεθα ἀπό τήν ἐν πρωτοτύπῳ διαβιβαζομένην τῆς ὑπ’ ἀριθμ 9 ἀπαντητικήν ἀναφοράν τοῦ ρηθέντος Συμβουλίου πρός τόν Ἔπαρχον Ναυπακτίας, ὅτι μολονότι ἔλαβον ἐν καιρῷ γνῶσιν τῆς διαληφθείσης ἀπαγορευτικῆς διαταγῆς, μολαταύτα ἐπεχειρίσθη τήν ἐκ βάθρων ἀνέγερσιν τοῦ διαληφθέντος Ναοῦ ἀπό τοῦ παρελθόντος Μαΐου διά τόν λόγο ὅτι δῆθεν κατά τό θέρος τό νερόν τῆς Μονῆς ἐλαττοῦται καί ὅτι ἐπί τῆς κατά τόν Νόμον τοῦτον τελευταίας περιοδείας τῆς Α.Μ. τῆς ἐκεῖθεν διαβάσεως αὐτῆς ἔλαβον τήν ἄδειαν παρ’ αὐτοῦ. Μολονότι ἡ ἑτοιμόρροπος κατάστασις τοῦ προκειμένου Ναοῦ ἦτον ἀνεπίδεκτη ἀργοπορίας, μολαταῦτα ποτέ δέν ἠδύνατο τό Συμβούλιον τοῦτο ἄνευ ἀδείας τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς καί τακτικοῦ σχεδίου νά ἐπιχειρισθῆ οἰκοδομήν. Παρά τῷ Ὑπουργεῖῳ ὅθεν τοῦτο ἀπόκειται, ἀφοῦ λάβη ὑπ’ ὄψιν του τήν περί ἧς ὁ λόγος ἀναφοράν τοῦ διαληφθέντος Συμβουλίου νά διατάξη ὅ,τι περί τοῦτο ἐγκρίνη. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τήν Νομαρχίαν ἀπεδοκίμασεν τήν πρᾶξιν ταύτην τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου ἀποκαταστῆσαν αὐτό προσωπικῶς ὑπεύθυνον.

Ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τοῦτο ὑπεγράφη.

Ὁ Ὑπουργός Ἐκκλησιαστικῶν Γ. Γλαράκης, λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψη τά διατρέξαντα ἰδιαίτερα τήν ἐπίκληση τῆς Μονῆς ὅτι εἶχε τήν ἄδειαν καί προτροπήν τοῦ Βασιλέως νά ἐνεργήσει γρήγορα, περιορίστηκε σέ ἔγγραφό του πρός τό Ὑπουργεῖο Ἐσωτερικῶν, πού φαίνεται ὅτι ζήτησε τήν τιμωρία τῶν μοναχῶν, νά ἐπιβληθῆ στό Συμβούλιον μόνο ἐπίπληξη.

Τό ἔγγραφο (6907 - 1759/ 7 Αὐγούστου 1847) ἔχει ὡς ἑξῆς:

Πρός τό Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν

Διευθύνοντες τήν παροῦσαν ὁμοῦ μέ τό ἐπισυνημμένον λυπούμεθα διότι κατά τῆς ἰδιορρύθμου πράξεως τοῦ Μοναστηριακοῦ Συμβουλίου ἠθέλαμεν ἔχει λόγον ἀποχρῶντα νά ἐπιβάλωμεν τόν μέγιστο ὅρον τῆς πειθαρχικῆς ποινῆς, ἐάν τό διά τοῦ ὑπ’ ἀριθμ. 3598 ἐγγράφου τοῦ διαληφθέντος ὑπουργείου (19 Ἀπριλίου ἐ.ἔ) ὑπεσχημένον σχέδιον τῆς οἰκοδομῆς συνετάσσετο καί ἀπεστέλλετο ἐγκαίρως. Ἀληθῶς μέν μετά τήν ἀπαγόρευσιν τῆς ἐνάρξεως τῆς οἰκοδομῆς τό Συμβούλιον τῆς Μονῆς ὤφειλε νά μήν ἐπιχειρήση τοιαύτην, ἀλλά μή ὑπάρχοντος ἑτέρου Ναοῦ ἐν τῇ Μονῇ καί προσεγγιζούσης τῆς κυρίας ἑορτῆς τῆς Μονῆς (τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου) καθ’ ὅτι οἱ μοναχοί ὡς ἐκπλήρωσιν χρέους θεωροῦντες τήν τοῦ ναοῦ ἐπιστέγασιν ἐπροθυμοποιήθησαν νά τελειοποιήσωσιν αὐτόν τόν ναόν πρό τῆς 15 Αὐγούστου. Ταῦτα πείθωσιν ἡμᾶς νά περιορισθῶμεν εἰς μόνην ἐπίπληξιν πρός τό Συμβούλιον κωλυόμενοι ἐκ τῶν προεκτεθέντων λόγων νά τιμωρήσωμεν αὐτό αὐστηρῶς ἐπί παραβάσει τῶν διαταχθέντων.
Παρακαλοῦμεν τό Ὑπουργεῖον νά ἐπιστρέψη τήν παροῦσαν εἰς ἠμᾶς μετά τῶν ἐγκλείστων.

Ὅπως γράψαμε πιό πάνω «ὅλα κρίνονται ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος» καί τό Καθολικό τοῦ 1847, πού στέκει ἐκεῖ ἐπί 173 χρόνια, ἱκανοποιεῖ τήν αἰσθητική τῶν προσκυνητῶν καί δικαιώνονται οἱ μοναχοί πού δέν ἐπειθάρχησαν στίς διαταγές τῆς ἀργοκίνητης δημόσιας διοίκησης.

Ὁ μακαριστός καθηγητής Ἀθανάσιος Παλιούρας περιγράφει:

Τό Καθολικό εἶναι τρίκλιτη τρουλλαία βασιλική μέ ἡμικυκλική ἁψίδα πού ἔχει ἑπτά ἀβαθεῖς κόγχες. Ἡ στέγη εἶναι δίρριχτη κεραμοσκέπαστη καί στά τρία κλίτη καί σέ ὅλο τό μῆκος τῆς ὀροφῆς διαμορφώνονται φουρνικά. Ὁ σημερινός ναός εἶναι τοῦ 1847, ἀλλά, σύμφωνα μέ ὑπάρχοντα στοιχεῖα, χτίστηκε μέ νέο σχέδιο πού δέν ἔχει καμία σχέση μέ τόν ἀρχικό μικρό ναό τοῦ 1456. Ὅλοι οἱ τοῖχοι ἐξωτερικά διακοσμοῦνται μέ λιθανάγλυφα κοσμήματα, ὅπως δέντρα, ζῶα, λιοντάρια, ἀνθρώπινα κεφάλια. Στή νότια πλευρά δύο ἐπιγραφές, ἡ μία σκαλιστή σέ πέτρα καί ἡ ἄλλη κεραμιδωτή, ἀναφέρουν τή χρονολογία τῆς οἰκοδομῆς: 1847. Ἐντυπωσιακή εἶναι ἡ πρόσοψη τοῦ ναοῦ. Κάτω ἀπό τό μονόλοβο ἀετωματικό καμπαναριό ἀνοίγεται μεγάλη τοξωτή εἴσοδος. Οἱ μονόλιθες παραστάσεις ἀπολήγουν στό ἄνω μέρος σέ τριφυλλοειδές τόξο. Σκαλίσματα πάνω του μέ ἄνθη, ἐπαναλαμβανόμενες ἀνθρώπινες μορφές, φίδια καί παγανιστικά ζῶα, δέντρα, ἐργαλεῖα καί σύμβολα, φανερώνουν τή διακοσμητική διάθεση τοῦ ἠπειρώτη «πελεκάνου».

Ὁ Ἀρχιτέκτονας-πρωτομάστορας ἀπό τήν Στράτζινα (Πύργος Κόνιτσας) ἄφησε τό ἐμπνευσμένο ἀποτύπωμά του καί δικαίωσε τούς μοναχούς πού τόν ἐμπιστεύτηκαν. (Πβλ καί σχόλια σέ ἔγγραφα προερχόμενα ἀπό ΓΑΚ, Μον. φ. 197 στό π. ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ 3 (1986-87), σσ. 485-488)

  • Προβολές: 172

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἱστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance